• Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός… πάντα!

  • Η Αποικία μας επί τα ίδια λημέρια!!!

  • Που και που περνόντας και από το Facebook

  • Επικοινωνία

  • PageRank

    Free Google PageRankChecker Script
  • Ανά την υφήλιο από 9-2-09

    free counters
  • Παγκόσμια όραση από 30-9-08

  • Εσείς τώρα είστε στην παρέα μου

    website stats
  • Επισκέψεις φίλων και περαστικών

    • 599,626 μελέτες ή ματιές από 10-11-2007
  • οι ερχόμενοι μετά πολλών επαίνων

    free web stats
  • Φρέσκα σχόλιαααα…

    manitaritoubounou στο Γάμος εν γένει και ορθόδοξος χ…
    Ιβάν ο οχληρός στο Γάμος εν γένει και ορθόδοξος χ…
    Ηθικισμός στην Ορθοδ… στο Να μην χάσουμε τα πάθη – Να τα…
    Κριτικά υποστηρικτικ… στο Δυνατότητες και κίνδυνοι στην…
    Ιβάν ο οχληρός στο Οι βασικοί άξονες του Μισθολογ…
    Στέργιος (Αλέξανδρος… στο Το άτομο ως «ομφάλιος λώρος» τ…
    Το Zωντανό Iστολόγιο… στο Να μην χάσουμε τα πάθη – Να τα…
    Χρηματίτες, στεφανίτ… στο «Παραδοσιακό» αλώνισμα στην Κέ…
    Yiannis Zagos στο Ο Δαρβίνος, ο Σεραφείμ Ρόουζ κ…
    manitaritoubounou στο Ο Δαρβίνος, ο Σεραφείμ Ρόουζ κ…
    Yiannis Zagos στο Ο Δαρβίνος, ο Σεραφείμ Ρόουζ κ…
    manitaritoubounou στο Άξιος!!!! Εψηφισμένος Επίσκοπο…
    eleni στο Άξιος!!!! Εψηφισμένος Επίσκοπο…
    Οι 19+2 εκκλησιές τη… στο Η Παναγιά της Κέρτεζης ως ΜτΒ…
    Γιώργος Κομοτηνή στο + Γεώργιος Μακρής: Εις Μνήμην……
  • Καλά, μ΄αυτά φάγατε το χρόνο σας αυτές τις μέρες;

  • Του μήνα μας, μέρες λόγου και σιωπής

    Μαΐου 2017
    Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
    « Απρ.    
     123456
    78910111213
    14151617181920
    21222324252627
    28293031  
  • Τα τελευταία σφυρίγματα του τραίνου

  • Πρώτες κουβέντες στο Μανιτάρι του Βουνού

  • RSS Φιλαλήθης / Philalethe00

  • RSS Εκπαιδ. Παρέμβαση Αχαΐας

  • RSS Τσουκνίδα θεολογική

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι…

  • RSS Κόκκινη Πιπεριά

  • RSS π. Λiβυος

  • RSS Στον ίσκιο του Ήσκιου

  • RSS ο Σα της Στροφής

  • RSS Άλιος φίλος

  • RSS Ιδιωτική Οδός

  • RSS Το ζωντανό ιστολόγιο

  • RSS Το βλέμμα κάθε Βδομάδας

  • RSS Black Cat ★ Red Cat

  • RSS Το μικρό κελλάρι

  • RSS Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ

  • RSS Πόντος και Αριστερά

  • RSS Απλή και ήσυχη ζωή…

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • Ανασκαφές στο ορυχείο μας

  • Ομάδες μανιταριών στο καστανόδασος των αναστεναγμών

  • a

  • Ενώ σας καλώ κοντά μου, εσείς πάτε μακρυά μου

  • Μεταστοιχεία

  • RSS Κίν. Υπεράσπισης προσφύγων-μεταναστών Αχ

  • RSS ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΙ

  • RSS Το εγκόλπιο του Ναύκο

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Πατρινή εκπ. Γκρίνια

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Εξαποδώ

  • RSS Καλλιτεχνική πατρινή διάδραση

  • RSS Θεαμαπάτες & Δικτυώματα

  • RSS OMADEON

  • RSS Ιθαγενείς

  • RSS utopia vs pragma

  • RSS GREEK RIDER

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Herr K.

  • RSS Άρωμα Ασίας πατρινής

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Το κονάκι του Αντώνη

  • RSS α-εργώδες

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS οοδε-Ιστολόγιο

  • RSS Θεολογία Ζάντε – περιβάλλοντος

  • RSS Theoprόvlitos

  • RSS Ardalion’s Weblog

  • RSS ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Ά-τοπο όραμα

Μια θεωρητική προσέγγιση της εποικοδομητικής και επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής,

μέσα από το πρίσμα της Ορθόδοξης πίστης[1].

Του Παναγ. Α. Μπούρδαλα


Α΄. Εισαγωγή[2].

Στην εποχή μας η κοινωνία διέρχεται μια κρίση, που φτάνει στα όρια της αποσύνθεσης. Όλος σχεδόν ο κόσμος σκέφτεται πως η ζωή μας και η κοινωνία μας χρειάζεται μια αλλαγή. Το πλάτος, το μήκος και το βάθος αυτής της αλλαγής από άνθρωπο σε άνθρωπο και από ομάδα σε ομάδα έχει διαφορετικό περιεχόμενο.

Άλλοι μιλάνε και αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις και άλλοι για επανάσταση. Κάποιοι άλλοι παλεύουν να συντηρήσουν ό,τι μπορέσουν από τα κατακτημένα και τα υπάρχοντα. Έτσι η ζωή μας είναι κομφούζιο. Αντιφατικές δυνάμεις σ’ όλα τα επίπεδα  παλεύουν να κυριαρχήσουν ή έστω να δώσουν τη δική τους μαρτυρία.

Ο πολλαπλασιασμός της γνώσης και η τεράστια ανάπτυξη της τεχνικής και τεχνολογίας τον τελευταίο αιώνα βρήκαν απροετοίμαστη την ανθρωπότητα να κατανοήσει και να ζήσει στις καινούργιες συνθήκες. Συνεπώς, η σύγχυση επικρατεί πολύ περισσότερο απ’ ότι η σαφήνεια, η καχυποψία απ’ ότι η ειλικρίνεια, οι σκοτεινές σκοπιμότητες απ’ ότι οι καθαροί σκοποί, το εγώ απ’ ότι το εμείς, η διαίρεση απ’ ότι η ενότητα, το μίσος απ’ ότι η αγάπη, το χάος απ’ ότι η δημιουργία, η ανταρσία απ’ ότι η επανάσταση.

Μέσα λοιπόν σ’ αυτόν τον αναβρασμό μπορούμε σίγουρα να οδηγηθούμε από τον πυρηνικό όλεθρο μέχρι μια κοινωνία δημιουργική, ανθρώπινη, κοινωνία αγάπης και κατανόησης.

Εμείς μετέχουμε στην κρίση και σαν πρόσωπα, πολύ δε περισσότερο σαν μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας. Έχουμε διαλέξει όμως τη σαφήνεια και όχι τη σύγχυση, τους καθαρούς σκοπούς και όχι τις σκοπιμότητες, τη δημιουργία και όχι το χάος, την επανάσταση και όχι την ανταρσία, την αλήθεια και όχι το ψέμα.

Αν κάποτε ή συχνά δεν τα πετυχαίνουμε, αυτό σημαίνει πως τότε μέσα μας νικάει  το μηδέν και όχι ο Θεός, μα πάντα υπάρχει ελπίδα. Η πορεία πάει προς τα «έσχατα», μα υπάρχουν και παλινδρομήσεις.

Πιστεύω πως τούτα τα κείμενα θα βοηθήσουν στη μεριά της σαφήνειας, της δημιουργίας, της επανάστασης και της αλήθειας. Τολμώ να πιστεύω πως ο κόσμος και η ζωή μπορούν και πρέπει να αλλάξουν. Σ’ όλα τα επίπεδα χρειάζεται ριζικός μετασχηματισμός και η παράδοση του λαού μας ζωντάνεμα, καινούργιο ίσως νόημα στις νέες συνθήκες, ποτέ όμως αποξένωση.

Είναι ανάγκη να ξανασκεφτούμε το νόημα της ζωής, της πίστης, της θρησκείας, της κουλτούρας, του σχολείου, της ιδιοκτησίας και των δομών της εξουσίας. Και πρώτα-πρώτα να απαιτήσουμε να τεθούν τα πραγματικά προβλήματα. Είτε ξεκινώντας κανείς από την πίστη του, είτε από τα κοινά προβλήματα, αξίζει ο καθένας να δώσει το δημιουργό που έχει μέσα του.

Και ίσως να πρέπει να δούμε την πίστη και τα πράγματα και τη ζωή και την πολιτική σε μεγαλύτερο βάθος. Να ανακαλύπτουμε συνεχώς και να εφαρμόζουμε τα καινούργια μέσα, τα κατάλληλα για την πραγματοποίηση ενός δυναμικού νέου πολιτισμού. Γιατί ή θα υποταχτούμε στη μοίρα μας ή θα οικοδομήσουμε τη ζωή μας και τη ιστορία.

Αν πάρουμε το μέρος της επανάστασης, τότε θα πρέπει να είναι ταυτόχρονη σαν αλλαγή στις συνειδήσεις, στις δομές και στον πολιτισμό. Θα πρέπει να πάψουμε να διαλέγουμε ανάμεσα σ’ ένα «θετικιστικό αθεϊσμό» και σε μια θρησκεία «όπιο του λαού».

Είναι αναγκαίο η αλλαγή στις δομές  να δίνει τη δυνατότητα στα πρόσωπα και στις λαϊκές κοινότητες να παιδαγωγούνται μετέχοντας στην κοινωνικοποίηση της γνώσης, της εξουσίας και της ιδιοκτησίας, αδιαίρετα.

Είναι θεμελιώδες ο πολιτισμός να μη στηρίζεται μονάχα στη γνώση και τη λογική, αλλά στην ενότητα καρδιάς και λογικού, έργου και λόγου, προσωπικής και κοινωνικής ύπαρξης.

Χρειάζεται  ακόμα να τολμάμε να δούμε ο καθένας από τη σκοπιά του ποιες είναι οι κινητήριες δυνάμεις αυτών των αλλαγών.  Ή μάλλον ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να γίνονται περισσότερο δυνάμεις και φορείς αλλαγής και όχι εκφυλισμού και αντίδρασης.

Να δούμε ακόμα σε ποιους τομείς η κάθε δύναμη μπορεί να προσφέρει προπάντων στην ποιότητα της αλλαγής. Γιατί σήμερα ίσως δεν υπάρχει «τρίτος δρόμος», αφού πια δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι: υπάρχουν χιλιάδες αδιέξοδα, αλλά μια μονάχα εναλλακτική λύση απέναντι στο χάος. 

Σήμερα δεν έχουμε την πολυτέλεια να διαλέξουμε ανάμεσα στη συντήρηση και την αλλαγή, ανάμεσα στην τάξη και την επανάσταση. Έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε μια επανάσταση σπασμωδική και σε μια επανάσταση εποικοδομητική.

Σήμερα οι δομές και η τεχνική ξέφυγαν από τα χέρια μας πολύ περισσότερο από παλιά. Σήμερα οι δομές και η τεχνική κυριαρχούν πάνω μας και μας επιβάλλουν ένα τρόπο ζωής, που δύσκολα μπορούμε να αρνηθούμε έμπρακτα.

Έτσι η ανάγκη της αλλαγής και της επανάστασης όχι μόνο «κρίνεται» αναγκαία, αλλά παρουσιάζεται  αυθόρμητη. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η αλλαγή και η επανάσταση αυτή καθ’ εαυτή, αλλά η ποιότητα της αλλαγής και της επανάστασης.

Και αυτή την ποιότητα μπορούμε να την προσεγγίσουμε από δυο σκοπιές. Από τη μια μεριά από τις προσωπικές μας εμπειρίες, μέσα από τον τρόπο ζωής μας, από την ανάλυση του ρόλου των σημερινών δομών και τεχνικής, από την ουσία του σημερινού πολιτισμού. Από την άλλη μεριά μέσα από μια βαθειά κριτική, του κατά πόσο η πίστη μας, η όποια πίστη μας, μπορεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη και στην ποιότητα της αλλαγής.

Πιστεύω ειλικρινά, πως η ορθόδοξη χριστιανική πίστη – πέρα από τις νοθεύσεις της ιστορικής διαδρομής – όχι μόνο δεν μπορεί να βγει στο περιθώριο της σύγχρονης ζωής, αλλά αντίθετα μπορεί να γίνεται ο κεντρικός άξονας κάθε αλλαγής, προσωπικής και κοινωνικής, φιλοσοφικής και πολιτικής.

Για τούτο τον λόγο θα προσπαθήσω πρώτα να προσεγγίσω την ουσία της ορθόδοξης πίστης, στο βαθμό που την έχω νοιώσει και βιώσει. Να δούμε τι είναι ο κόσμος και ποια η σημασία των συνεχών αλλαγών του.  Να πάρουμε μια «μυρουδιά»από το κατά πόσο ο Θεός της πίστης μας εργάζεται και συνεργάζεται μαζί μας για την ολοκλήρωση της δημιουργίας, στην οποία μετέχουμε και συμμετέχουμε.

Β΄.  Η  δημιουργία  και η εποικοδομητική αλλαγή του κόσμου από Ορθόδοξη σκοπιά[3].

Θεός και κόσμος διακρίνονται βέβαια ριζικά,  αλλά ταυτόχρονα δένονται άρρηκτα. Και αυτό σημαίνει,  πώς ο κόσμος, η ζωή και ο  άνθρωπος από τη μια μεριά σαν δημιουργήματα από το μηδέν διαφέρουν ριζικά από το Θεό και διασφαλίζεται έτσι  μια ετερότητα που αποκλείει την απορρόφησή τους από τη Θεία Ουσία.

Από την άλλη σαν προερχόμενα από   τη θεία δημιουργική ενέργεια, η αυτονομία τους είναι σχετική, όσον αφορά την ανέλιξη και ανέβασμα της ποιότητας των όντων και ιδίως του ανθρώπου σε πρόσωπο και κοινωνία προσώπων. Γι αυτό η ετεροουσιότητα των όντων σε σχέση με το Θεό – έξω από τη θεία συνεργασία και επιρροή, οδηγεί στο μηδέν από το οποίο προήλθαν.

Αυτό σημαίνει πως στα σπλάχνα των όντων υπάρχουν δυο τάσεις. Μια δημιουργική, εξελικτική και ανοδικά ποιοτική και μια αλλιώτικη , διαλυτική και μηδενιστική. Πάντως μόνο τα λογικά όντα έχουν το σκληρό «προνόμιο» σαν πρόσωπα να ζήσουν ένα μηδενιστικό αφανισμό.

Γι’ αυτό ακριβώς  ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να φανταστεί τον εκμηδενισμό των πραγμάτων και του χώρου, ενώ αντίθετα μπορεί να φανταστεί και να βιώσει το δικό του ενδεχόμενο αφανισμό ως προσώπου. Κι αυτός ο κίνδυνος εξουδετερώνεται με την ελεύθερη σχέση των όντων με το Θεό, ως δημιουργημάτων από το μηδέν.

α. Για το φιλοσοφικό και  ανθρώπινο δυϊσμό.

Έτσι η διάκριση και εξάρτιση των όντων από το Θεό, θεμελιώνουν την ενότητα σύμπαντος και Θεού. Όμως ο άνθρωπος πολλές φορές ούτε ζει ούτε συλλαμβάνει την τάση εκμηδενισμού, που τρέφει στα σπλάχνα του, γιατί αγνοεί εμπειρικά και διανοητικά την δημιουργία του από το μηδέν.

Ο πειρασμός της ισοθεΐας, της απόλυτης αυτονομίας τον οδηγεί, χωρίς να το συνειδητοποιήσει στο μηδέν. Εξ ίσου όμως ο άνθρωπος μπορεί μέσα από την εμπειρία της ζωής και της φύσης να οδηγηθεί στην κατανόηση της κτιστότητας της φύσης του και στη νόηση των αοράτων του Θεού. Έτσι, ενώ η φυσική αποκάλυψη φανερώνει την δεκτικότητα των όντων, η υπερφυσική είναι η ίδια η αλήθεια που απολυτρώνει και τον τελειοποιεί διαλεκτικά.

Σαν κατακλείδα, βλέπουμε πως ο κόσμος ως δημιουργία δεν μπορεί να κινείται, να προοδεύει και να τελειώνεται μέσα στην απόλυτη οικονομία του με το Θεό, τον Δημιουργό του. Αντίθετα όμως η κινητική και κοινωνική διάσταση του Τριαδικού Θεού μπορεί να διοχετεύεται στην εικόνα του, τον κόσμο και να του δίνει Ζωή και Αγάπη.

Επομένως ο Θεός δεν είναι απλά μια λογική και φυσιοκρατική αιτία ή παράσταση, αλλά η ίδια η Ζωή και η Αγάπη που δημιουργεί, συνέχει ζωοποιεί και τελειοποιεί τον κόσμο. Η παρουσία λοιπόν του Θεού βρίσκεται σε κάθε γωνιά του σύμπαντος, όχι σαν ουσία, αλλά σαν δημιουργική, ζωοποιητική και αγαπητική ενέργεια.

Και αυτό το Μυστήριο της Θείας Παρουσίας και Ενέργειας μπορεί να βιώνεται κύρια στην προσωπική και κοινωνική διάσταση της Εκκλησίας. Ποιος όμως είναι ο ρόλος της Εκκλησίας στη σχέση της με τον κόσμο, σαν κατ’ εξοχήν θείου «εργαλείου»; Μονολεκτικά μπορούμε να πούμε πως είναι η αλλαγή και τελείωση του κόσμου. Ας δούμε όμως τι είναι ο κόσμος και προς τα πού κατευθύνεται η αλλαγή και τελείωσή του.

Ο κόσμος φαίνεται να διακρίνεται βασικά σε δυο διαστάσεις, σε δυο κατηγορίες: στην αισθητή και την νοητή. Οι παραστάσεις όμως αυτές του αισθητού και νοητού κόσμου κατ’ αρχήν είναι σχηματικές για την σκέψη.

Αυτή θέτει ως έργο την προσπέλαση της πραγματικότητας. Έτσι ανάλογα με την πρόοδο και την καλλιέργεια των ανθρώπων και σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, παίρνουν ένα ιδιαίτερο χρωματισμό. Μάλιστα πολλές φορές καθορίζουν και την ποιότητα της πολιτιστικής ζωής.

Μέσα στις φιλοσοφικές και ιστορικές διεργασίες της σκέψης και της ζωής, πάντοτε σχεδόν, παρατηρήθηκε το φαινόμενο να τονίζονται σαν δυο βασικά σημεία τα εξής:

-Ότι οι δυο αυτές διαστάσεις, τα δυο αυτά στοιχεία, αισθητά και νοητά, είναι αυθύπαρκτα και ριζικά αντίθετα κατά την ουσία.

-Επιδιώκεται με κάθε τρόπο και θεωρείται ως ύψιστος σκοπός της ζωής η απομάκρυνση του νοητού στοιχείου από το αισθητό (είτε θετικά είτε αρνητικά).

Παρατηρείται δηλαδή ένας απόλυτος δυϊσμός ανάμεσα στο αισθητό και νοητό, με κέντρο πάντοτε το δυϊσμό του ανθρώπου: σώμα – ψυχή. Ακόμα και μονιστικά συστήματα – με διαφορετική θεώρηση από το χριστιανορθόδοξο μονισμό – επισημαίνουν τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο αισθητό και νοητό.

Αυτό φαίνεται από το σύγχρονο υλισμό πολύ καθαρά (είτε είναι μηχανικός είτε φυσιοκρατικός, είτε ιστορικός).  Που ενώ πολεμά κάθε τέτοια διάκριση φιλοσοφικά, στην πρακτική του όμως δεν μπορεί να απαλλαγεί απ’ αυτή με κανένα τρόπο. Κι αυτό φαίνεται όχι μόνο στην πολεμική που κάνει για τον ιδεα­λισμό, αλλά και στη δική του περιοχή ζωής και σκέψης, την οποία θέλει να καθιερωθεί, ιδεαλιστικά, σαν αυθεντική!

Επομένως τόσο στον ιδεαλιστικό «μονισμό», που αρνείται την αξία του υλικού στοιχείου, όσο και στον υλιστι­κό «μονισμό», που αγνοεί τον νοητό κόσμο, απολυτοποιώντας  παράλληλα  το δικό του – ιδεαλιστικό κατά βάση – τρόπο σκέψης, παρατηρείται ριζική  ανομοιότητα καί εχθρότητα ανάμεσα στον αισθητό και νοητό κόσμο, που τελικά καταλήγει σε επικίνδυνο δυϊ­σμό.

β. Για τη συμπληρωματικότητα και ενότητα των κτιστών.

Στην Ορθόδοξη όμως θεολογία δεν υπάρχει καμιά τέτοια αξιολόγη­ση και διαλεκτική ανάμεσα στους δύο κόσμους. Πρώτα – πρώτα τόσο ο αισ­θητός, όσο και ο νοητός, είναι κτίσμα­τα του Θεού. Επομένως αισθητά καί νοητά, σώμα και ψυχή, ύλη, λόγος, άγ­γελος δημιουργήθηκαν από το μηδέν.

Και αυτή η κτιστότητα της ουσίας αυ­τών των δημιουργημάτων, θέτει μια βασική προϋπόθεση στη σχετική ανομοιότητά τους, παρέχει μια κοινή βάση για το συνταίριασμα και την αρ­μονική τους σύνδεση.

Με άλλα λόγια, η ανομοιότητα αισθητών και νοητών δεν είναι ριζική, αλλά περιορίζεται κατά την δεκτικότητά τους στη σχέση τους με Τον Άκτιστο Δημιουργό τους.

Αυτή ακριβώς η σχετικότητα των όντων – αισθητών και νοητών – επι­βάλλει την ομοιότητα μέσα στην ανο­μοιότητα τους, και κατόπιν την ενο­ποίησή τους με τον Θεό, από τον οποίο, ως κτιστά από το μηδέν, είναι εξαρτημένα.

Η ενοποιητική δύναμη της θείας ενέργειας συνάγει όλα τα όντα σε μια ενότητα, ώστε τίποτα κατ’ αρχήν να μην είναι αντίθετο προς ένα άλλο.  Και αυτή η ενότητα προωθείται από μια άλλη ενότητα, την συνοχή ανάμεσα στον Άκτιστο Θεό καί τον κτιστό κόσμο.

Εδώ βρίσκεται  η βάση της κατάρ­γησης κάθε απόλυτου δυϊσμού και η αφετηρία αλλαγής καί μεταμόρφωσης του κόσμου. Ο απόλυτος ιδεαλισμός ή υλισμός τεμαχίζει τον κόσμο, τον διαιρεί, ο κόσμος χάνει τη συνοχή του και η πορεία προς το μηδέν αναπτύσσεται.

Αυτή η ενότητα και αυτή η πο­ρεία αγώνα ανάμεσα στην απολυτοποίηση  των σχετικών – των απόλυτων μονισμών, που οδηγούν στον απόλυτο δυϊσμό – εκφράζεται κεντρικά στα μυστήρια της Εκκλησίας, όπου ο πόλος είναι βασικά η αρμονική ενότητα σώ­ματος και ψυχής του πιστού.

Φαίνεται λοιπόν καθαρά πώς στην  Ορθόδοξη θεολογία υπερβαίνεται άνετα ο απόλυτος μονισμός και το παραγωγό του, ο απόλυτος δυϊσμός. Με άλλα λόγια επισημαίνεται ένας μονισμός μέσα από την ενότητα αισθη­τών καί νοητών και την ενότητα κό­σμου καί Θεού, αφού γίνει βέβαια η ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στον Άκτιστο Θεό και κτιστό κόσμο.

Η προσεγγιστική βέβαια πορεία για τη συνάντηση με το Θεό, ως Θεό Αγάπης, και όχι αφέντη δημιουργό, γίνεται κατά βάθος στην προσωπική και  υπαρξιακή σφαίρα του ανθρώπου. Δεν γίνεται στη λογική σφαίρα, παρότι αυτή συμμετέχει στην προσωπική.

Συνεπώς λοιπόν ούτε ο νοητός κόσμος αγνοείται ή αλλοιώνεται, ούτε ο  αισθητός παύει να λαμβάνεται υπόψη στη μεταμορφωτική πορεία του όλου κόσμου. Έτσι τίποτα υλικό καί τίποτα πνευματικό δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα. Όλες οι λειτουργίες της ζωής,  τόσο στον προσωπικό, όσο και στο κοινωνικό χώρο, δεν (πρέπει να) βρίσκονται σε δυϊστική σύγκρουση, αλλά  σε συμπληρωματική σχέση.

γ.  Για το χαρισματικό  ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Κέντρο αλληλοσυμπλήρωσης των  λειτουργιών της ζωής του προσώπου και της κοινωνίας είναι οι λειτουργίες  Εκκλησίας, με άξονα την Θεία Λειτουργία και Ευχαριστία. Και αυτό σημαίνει, πως η Εκκλησία, ως δυνατότητα και ως πραγματικότητα, αγκαλιάζει  όλη τη φυσική, ιστορική, κοινωνική,  πολιτική,  προσωπική και νοητή ζωή.

Όλη η  φυσική  πραγματικότητα   και ιστορία, αποτελούν την δυνάμει Εκκλησία. Παράλληλα, η ιστορική και συγκεκριμένη  Εκκλησία του Άσαρκου  και   Σαρκωμένου Λόγου, αποτελεί το ενεργό μέρος        της, και μάχεται ανάμεσα στη φθορά, στο μηδέν καί τη Ζωή,  το Θεό,  για τη μεταμόρφωση της φυσικής και ιστορικής πραγματικότητας.

Στις οικουμενικές, όσο και Καθο­λικές αυτές διαστάσεις της Εκκλη­σίας, μπορεί να ευδοκιμήσει μια χαρι­σματική κοινωνία. Η κοινωνικότητα αυτή, που ανθίζει κανονικά μέσα σε μια αλληλοσυμπλήρωση χαρισμάτων της προσωπικής ζωής, αποτελεί το ζω­τικό νεύρο της ιστορικής Εκκλησίας καί φυσικά όλης της δημιουργίας.

Δη­λαδή η αναζήτηση μιας τέλειας κοινω­νίας, πραγματικά χαρισματικής, που συμβαίνει στον ιστορικό χώρο, συμ­βαίνει κατ’ εξοχήν οπωσδήποτε μέσα στον  εκκλησιαστικό χώρο.

δ. Για την  τριαδικού χαρακτήρα αλλαγή των προσώπων.

Στη προκειμένη όμως περίπτωση, είναι σαφής και ανυποχώρητη η Ορθόδοξη    Θεολογία    στο    θέμα    του ανθρώπου. Όλα γίνονται για χάρη του ανθρώπου, ακόμη και η κοινωνία έξω από την οποία ο άνθρωπος είναι αδια­νόητη.  Η κοινωνία αυτή δεν είναι απομακρυσμένη, ούτε από κάθε αισθη­τό,  ούτε  από  κάθε  νοητό στοιχείο. Πρόκειται για μια κοινωνία πολύπλευ­ρη, ολοκληρωμένη καί ευκίνητη.

Η κί­νηση της  κοινωνίας της Εκκλησίας δεν γίνεται μόνο οικουμενικά και κα­θολικά, αλλά και σε βάθος. Γιατί το βάθος οδηγεί στην ενότητα αισθητών καί νοητών,  σε ενότητα μυστική με τον Άκτιστο Θεό. Το βάθος είναι που μεταμορφώνει την επιφάνεια: φύση – ιστορία – κοινωνία.

Το πρότυπο μιας τέτοιας κοινω­νίας μας δείχνει καθαρά καί ξάστερα, ότι δεν αρκεί μόνο μια θεσμική αλλα­γή στην δομή μιας κοινότητας ή μιας κοινωνίας.

Χωρίς το απαραίτητο βά­θος, την αλλαγή και μεταμόρφωση των ανθρώπων ως προσώπων, δεν μπορεί να γίνει σωστή πορεία αλλαγής και μεταμόρφωσης της επιφάνειας Από την άλλη μεριά όμως κανένα εί­δος διαπροσωπικών σχέσεων δεν μπο­ρεί να ευδοκιμήσει χωρίς σωστή θε­σμική συγκρότηση. Ή καλύτερα, όσο πιο σωστή, ανθρώπινη, εκκλησιαστική είναι μια θεσμική συγκρότηση, τόσο βαθύτερα και πλατύτερα ευδοκιμούν η Ζωή και η Αγάπη των ανθρώπων.

Βλέπουμε λοιπόν πως η Ορθόδοξη θεολογία ανατρέποντας κάθε δυισμό – είτε έχει υλιστική,  είτε ιδεαλιστι­κή προέλευση – καταργεί την ειδωλολατρία και αλλοτρίωση από τη φύ­ση και την ιστορία. Συνάμα τονίζει την σπουδαιότητα του Θείου Σχεδίου με τον ερχομό του Χριστού και την ανά­πτυξη της Εκκλησίας (όπου υπάρχει η εφικτή δυνατότητα για την εξάλειψη του δυϊσμού, πρωταρχι­κά στο σώμα καί την ψυχή του ανθρώ­που) και την βαρύνουσα, αναλόγως, σημασία στο φυσικό, ιστορικό καί κοινωνικοπολιτικό παράγοντα.

Γι’ αυ­τό, κατά την Ορθόδοξη Πίστη, το Άγιο Πνεύμα δεν εκχύνεται (με τις διαφορετικές βέβαια άκτιστες ενέργειες) μόνο στις καρδιές των πιστών, αλλά και στις  καρδιές των μη πιστών (ανάλογα με τις εσωτερικές προθέσεις πιστών καί μη πιστών) και ακόμη μέσα στην καρ­διά της κοινωνίας καί της ιστορίας και της φύσης, όπως Αυτό θέλει. Η τελική σωτηρία όμως γίνεται εντός της Εκκλησίας, είτε σ’ αυτό τον κόσμο, είτε στον επέκεινα.

Κατ’ ακολουθία, όχι απλώς δεν χάνεται η οικουμενικότητα και καθολικό­τητα της Εκκλησίας, επειδή ακόμα δεν έχει γίνει ο κόσμος όλος Εκκλη­σία, αλλά αντίθετα με την διαλεκτική σχέση πράξης και προσευχής της Εκκλησίας ζωοποιείται και προωθείται το σχέδιο της αλλαγής και ενότητας του Σύμπαντος Κόσμου.

Έτσι πιστοί και μη πιστοί μπορούν μέσα από σχέσεις, θεσμούς, δομές και κινήματα να συνεργάζονται και να αναπτύσσουν πολυποίκιλες κοινωνικές δυνάμεις αλλαγής. Μια αλλαγή που μπορεί να οδηγεί στη ρήξη και όχι στην εκκοσμίκευση, στην επανάσταση και όχι στην ανταρσία ή αντίδραση.

Γ΄.  Πολιτικοποίηση, έρωτας, ευζωία,

Τρία επίπεδα αγώνα για τη προσωπική δικαίωση του ανθρώπου[4].

Θα μπορούσαμε τώρα, εύκολα ή δύσκολα, να αναρωτηθούμε σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα η πορεία του κόσμου. Να διαπιστώσουμε τι αλλαγές επιδιώκουν οι άνθρωποι για να εξαλειφθεί ο δυϊσμός της ζωής. Ποιος τελικά μπορεί να είναι ο προσωπικός προσανατολισμός μας.

Πέρα από βαθύτερες φιλοσοφικές αναλύσεις, η πολιτική, ο έρωτας και η ευζωία (για να δανειστούμε την έκφραση του Χρήστου Γιανναρά) είναι οι βιωματικοί χώροι στους οποίους σήμερα κατ’ εξοχήν ο άνθρωπος προσπαθεί είτε να δικαιώσει την ατομική του ύπαρξη, είτε να απαλλαγεί από τον πολύπλοκο δυϊσμό που τον περιβάλλει.

α. Για τη πολιτικοποίηση, ως συμμετοχή στα κοινά της πόλης.

Η πολιτικοποίηση (από το ενεργό  ενδιαφέρον ως την άμεση στράτευση καί δράση) φαίνεται να είναι η τε­λευταία δυνατότητα για την πραγμάτωση της «κοινωνικής» φύσης του ανθρώπου, για τη δικαίωση της ύπαρξης με τη διερεύνησή της στα όρια της  ευθύνης για τα «κοινά».

Πέρα  από αγώνες για την ικανοποίηση άμεσων συνδικαλιστικών αιτημάτων, πέρα από  τους αυθόρμητους  ή  συνειδητούς αγώνες για την κατάργηση κοινωνικοπολιτικών δυϊσμών, τα εσωτερι­κά κίνητρα φαντάζουν περισσότερο μεταφυσικά.

Οι διάφορες «αρχές» του ευρωπαϊκού πολιτισμού – υλιστικού, ιδεαλιστικού ή «χριστιανικού» – έχουν συμπυκνωθεί στα ιδανικά των πολιτι­κών επαναστάσεων. Μέσα απ’ αυτές τις επαναστάσεις ο άνθρωπος εναγώ­νια πιστεύει στην προσωπική του δι­καίωση.

β. Για τον έρωτα, ως αρχή σχέσης.

Παράλληλα ο σημερινός άνθρω­πος αισθάνεται, πως αν πολιτικοί ολοκληρωτισμοί, η βία, η αδικία καί η αστυνόμευση, η αδιάκοπη απειλή του πολέμου και ο  αδυσώπητος ολοκληρωτισμός της τεχνολογίας και της κατανάλωσης, μπορούν να του αλλο­τριώνουν τον χαρακτήρα και τη ψυχοσύνθεση και τον καθημερινό τρόπο ζωής του, δεν μπορούν όμως να του θίξουν το πιο έσχατο  χώρο προσωπικής ζωής που του απομένει,  το χώρο της μυστικής εμπειρίας, που είναι ο έρωτας.

Γιατί ο έρωτας παραμένει ένα ενδεχόμενο αντίδρασης στην απολυταρχία της διάνοιας και στο αδιέξοδο της σκέψης – ίσως και της πολιτικής.  Είναι μια λύση φυγής από την εφιαλτική μοναξιά του ακοινώνητου βίου της βιομηχανικής  κοινωνίας. Φαντάζει ο
έρωτας ως η τελευταία δυνατότητα για μια καθολική εμπειρία με αχώρι­στη την ψυχή από το σώμα, μια αμυ­δρή αντανάκλαση του ακέραιου ανθρώπου. Όντας μια σφοδρή επανάσταση στο δυϊσμό σώματος καί ψυχής, παραμένει  ως δυνατότητα για τη μό­νη πραγματική εύρεση του άλλου. Σ’ αυτήν την επανάσταση το σώμα ήταν που επαναστάτησε πρώτα καί στην ανταρσία του το ακολούθησε το πνεύμα. Βέβαια η καταναλωτική και εμπορική εκμετάλλευση παρακολουθεί αδυσώπη­τα και την ερωτική  δίψα του σημερινού ανθρώπου. Προσπαθεί να την κορέσει τεχνητά, αφύσικα.  Και αυτή  η καπηλεία του έρωτα   – που   οδηγεί   στον   στείρο  ερωτισμό – είναι η πιο εγκληματική.

Γιατί από τη μια μεριά αλλοτριώνει     το έσχατο έρεισμα της προσωπικής μοναδικότητας  του ανθρώπου, δημιουργώντας ανάπηρες υπάρξεις που δύσκολα πια    κατορθώνουν να αγαπήσουν. Από την άλλη καλύπτει «επιστημονικά» αυτή τη δύναμη που ζητά να συντρίψει   τις κοινωνίες, που κυριαρχούνται   από  κατασκευασμένα  αιτήματα.

Γιατί αυτή η δύναμη του ανθρώπου     αποζητά,     στο βάθος    της    ύπαρξής   τους, τον τερματισμό της αύξησης για την αύξηση, της  τεχνικής για την τεχνική, διεκδικεί  τον τερματισμό του  δυϊσμού   σώματος  και ψυχής, που είναι σύμβολο όλων των δυϊσμών, όλων των άλλων καταπιέσεων.

Εδώ είναι που τρίζουν τα θεμέλια της αστικής οικογένειας, που  παύει πια να θεωρείται σαν μια προνο­μιακή κοινότητα.  Η αλλαγή που συντελείται στις οικογε­νειακές σχέσεις, είναι αυτή που μπορεί άλλοτε θετικά, άλλοτε αρνητικά, να προσεγγίσει   περισσότερο το μέτρο της κρίσης που συμβαίνει στο μυστι­κό χώρο της ψυχής και του σώματος σήμερα.

γ. Για την ευζωία και το καταναλωτισμό.

Ο τρίτος χώρος, ο χώρος της ευ­ζωίας,  που  προσπαθεί  να  δικαιώσει τους  δύο  προηγούμενους  και  που παράλληλα τροφοδοτεί την εμπορική εκμετάλλευση,   είναι  αυτός  που  κα­θρεφτίζει μια αντανάκλαση του παραδείσιου    δράματος   του    ανθρώπου.

Παρόλο όμως πού είναι ο κατ’  εξοχήν χώρος που τροφοδοτεί την κατανάλωση, την εμπορική εκμετάλλευση, την άψογη ανάπτυξη της τεχνικής, παράλληλα καθρεφτίζει την ανάγκη  να υπερβεί ο σημερινός άνθρωπος την υποταγή στην ανάγκη, την αιχμαλωσία στο άγχος του βιοπορισμού, την αγωνία για το αύριο.

Η ευζωία δεν εξαντλείται ως περιεχόμενο ζωής απλά στην εξασφάλιση της ευκολίας, του λιγότερου κόπου και χρόνου, στην σωματική άνεση. Αρνείται – είναι μια ανταρσία – την δουλεία στο μεροκάματο, την φθορά του μόχθου, τη στέρηση, την αδυναμία στη συμμετοχή στη χαρά της ζωής.

Εδώ φαίνεται, πως τα απρόσωπα και μηχανιστικά καταναλωτικά συστήματα εκμετάλλευσης του ανθρώπου, αλλοτριώνουν αυτή του την  έγερση. Πως εξανδραποδίζουν   τις μεγάλες μάζες μέσα στον αφιονισμένο πυρετό της ανάπτυξης για την ανάπτυξη και της κατανάλωσης για την κατανάλωση.

Εδώ φαίνεται ακόμα πως θα κριθεί η  κάθε πίστη και κάθε θεωρία του κάθε προσώπου, ώστε να μη μπορεί να χάνει τον προσανατολισμό, μέσα στον κυκεώνα της σύγχυσης και της άλογης ικανοποίησης κάθε αυθόρμητης τάσης, ανεξάρτητα από την ποιότητά της.

Γιατί το αυθόρμητο μπορεί να εκφράζει πότε την πορεία του ανθρώπου στο Θεό της Αγάπης και πότε την πορεία στο μηδέν της αλλοτρίωσης και της φθοράς.

όλα αυτά που αναφέραμε, για τους τρεις κατ’ εξοχήν χώρους, που απασχολούν τον  μέσο σημερινό άνθρωπο,  δεν προσπαθήσαμε να  ωραιοποιήσουμε και  ιδεαλιστικά  να εξιδανικεύσουμε τις αναζητήσεις και τις αλλαγές του σύγχρονου ανθρώπου. Αντίθετα θέλουμε να  κάνουμε διαυγέστερη  την μεγάλη αντίφαση, που αναπτύσσεται στη σημερινή   εποχή:

Γιατί ενώ τα πάντα κριτικάρονται  και ριζικά αμφισβητούνται   – ο σκοπός του ανθρώπου, η οικογένεια, η εκκλησία, το κράτος, ο ρόλος της εργασίας, η πολιτική, η τέχνη, η τεχνική και η κουλτούρα – από  την  άλλη, οι σύγχρονοι άνθρωποι φαντάζουν αδύναμοι για να δικαιώσουν την ύπαρξή τους στις βιωματικές καταφυγές της πολιτικής, του έρωτα και της ευζωίας. Να     αλλάζουν καί να μεταμορφώσουν όλα αυτά   που αμφισβητούν διανοητικά, αρμονικά με τις επιθυμίες τους.

Η βαθιά αποσύνδεση της οντολογικής ηθικής του ανθρώπου – πέρα από την παραφθαρμένη και νομική ηθικολογία – από την αλήθεια της ζωής, όσο θα παραμένει, θα σημαίνει την απώλεια του μέτρου για την συνειδητοποίηση της αποτυχίας του σύγχρονου ανθρώπου στις βιωματικές καταφυγές που αναπτύξαμε.

Και όταν η αποτυχία δεν συνειδητοποιηθεί, μένουν τεράστια περιθώρια για τη δημιουργία ψευδαισθήσεων, που αλλοιώνουν την ουσία της ζωής, της πολιτικής, του έρωτα και της ευζωίας σε αποχαυνωτικό όπιο του λαού.

Μόνο που αυτή η αποτυχία, με τα δικά μας κριτήρια, ούτε βαθύτερη – και ίσως ασυνείδητη – καθαρότητα της πρόθεσης ούτε την τραγικότητα της αναζήτησης και της δίψας για υπαρκτική δικαίωση αναιρεί, ούτε την ελπίδα της βίωσης της καθολικής αλήθειας – σ’ όλες τις διστάσεις  της ζωής – αδιέξοδη.

Είναι λοιπόν, όχι απλά σκόπιμο, αλλά επιτακτικό το χρέος να δούμε αυτές οι προσωπικές βιωματικές  αλλαγές σε τι ποιότητας αποτελέσματα μπορούν να έχουν στη θεωρία και στη πράξη, στη πίστη και τη ζωή, στη φιλοσοφία και τη πολιτική.

Δ΄. «Ελληνικές» και «ανατολικές προϋποθέσεις για την εποικοδομητική  αλλαγή[5].

Αν θέλαμε τώρα να ασχοληθούμε ειδικότερα για τη χώρα μας, κανείς δεν θα αρνιόταν, ότι από τη στιγμή που μετέχουμε στο δυτικό – καπιταλιστικό τρόπο ζωής, το ιδανικό μας φαίνεται είναι η καταναλωτική κοινωνία.

Έτσι τα πολιτικά μας προβλήματα, αλλά και η σύνολη κοινωνική  ζωή μας -είναι λίγο πολύ ανάλογα με τα προβλήματα της «Δύσης». Με τη διαφορά ότι, ενώ η «Δύση» τα γέννησε με μια θεωρητική και ιστορική διεργασία αιώνων, εμείς τα εισάγουμε μαζί με την προοδευτική μεταστροφή μας στο «δυτικό» τρόπο ζωής.

Το ερώτημα πού τίθεται στον Ελ­ληνικό λαό είναι: «Ποιες μπορεί να εί­ναι οι οργανικές μας αντιδράσεις σαν λαϊκού σώματος και ποιες οι προσαρ­μογές μας σ’ αυτή τη μεταμόσχευση των προβλημάτων; Εμείς σαν ένα κομμάτι αυτού του λαού αντιμετωπίζουμε το ερώτημα.

Ρίχνουμε το βλέμ­μα μας, πέρα από τις επιφάνειες των προβλημάτων και πέρα από τις επιφα­νειακές αλλαγές, σαν λύσεις των προ­βλημάτων, στην κρίση ποιότητας πού μαστίζει τον τόπο, στην απουσία στό­χων καί προοπτικών πού να δικαιώνουν την ιστορική ύπαρξη αυτής της χώρας των Νεοελλήνων.

Εμείς, ο Ελληνικός λαός. στηρι­ζόμαστε πολύ στις κομματικές επαγ­γελίες και στα κόμματα, πού εισέβαλλαν αμετασχημάτιστα από τη δύση στον νεοελληνικό χώρο. Και τα κόμ­ματα απουσιάζουν από εκείνη την κα­τεύθυνση, που οδηγεί στις προϋποθέ­σεις για την ουσιαστική επιβίωση του Ελληνισμού, για την ανεύρεση καί πραγμάτωση της εθνικής καί πολιτι­στικής αυτοσυνειδησίας του τόπου.

Γιατί χωρίς αυτοσυνειδησία για τις ρί­ζες και την ποιότητα της σύνολης Παράδοσής μας, χάνουμε όλες εκεί­νες τις δυνατότητες που θα μας οδη­γούσαν σε μια ζωή επίγνωσης καί μια κοινωνία αυτοδιαχείρισης, ελληνικής προέλευσης, πού να γίνεται το μέσο της πραγμάτωσης της ζωής όλου του λαού.

α. Για ελληνικό δρόμο προς την εποικοδομητική αλλαγή.

Αναρωτηθήκαμε τι μπορεί να είναι η δημοκρατία, ο σοσιαλισμός. η αυτοδιαχείριση καί γενικά η αλλαγή και η επανάσταση για την Ελλάδα; Αναρω­τηθήκαμε αν για τη χώρα μας δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο, παρά μόνο μέσο για ουσιαστικότερους στόχους; Για τους Έλληνες η πολιτική δεν μπο­ρεί να είναι απλά μια χρήσιμη συμβα­τικότητα του κοινού μας βίου.

Το ξε­πέρασμα μιας τέτοιας αντίληψης για την πολιτική που μας διδάσκει η παρά­δοσή μας, την τοποθετεί σαν πρόβλη­μα αλήθειας, σαν πρόβλημα που συν­δέεται με το νόημα που δίνουμε στον ανθρώπινο βίο και με στόχους κύρια πνευματικούς και πολιτιστικούς.

Και η αλήθεια της ζωής, ως στό­χος του πολιτικού βίου, σημαίνει την απόλυτη προτεραιότητα των επιδιώ­ξεων, που υπηρετούν την αυτοσυνει­δησία του τόπου και την ανάπτυξη των εμπειριών της παράδοσης του Λαού, μέσα στις καινούργιες συνθή­κες.

Γιατί μόνο με την μελέτη καί ανά­πτυξη της πνευματικής παράδοσης και πολιτιστικής μας ταυτότητας, όχι απλά μπορούμε να δώσουμε νόημα στη συλλογική ύπαρξη μας σ’ αυτό τον τόπο, αλλά καί να αφομοιώσουμε υπαρξιακά -και όχι διανοητικά και ιδεαλιστικά- τις εμπειρίες και τις παραδόσεις όλων των λαών του πλα­νήτη μας.

Τουλάχιστον θα μπορούσαμε τώ­ρα να αρχίσουμε να συνειδητοποιού­με, ότι οι προϋποθέσεις της ανθρω­πιάς μας δεν μπορούν να είναι καρπός ανάπτυξης κατά το δυτικό πρότυπο, καρπός τεχνολογικής και καταναλωτι­κής προόδου, ούτε απλά θεσμικών και

δομικών αλλαγών, αλλά είναι δεμένες με τη μεταφυσική ρίζα αυτού του τό­που. Έστω να το αντιληφθούμε, λειψά πως σήμερα, όπως εκφράζεται από τη μια μεριά από την λαϊκή ευσέβεια, την τιμιότητα και αρετή και από την άλλη από τις λαϊκές κοινότητες που είχαν τη δυνατότητα να γεννιούνται σε χαλεπούς καιρούς, όπως ή Τουρκοκρατία.

β.  Πέρα από το πόλεμο στην Ορθόδοξη παράδοση.

Η Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και ζωή είναι ίσως σήμερα το τελευταίο ζωντανό έρεισμα της πο­λιτιστικής και εθνικής ενότητας αυτού του τόπου. Αν και αυτό το έρεισμα χαθεί ή ατονήσει ακόμη περισσότερο, αν σπάσει η συνέχεια της ζωής που την Ελλάδα διασώζεται πρωταρχικά με την Εκκλησία, πέρα από ιστορικές φθορές, νοθεύσεις, και παραχαράξεις, τότε η πορεία μας για μια ζωή και μια κοινωνία χωρίς δυϊσμούς θα είναι τρομε­ρά δύσκολη.

Αν ή ευθύνη και τα λάθη της θεσμικής Εκκλησίας μας ή η αλλοτρίωση από τον ορθολογιστικό και τεχνοκρατικό τρόπο ζωής. δεν μας αφήνουν τα περιθώρια να διαπιστώνουμε την πο­λυδιάστατη αλήθεια που έχει στα σπλάχνα της η Εκκλησία, τουλάχιστον οφείλουμε να τη σεβαστούμε.

Ο διά­λογος ή έστω  η  εποικοδομητική κριτι­κή είναι ωφέλιμα, μα ο πόλεμος εναντίον της είναι η ίδια η δικιά μας απώ­λεια Γιατί η Εκκλησία πέρα από τη σωτηρία και λύτρωση που χαρίζει στον όλο άνθρωπο, έχει την εφικτή δυνατό­τητα – που εξαρτάται από τις δικές μας επιθυμίες και μόνο – να μεταμορφώνε­ται σε δύναμη αλλαγής και της κοινωνίας.

Ε΄ . Ό κοινωνικός αγώνας για την εποικοδομητική αλλαγή[6].

Στον εικοστό αιώνα, πού ζούμε, έχουν συντελεστεί απότομες αλ­λαγές, όχι μόνο στο προσωπικό χώρο που περιγράψαμε, αλλά πολύ περισσότερο στον κοινωνικό. Και πρώτα απ’ όλα στη τεχνική. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ανάπτυξης είναι οι υπερηχητικές πτήσεις, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, η ατομική ενέργεια και η τηλεόραση. Πολλές αλλαγές συνέβησαν  στην ιστορία. Οι σύγχρονες όμως αλλαγές δεν συγκρίνονται ούτε με την ανάπτυξη της τυπογραφίας.

Στο τομέα της διατροφής, ενώ κατά τη διάρκεια χι­λιάδων χρόνων η συνολική παραγωγή αγαθών δεν αυξάνεται παρά 3-4% κά­θε αιώνα, 20-30% κατά την πρώτη Βιο­μηχανική επανάσταση, σήμερα στις αναπτυγμένες χώρες διπλασιάζεται κάθε δεκαπέντε χρόνια. Γενικά σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής η «ταχύτητα πλεύσης» του πολι­τισμού στον αιώνα μας δρασκελίζει ένα μεγάλο κατώφλι.

Ας περάσουμε τώρα στα κοινωνι­κά συστήματα, και ειδικά στον καπιτα­λισμό, που ζούμε. Σ’ αυτό, το καινούρ­γιο γεγονός δεν είναι η ανάπτυξη της αγοράς, αλλά η απολυταρχία της αγο­ράς, που δεν δέχεται άλλους νόμους, εκτός από τους δικούς της.

Μοιάζει να υποτάσσει στην ύπαρξή της όλες τις άλλες κοινωνικές σχέ­σεις. Αυτό ακριβώς είναι που χαρα­κτηρίζει τον καπιταλισμό και τον διακρίνει απ’ όλα τα  κοινωνικά συστήματα που γνώρισε η ιστορία.

α. Για τη φύση του καπιταλισμού.

Η οικονομία της αγοράς και του κέρδους με τις μεγάλες ανακαλύψεις της τεχνικής,  κατόρθωσε να θεμελιώ­σει θεσμούς ικανούς, που να αναγκά­ζουν όλα τα πράγματα να μπαίνουν στο «ελεύθερο» κύκλωμα της αγοράς. Το χρήμα, η γη και η ανθρώπινη εργα­σία έγιναν στην αρχή τα βασικά εμπο­ρεύματα. Αργότερα προστίθενται δια­δοχικά καί όλες οι ανάγκες του ανθρώπου, ακόμη και η θρησκευτική.

Μα ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο οικονομικό σύστημα. Συνεπάγεται αναγκαστικά μια κοινωνική δομή, μια πολιτική δομή και ένα τύπο κουλτού­ρας και πολιτισμού. Και οι τρεις αυτές συνεπαγωγές του καπιταλισμού δη­μιουργούν προεκτάσεις του δυϊσμού. Η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, της εξουσίας και της γνώσης χωρίζει τους ανθρώπους αυτόματα σε δυο κα­τηγορίες. Σ’ αυτούς που είναι  κτήτορες της «ιερής» αυτής τριάδας και σ’ αυ­τούς που δεν είναι τέτοιοι προνομιού­χοι.

Έτσι δημιουργείται ένα άλλο είδος θρη­σκείας, όπου αφέντης τώ­ρα δεν είναι κάποιος μακρινός θεός, αλλά κά­ποιος πολύ κοντινός. Εί­ναι η ανάπτυξη για την ανάπτυξη, η τεχνική για την τεχνική, το κέρδος για το κέρδος, η κατανά­λωση για την κατανάλωση.  Αυτός ο αυτοσκοπός, ξέ­νος και αποκομμένος από τις θελήσεις πια των ανθρώπων, δημιούργησε μια «Θεία τάξη», που διαι­ωνίζει έτσι ένα σχεδόν απόλυτο κοινωνικό δυϊ­σμό.

Παλαιότερα, η όποια θρησκεία, έπαιζε για το κράτος και το σύστημα τον απόλυτο σκοπό, που όλα τα άτομα ήταν κατά κάποιο τρόπο υποχρεωμέ­να να πειθαρχήσουν. Από την «Ανα­γέννηση» και μετά το αποτέλεσμα  ήταν να αυτονομηθούν οι διάφορες εκφάνσεις της ζωής.

Πρώτα η οικονο­μία, μετά η πολιτική και τέλος η πνευ­ματική και ηθική ζωή αποκόπηκαν από τη θρησκευτική αντίληψη για τον κό­σμο. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν η κάθε μία μερική «θρησκεία». Κάθε τομέας της κοινωνικής ζωής, από την άθληση και το ντύσιμο, έως τη παιδεία και την Εκκλησία, κατάντησαν αξιοθρήνητοι μερικοί θρησκευτικοί χώροι.

β. Για τη καπιταλιστική αλλοτρίωση σ’ Ανατολή και Δύση.

Σήμερα στο καπιταλισμό ο αυτο­σκοπός του μέγιστου κέρδους ή της μέγιστης ανάπτυξης, είχε  ως αποτέ­λεσμα να αυτονομηθούν οι ίδιες οι εκ­φάνσεις της ζωής ακόμα και από την εργα­σία. Αποκομμένος και αυτονομημένος ο σύγχρονος άνθρωπος από τη θρησκόληπτη  αντίληψη για τη ζωή και τη δημιουργική εργασία, πλέει έρμαιος στο φαύλο κύκλο του κοινωνικού δυϊσμού. Γι’ αυτό σήμερα παρατηρούνται τρεις θεμελιώδεις συνέπειες:

-Η συγκέντρωση του πλούτου και της δύναμης σ’ όλο καί λιγότερα χέρια.

-Ένας παράλογος αγώνας δρό­μου προς το κέρδος για το κέρ­δος, προς την ανάπτυξη για την ανάπτυξη, προς την τεχνική για την τεχνική, προς την επιστήμη για την επιστήμη.

– Η  επέκταση  της  κυριαρχίας του χρήματος σε όλες τις δραστηριότητες ενός έθνους. Έτσι αναπτύσσεται, ώστε  όλες  οι ανθρώπινες «αξίες»   να μετατρέπονται σε οικονομικές και εμπορικές, με την χρηματιστηρια­κή έννοια του όρου.

Αυτός λοιπόν ο καθολικός ορθο­λογισμός του συνόλου της κοινωνίας, που γεννήθηκε στη  Δύση, όπου άνθισε  αυτονομημένα ο  πολιτισμός της λογικής – μακριά από τον άνθρωπο σαν τελικό σκοπό, πολύ δε περισσότερο από την θεανθρώπινη διάστασή του – αμετασχημάτιστα μεταμοσχεύτηκε  και μεταφυτεύτηκε και στην ανατολή.

Στην «καθ’ ημάς Ανατολή» ο  ορθόδοξος τρόπος ζωής  – που κυριαρχούσε, άλλοτε περισσότερο καί άλλοτε λιγότερο – είχε δημιουργήσει άλλο πολιτισμό, συνταιριαγμένο στην οι­κουμενικότητα καί καθολικότητα του ανθρώπου καί όχι μόνο στη λογική. Η αδυναμία της ανατολής να αναπτύξει – μετά τις μεγάλες ανακαλύψεις – το δικά της πολιτισμό φάνηκε από τη πολιτική του Μεγάλου Πέτρου στη Ρωσία.

Έτσι έκανε κάθε χώρα της  έρμαιο του δυτικού καπιταλισμού, και γενικά των δυτικών προτύπων. Και αν η Δύση αργότερα προσπαθεί να επιβιώσει με το νέο καπιταλισμό, όπου οι «φιλελεύ­θεροι» οικονομολόγοι κατάφυγαν σε «σοσιαλιστικά» μέτρα, όπως ο κρατικός παρεμβατισμός και αργότερα ο προγραμματισμός, η Ανατολή αντέ­δρασε διαφορετικά στο ξένο σώμα.

Μαζί με τον καπιταλισμό της Δύσης πήρε αμέσως και το αντίδοτό του, τον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό. Έτσι αυτός  αναπτύχθηκε άνετα στις χώρες της Ανατολής και κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα άλλο πια κοινω­νικό σύστημα. Ένα σύστημα που δεν είναι ούτε καπιταλιστικό, ούτε σοσια­λιστικό, όπως το οραματίστηκαν όλοι αυτοί που θυσίαζαν ακόμη καί τη ζωή τους για την επίτευξη του.

Και αυτό ήταν φυσιολογικό, γιατί απλούστατα άφησαν να περάσει ο δυϊ­σμός σε άλλα επίπεδα Τώρα την από­λυτη αρμοδιότητα της ιδιοκτησίας, της εξουσίας και της γνώσης την έχει ένα γραφειοκρατικό κράτος. Η συμ­μετοχή του λαού φθάνει μέχρις εκείνα τα όρια. όπου οι «σοφοί» του συστήματος κρίνουν ότι δεν θίγονται τα συμφέροντα της «νέας θείας τάξης» που δημιούργησαν.

Σήμερα λοιπόν στο μεν καπιταλισμό έχουμε μια κρίση, που αγκαλιάζει το σύνολο του πολιτισμού του,  σ’ όλα τα επίπεδα της οικονομίας, της πολι­τικής, της παιδείας,  του πολιτισμού, της άθλησης. Στο δε γραφειοκρατικό σοσιαλισμό, η κρίση σήμε­ρα δεν ολοκληρώθηκε ακόμα, μα φαίνεται όλο και πια καθαρά πως αρχίζει να εκφράζεται περισσότερο σαν κρίση πολιτι­σμού, σαν κρίση περισσό­τερης προσωπικής καί κοινωνικής ελευθερίας.

Ο καπιταλισμός και ο γραφειο­κρατικός σοσιαλισμός, όντας συγ­κεντρωτικοί, έχουν τη δύναμη να προσαρμόζονται εύκολα στις καινούρ­γιες συνθήκες Παράλληλα έχουν όλα τα μέσα της τεχνικής για να αποπρο­σανατολίζουν τους λαούς μέσα από την μικροπολιτική, τον ερωτισμό, τον καταναλωτισμό, τον επαγγελματικό αθλητισμό, την ανάπτυξη ιδεαλιστι­κών θρησκειών, φτηνά παράγωγα των διαστάσεων της ζωής του ανθρώπου. Όμως εμείς δεν μπορούμε να αδρα­νήσουμε

Τόσο οι αυθόρμητες, όσο καί οι μυστικές δυνάμεις του ανθρώπου και σήμερα επαναστατούν. Μαρξιστές, χριστιανοί, υπαρξιστές, αναρχικοί, άνθρωποι της κάθε πίστης ή θεωρίας, θέτουν τα προβλήματα διαφορετικά. Δεν αρκούνται δογματικά στην αυτοϊκανοποίηση της πίστης τους, αλλά κριτικάρουν τις παραχαράξεις της.

Ούτε μένουν εγκλωβισμένοι στο ρεα­λισμό που προσφέρουν το σύστημα ή οι επαγγελματίες επαναστάτες. Αντίθετα ψάχνουν για μια αληθινή πίστη ή μια αληθινή φιλοσοφία που να τους οδηγεί να πραγ­ματοποιούν τα αδύνατα, γι’ αυτό και αληθινά και πραγματοποιήσιμα.

γ. Μια πολιτική διέξοδος  –  η αυτοδιαχείριση.

Ο σοσιαλισμός της αυτοδιαχείρισης, όχι απλά ως οικονομικό σύστη­μα, αλλά και  ως πολιτικό καί πολιτι­στικό κίνημα – μακριά από στατικές αντιλή­ψεις για την τελειότητά του – φαίνεται να είναι σήμερα η διέξοδος και η ελπί­δα στον ορίζοντα.

Ακόμα γίνεται ο πόλος γύρω από τον οποίο περιστρέ­φονται άνθρωποι των διαφόρων πί­στεων, αλλά μιας κοινωνικοπολιτικής ελπίδας: αυτής που εναγώνια ζητάει, οδηγεί  ή δίνει τη λύτρωση   και σωτηρία από τους δυϊσμούς, που έχουμε κληροδοτήσει.

Μια ταυτόχρονη αλλαγή στις δο­μές, στις συνειδήσεις  και τον πολιτι­σμό, φαίνεται ως ο  μόνος εφικτός κοινωνικοπολιτικός δρόμος ως  διέξοδος σήμερα, στα αδιέξοδα των δυϊσμών. Γιατί μέχρι τώρα, όλες οι επαναστά­σεις  και αλλαγές τελείωναν, μετά μια ιστορική διεργασία, πάντα σε μια νέα τάξη.  Κατόπιν αυτή γεννούσε μια καινούργια τρίτη τάξη. Η παλιά τάξη εξαφανίζον­ταν   και τις περισσότερες φορές ο λαός έμενε  στο περιθώριο.

Όσο ο αντικειμενικός σκοπός του σοσιαλισμού δεν θα είναι ο προσδιορι­σμός       των      κοινωνικών στόχων άπω τον ίδιο τα λαό  και η αυτοδιαχείριση – που έχει την εφικτή δυνατότητα να εξαλείφει διαλεκτικά τουλάχιστον τον δυϊσμό ανάμεσα στις ηγεσίες  και τις βάσεις – τόσο τα διά­φορα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων, όποια κοινωνία και  αν επαγγέλλονται, θα είναι παραλλαγή του δυϊστικού προτύπου, μέσα από κοινο­βουλευτικές αυταπάτες.

Μια επανάσταση που θα διάλεγε αυτό το δρόμο, θα κατέληγε σίγουρα σε μια απλή μεταβίβαση της εξουσίας και όχι στην κατανομή της στο λαό, αφού αυτός δεν θα μπορεί άμεσα να συμμετάσχει στους καινούργιους στόχους.

δ. Για την ανάγκη καθολικής εποικοδομητικής αλλαγής.

Ο δυϊστικός, αλλοτριωτικός και καταπιεστικός χαρακτήρας των γρα­φειοκρατικών κοινωνιών δεν μεταβάλ­λεται, αν το πολιτικό καθεστώς είναι απλά μια «ελέω θεού» ή μια αιρετή μοναρχία ή μια αντιπροσωπευτική δη­μοκρατία. Στον αγώνα εναν­τίον του δυϊσμού όλα πρέ­πει να μεταμορφωθούν: ο άνθρωπος, ο πολιτισμός, ο κοινωνική οργάνωση, η οικονομία, οι πολιτικοί θεσμοί.

Αυτή ή πορεία του αγώνα για την αυτοδιαχείριση, δεν μπορεί να γίνει, παρά μέσα από την αυτοδιαχείρι­ση. Και αν η αυτοδιαχείριση φαντάζει απραγματοποίητη, χωρίς αλλαγή στις συνειδήσεις και τα μυστικά μέρη του ανθρώπου, τουλάχιστον η πραγματική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων,  που δίνει την μη αλλοτριωμένη δημοκρα­τία, μπορεί να παίζει ένα παιδαγωγικό ρόλο. Και αυτό είναι το σπουδαιότερο, γιατί χωρίς παιδαγωγική αυτοδιαχείριση, αυτή  θα απομακρύνεται ή θα εκφυ­λίζεται.

Αλλά και η αλλαγή στις συνειδή­σεις σήμερα, δεν είναι άπιαστο όνει­ρο. Οι χριστιανοί παύουμε σιγά – σιγά να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ιδεαλιστικά, κάτι που κληροδοτήσαμε από τις παραχαράξεις της ιστορίας.

Βιώνουμε τώρα την πίστη μας περισσότε­ρο στο χώρο της Εκκλη­σίας μας και όχι στη φαν­τασία μας, περισσότερο στο χώρο της ζωής καί λιγότερο στο χώρο της ζωούλας μας. Η πίστη μας σήμερα δεν είναι τόσο ιδεολογία, όσο τρόπος ύπαρξης. Θέτουμε μάλι­στα συχνά το ερώτημα: «μήπως η μονοδιάστατη αντίληψη της Εκκλησίας ως θρησκείας, είναι μια αλ­λοτρίωση της πίστης;»

Παράλληλα στους μαρξιστές έχουμε αλλαγή στις συνειδήσεις, που φαίνεται στη πίστη για τον πλουραλι­σμό των πολιτιστικών και πολιτικών προτύπων. Τίθεται λοιπόν  το πρώτο ερώτη­μα: «Τι αποτελεί την ουσία του μαρξι­σμού, πέρα από τις θεσμικές ή πολιτιστικές παραχαράξεις ή μορφές που πήρε στη διάρκεια της ιστορίας του;»

Ένα δεύτερο ερώτημα τίθεται καί από τις δύο πλευρές (θρησκευτική και υλι­στική): «Μήπως ο αθεϊσμός του μαρξισμού είναι πολλές φορές μάλλον μεθοδολογικός, ιστορικός ή υπαρξιακός και λιγότερο μεταφυσικός ή θετικιστικός;»

ε. Για την εμφάνιση κοινών σημείων σε διαφορετικές «κοσμοθεωρίες».

Μέσα απ’ αυτές τις διεργασίες συναντιόνται όχι μόνο χριστιανοί με μαρξιστές, αλλά και άλλοι άνθρωποι καλής θέλησης, όπως υπαρξιστές, αναρχι­κοί, μουσουλμάνοι, βουδιστές, αγνωστικιστές. Εδώ δεν πρόκειται για την προσπάθεια δημιουργίας μιας υπερπίστης – ενός συγκρητισμού – αλλά για τον πλουραλισμό των προτύπων, για μια κοινή πορεία με κοινή επίγνωση για μια πορεία με λιγότερους δυϊσμούς.

Πρόκειται για μια κοινή πεποίθηση ότι ο κόσμος και η ζωή μπορεί και πρέπει να αλλάζει, ότι όλοι είμαστε αδέλφια πάνω στη γη (όχι υποχρεωτικά «εν Χριστώ»), ότι  μας  ενώνει περισσότερο στην κοινωνική μας συμβίωση η κοινή μας φύση και ζωή, παρά οι  διαφορετικές  πίστεις ή ιδεολογίες.

Η πορεία δημιουργίας λοιπόν ενός σοσιαλισμού της αυτοδιαχείρισης, που δε θα κοινωνικοποιεί μόνο την ιδιοκτησία και την εξουσία, αλλά καί την γνώση και την κουλτούρα ιδιαίτερα, φανερώνει αυτόματα τα χαρακτηριστικά μια μορφωτικής καί πολιτιστικής επανάστασης.

Η ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμού μας οδηγεί στο να βλέπουμε τις διαστάσεις της ζωής καί της κοινωνίας με μια καινούργια αντίληψη περισσότερο ελπιδοφόρα, περισσότερο αγωνιστική, περισσότερο παιδαγωγική.

Καμιά όμως πίστη, καμιά πολιτική και καμιά μόρφωση και παιδεία δεν μπορούν να μας οδηγήσουν στην απελευθέρωση, αν πιστεύουμε ότι η επανάσταση έγινε και η αλλαγή τελείωσε.

Όπως ο άνθρωπος  ως πρόσωπο μπορεί και πρέπει να διαμορφώνεται συνεχώς, βασιζόμενος και σε άλλους καλύτερους οραματισμούς αλλά κυρίως στην παιδαγωγική της   ζωής που έχει ήδη βιώσει, έτσι και η ζωντανή αυτοδιαχείριση συνεχώς  αναπτύσσεται σωστά, όσο τελειώνεται συνέχεια και βασίζεται στις εμπειρίες της παράδοσης του λαού,  που ο ίδιος  τη γέννησε.

ΣΤ΄ . Οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις αλλαγής[7].

Είδαμε λοιπόν πως για να φέρουμε μια αλλαγή, που να είναι εποικοδομητική και παράλληλα να ανταποκρίνεται στα πραγματικά προ­βλήματα της εποχής μας, πρέπει εμείς να έχουμε τη δύναμη:

-Να αμφισβητούμε τα αξιώματα εκείνα που αφορούν τους σκο­πούς της ζωής και της κοινωνίας, έτσι όπως τέθηκαν στις δυτικές κοι­νωνίες.

-Να αμφισβητούμε τον κοινωνικοπολιτικό δυϊσμό, που χαρακτη­ρίζει την ιστορία από τα πρώτα της βήματα, αλλά κυρίως μετά την «Αναγέννηση».

-Να κατευθυνόμαστε σε αλλαγή σφαιρική και ταυτόχρονη στις δομές, στις συνειδήσεις, στον πολιτιστικό τρόπο ζωής, όπου όμως η αρχή καί το τέλος είναι τουλάχιστον ο άνθρωπος και όχι οι κάθε είδους κατασκευές του. Για τους ορθοδόξους μέτρο βέβαια είναι στο τέλος ο θεάνθρωπος, αλλά αυτό είναι κατ’ εξοχήν δικό τους ζήτημα.

-Σαν Έλληνες, σαν Ρωμηοί, σαν άνθρωποι της «καθ’ ημάς Ανατολής» οφείλουμε να σταματήσουμε να μιμούμαστε τα δυτικά προ­βλήματα και τις δυτικές λύσεις, αλλά αντίθετα να επιστρέψουμε στην Παράδοση του λαού  μας,τηνοποίακαι  θα διαμορφώσουμε στις σύγχρονες συνθήκες.

Μια αλλαγή όμως είναι στην ουσία η γέννα μιας επανάστασης. Από τα σπλάχνα του παλιού έρχεται το καινούργιο. Γι’  αυτό όλες οι δυνάμεις και όλοι οι παράγοντες πρέπει να συντονιστούν και να δράσουν, έτσι ώστε να γεννηθεί μια πραγματικά εποικοδομη­τική επανάσταση. Εδώ ακριβώς υπάρ­χει βέβαια και το πρόβλημα.

Γιατί σπάνια οι δυνά­μεις αυτές συναντιόνται για τον αγώ­να της αλλαγής. Με την αλληλο­συμπλήρωση όμως όλων των ζωντανών κοι­νωνικών δυνάμεων, μπορούμε να βγούμε από το αδιέξοδο.

Χρειάζονται όμως αυτές οι δυνάμεις να έχουν δημιουργική και δυναμική πίστη, να αναπτύξουν σε πλάτος και βάθος την  Παράδοση, να διευρύ­νουν σε πλάτος και βάθος την κουλ­τούρα του τόπου, να αξιοποιήσουν σωστά την επιστήμη και την συμβατή τεχνική.

Μόνο μέσα σε μια τέτοια κοσμογονία μπορούν σ’ όλους τους χώρους της ζωής να αναπτυχθούν πραγματικά επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνι­κοπολιτικής αλλαγής. Μέσα στο χώρο της  τέχνης  μπορούν  να  επιβεβαιώ­νουν με τη στάση τους, ότι μια άλλη ζωή και μια άλλη κοινωνία, δίπλα στη σημερινή και με την τάση να την ξεπεράσει, είναι δυνατή. Ένα πολιτιστικό κίνημα μέσα απ’ αυτό το χώρο μπορεί να εξελιχθεί.

α. Για τη ριζική αμφισβήτηση των δομών της εκπαίδευσης.

Παράλληλα στους χώρους της μόρφωσης μπορεί να ανθίσει μια ριζο­σπαστική κριτική για την παιδεία καί μία άλλη διάσταση της γνώσης, μη θετικιστική, να περάσει στο προσκήνιο. Ήδη έχει αρχίσει να αμφισβητείται το εκπαιδευτικό σύστημα στο σύνολο του. Η νεολαία αναρωτιέται για το περιεχόμενο καί την αξία της γνώσης, για τον κοινωνικό ρόλο της εκπαίδευ­σης, για την δομή του σχολικού και πανεπιστημιακού συστήματος.

Αμφισβητείται η αξία της γνώσης που μεταδίδεται γιατί αντί να αποκαλύ­πτει, συγκαλύπτει την πραγματικότη­τα. Αντί να αναπτύσσει τα χαρίσματα της προσωπικότητας, τα πνίγει, αφού η προσφορά της είναι δυσανάλογη από την ζήτηση της. Έτσι η εκπαίδευ­ση υπεκφεύγει από τους στόχους της.

Απ’ αυτή τώρα την αμφισβήτηση γεννιέται η αμφισβήτηση των δομών του σχολείου. Γιατί και η δομή της παιδείας παρουσιάζει τον ίδιο δυαδικό χαρακτήρα με τους άλλους τομείς της καταπιεστικής κοινωνίας και συγγε­νεύει με τη πιο καθαρή έκφραση του δυϊσμού.

Τον συναντάμε ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους: την εκπαιδευτική γραφειοκρατία. Επόμενο ήταν  να γεννιέται στους κόλπους της ένα εκπαιδευτικό, σπουδαστικό και φοιτητικό κίνημα με στόχο ένα κριτικό πανεπιστήμιο, ένα σχολείο που το βά­ρος δεν θα ρίχνεται τόσο στην αφο­μοίωση κάποιας γνώσης ή κάποιας ηθικής, αλλά στην κριτική καί στη δη­μιουργικότητα.

Ο στόχος λοιπόν είναι μια γενική παιδεία, που δεν θα είναι προνόμιο μερι­κών, αλλά κτήμα όλων, ώστε να έχει ο καθένας την γνώση, τις πληροφορίες και τη κατάρτιση  για να συμ­μετέχει συνειδητά και δη­μιουργικά στις πρωτο­βουλίες και στις αποφά­σεις της αυτοδιαχείρισης.

Έτσι η αναγκαιότητα των «ειδικά» ειδικών θα αμβλυνθεί και ο καθέ­νας θα μπορεί να μετέχει στην κοινή δημιουργία, στην αλλαγή των δομών, στην αλλαγή του περιεχομένου της εκπαίδευσης, στην πολιτιστική αλλα­γή. Η συμμετοχή του κάθε πολίτη σε μια μορφωτική επανάσταση, σ’ ένα μορ­φωτικό κίνημα μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

β. Για την κατάργηση των αντιθέσεων χειρωνακτικής -πνευματικής εργασίας.

Στο σημείο αυτό παρα­τηρείται μια όψη της κατάργησης του δυϊσμού ανάμεσα στη διανοητική και χειρωνακτική εργα­σία, ανάμεσα στο σχολείο καί την πραγματική ζωή, ανάμεσα στην ιεραρχία των  «ειδικών» και την τε­χνική, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια γενική πολιτική κριτική.

Και αυτή η πολιτική κριτική μπορεί να εξελίσσε­ται, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να δια­μορφώνεται παράλληλα σ’ ολόκληρη τη ζωή του, οπότε θα έχει τη δυνατότη­τα να έρχεται γρηγορότερα σ’ επαφή με την κοινωνική ζωή και πραγματικότη­τα, με την παραγωγή και τη διαχείρι­ση των κοινών αγαθών.

Και αν η μορ­φωτική επανάσταση μπορεί να οδηγεί στην αλλαγή των συνειδήσεων και των δομών της κοινωνίας, μπορεί ακόμη περισσότερο να είναι ο καρπός και της αλλαγής των συνειδήσεων και της αλλαγής των δομών. Αυτή η διαλεκτι­κή πορεία, είναι η πορεία της αυτοδια­χείρισης.

γ. Για μια νέα αντίληψη της πολιτικής  κριτικής και του πολιτικού αγώνα, πέρα από το κομματισμό.

Η ανάπτυξη και η εξέλιξη της πο­λιτικής κριτικής, σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, μας οδηγεί παράλληλα και σε μια νέα αντίληψη της πολιτικής ζωής και δράσης. Γιατί το κατ’ εξοχήν πολιτικό πρόβλημα δεν είναι να απαλλοτριώσουμε την συμμε­τοχή μας σε κάθε εξουσία με την αντι­προσώπευση στο κοινοβούλιο, στο συνδικάτο, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο πολιτιστικό ή μορφωτικό κίνημα, στο κόμμα, πολύ δε περισσότερο στην εκκλησία. Αντίθετα μια άλλη πολιτική αντίληψη μπορεί να γεννιέται, μακριά από τις υποτιθέμε­νες αντιπροσωπεύσεις, μακριά από την δυαδική αντίληψη και πρακτική για την πολιτική.

Ο πολιτικός αγώνας μπορεί και πρέπει να τοποθετιέται αξονικά έξω από τα κόμματα και μέσα στους χώ­ρους εργασίας, μόρφωσης, κατοικίας, ψυχαγωγίας. Τα παραδοσιακά πλαίσια πολιτικής οργά­νωσης, τα κόμματα, πρέ­πει να μετασχηματιστούν σε δυνάμεις πλουραλιστι­κές που να βοηθούν τα πρόσωπα – και επομένως και τα κινήματα – και όχι να τα υποκαθιστούν στον πολιτικό αγώνα που κά­νουν στους κατ’ εξοχήν πολιτικούς χώρους, που αναφέραμε. Διαφορετικά θα περάσουν σταδιακά στο χώρο του εγκλωβι­σμού του λαϊκού κινήμα­τος και της αντίδρασης.

δ. Για το ξεπέρασμα της αντίθεσης κυβερνώντων  – κυβερνωμένων.

Μόνο έτσι μπορεί να ξεπεραστεί ο πολιτικός δυϊσμός ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνωμένους. Η άμεση δημοκρατία είναι πια δυνατή σε τοπική ή θεματική κλίμακα, ο σοσιαλισμός της αυτοδιαχείρισης μπορεί να απορρίψει τον πολιτικό δυϊσμό.

Και αυτή η απόρριψη ολοκληρώνεται με την κατάργηση της ατομικής ή κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αυτή είναι μια αναγκαία προϋπόθεση  για τη κατάργηση του συγκεντρωτισμού και η αφετηρία μιας προγραμματισμένης αποκέντρωσης. Ο σοσιαλισμός λοιπόν δεν γίνεται τόσο για το λαό, όσο από το λαό.

Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν πια να κατευθύνονται, να χειραγωγούνται και να υιοθετούν οποιουσδήποτε σκοπούς απ’ έξω, οποιοιδήποτε και αν είναι οι «σοφοί» που το επιδιώκουν. Αυτοί που «ομιλούν» για ανωριμότητα, είτε το κράτος, είτε τα κόμματα, είτε οι «σοφοί», ας δουν πρώτα τη δική τους «ωριμότητα»…

ε. Για ένα πολιτικό κίνημα μέσα απ’ τα σπλάχνα του λαού.

Επομένως μόνο μ’ αυτό το τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κίνημα μέσα από τα σπλάχνα του λαού. Είτε εκφράζεται ως εργατικό, είτε ως αγροτικό, είτε ως κίνημα τοπικής αυτοδιοίκησης, είτε ως πολιτιστικό ή μορφωτικό, είτε γενικά ως κίνημα εργαζομένων, αν έχει μια τέτοια προοπτική, μπορεί να οδηγήσει σε μια δημοκρατία, που δεν θα είναι στατική, με οποιονδήποτε «διαλεκτικό» μανδύα και αν περιβάλλεται.

Γιατί όσοι συναγωνισμοί κομμάτων και αν υπάρχουν στη πολιτική αγορά, η συμμετοχή του πολίτη, εκεί δεν μπορεί παρά να έχει μόνο αρνητικό και αμυντικό χαρακτήρα. Αρνητικό, γιατί οι εκλογείς μπορούν να πουν όχι στους υποψήφιους, πράγμα που και αυτό δεν είναι πολύ εύκολο. Και αμυντικό, γιατί έχουν μάλλον το δικαίωμα να αντιδρούν, παρά να δρουν.

Γι’ αυτό ένα εποικοδομητικό πολιτικό κίνημα μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί εκεί όπου ο λαός έχει τη δύναμή του και να αγωνίζεται για πραγματική αυτοδιαχείριση και όχι ψευτο-συμμετοχή στην εξουσία, την ιδιοκτησία και τη γνώση. Μέσα από μια τέτοια πορεία, μια πολιτική αλλαγή ανώτερης ποιότητας, είναι εφικτή.

Στο σημείο αυτό ένας μόνο κίνδυνος ελλοχεύει: Η θεωρητική ή πρακτική θεμελίωση του μερικού ως ολοκληρωμένης λύσης. Και όταν λέμε μερικό ή μερική αλλαγή, εννοούμε και την μερική λύση των προβλημάτων και την λύση μερικών και όχι όλων των προβλημάτων.

Ο κίνδυνος αυτός ελαττώνεται, όσο αναπτύσσεται η πολιτιστική επανάσταση και όσο αυτή συνδέεται με τις ρίζες και τις εμπειρίες – θετικές ή αρνητικές – της Παράδοσης του λαού.

Ζ΄.  Η Ορθόδοξη ενορία και κοινωνικά κινήματα[8].

Για τη χώρα μας θα ήταν αυτοκτονία να αρνηθούμε τη δικιά μας παράδοση και ιδιαίτερα το «χώρο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως έχει και προηγούμενα τονιστεί. Κριτικάροντας τις ιστορικές παραχαράξεις, μπορούμε να ζήσουμε στους κόλπους της μια νέα ζωή, ένα  τρόπο ζωής στον αντίποδα του ορθολογιστικού, τεχνοκρατικού, καταναλωτικού δυτικού τρόπου ζωής.

Γιατί η Εκκλησία προωθεί  μια στάση ζωής, μια κοινωνία προσώπων. Μέσα εκεί αναπτύσσεται ο άνθρωπος όχι σαν άτομο ή ουδέτερη αριθμητική μονάδα, που έχει ως συνέπεια την υπαρκτική του αλλοίωση, αλλά ως ανεπανάληπτο προσωπικό και κοινωνικό ταυτόχρονα όν, με τα ιδιαίτερα του  προβλήματα και χαρίσματα.

α. Εμπόδια  για την κοινωνική έκφραση της ενορίας.

Το   μοναδικό   εμπόδιο   για   τη πραγμάτωση μιας τέτοιας κοινωνίας και κοινότητας,  αληθινής  ενότητας  των προσώπων, είναι οι ατομικές αντιστάσεις. Και η Εκκλησία έχει τις κατ’ εξοχήν δυνατότητες, στο βαθμό που ο άνθρωπος το επιθυμεί, να εξαλείφει αυτές τις αντιστάσεις.

Πράγματι πλησιάζοντας έναν άγιο δεν συναντάς τέτοιες αντιστάσεις. Δεν σκοντάφτεις ούτε στις γνώσεις του, ούτε στην αρετή του, ούτε στη κριτική του ικανότητα, ούτε σε κανένα ατομικό ιδίωμα.  Γιατί ο άγιος είναι μια ολόκληρη προσωπική αποδοχή, κι αυτή είναι μια εμπειρία της ενότητας και κοινωνίας της Εκκλησίας, η ενότητα της κοινωνίας των αγίων.

Κέντρο αυτής   της   ενοποίησης είναι η εκκλησιαστική σύναξη σε μια Θεία   Λειτουργία.  Γιατί στην Εκκλησιαστική Ευχαριστία  πραγματώνεται η αφετηρία συγκεφαλαίωσης όλης της ζωής  του κόσμου, στ Λόγο του κόσμου, το Χριστό.

Εδώ δεν πρόκειται προφανώς για μαγικές λύσεις. Ολόκληρη η προσωπική ζωή του πιστού και ο σύνολος ιστορικός βίος της εκκλησίας αναμετρούνται στα όρια της αλλοτρίωσης καί της μεταμόρφωσης, του θανάτου καί της ζωής.

Γιατί δεν έρχεται μια αντικειμενική πραγμάτω­ση τελειότητας ή βελτίωσης της αμαρτίας και αλλοτρίωσης με το μέτρα μιας δικανικής ηθικής. Πρόκειται μάλλον νια μια βαθιά  και συνεχή πορεία, που αρχίζει με την μετάνοια καί φθάνει στη ταπεινή επί­γνωση της ανάγκης της αγάπης του Θεού, της κοινωνίας των αγίων, της μεταμόρφωσης και αλλαγής του κό­σμου.

β. Πέρα από τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία της ιστορικής Εκκλησίας.

Πάντως σήμερα είναι κοινός τό­πος. πως η ιστορική  Εκκλησία διέρχεται τη δική της Βαβυλώνια αιχμαλωσία της, πως υπάρχει μια αλλοίωση του γεγονότος της ζωής της προς την κατεύθυνση μιας αφη­ρημένης θρησκευτικές ιδεολογίας και ατομικής ηθικής. Και αυτή η αλλοίωση δεν είναι άσχετη και με τη συγκεκριμένη κοινωνική και υπαρκτική πραγματικότητα, που  την ονομάσαμε δυτικό ή αγοραίο τεχνοκρατικό και  ορθολογιστικό πολιτισμό.

Και αν αυτός ο πολιτισμός αναπτύχθηκε στη «Δύση», όπου δόθηκαν οι ορθολογιστικές  προτεραιότητες στη ζωή, στην «Ανατολή» υπήρχαν πριν τη ανάδυση και εδώ της νεωτερικότητας άλλες προτεραιότητες, υπαρξιακές.

Με τη πολιτιστική κύρια διείσδυση της «δύσης»  στο χώρο της «ανατολής» και σε «συνεργασία» με τις δικές μας αδυναμίες, οδηγήθηκε και σε μας η σύνολη  ζωή σε βαθιά κρίση. Αυτή η κρίση, για πολλούς λόγους, επέδρασε και στο χώρο της ιστορικής και θεσμικής εκκλησίας.

Η ουσιαστική αποδιοργάνωση της ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητας, που σήμερα θα μπορούσε να ονομάζεται ενοριακή κοινότητα, εκφράζει παραστατικό αυτή την κρίση και αλλοίωση.

Η ανάπτυξη ενός ενοριακού «κινή­ματος» στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας με στόχο το ζωντάνεμα της παράδοσής της – πέρα από παραχαράξεις ή υποκαταστάσεις του χώρου της και με βαθιά συναίσθηση της ανάγκης προσωπικής ανακαίνισης- και διαμόρφωση στις σύγχρονες συνθήκες είναι μια ελπιδοφόρα διέξοδος, πρώτα για τα πρόσωπα και δεύτερα για την κοινωνία. Γιατί η εκκλησία μπορεί να γίνεται με την ταπεινή αποδοχή της από μας, όπως έχει τονιστεί, και ο άξονας αλλαγής του (σύμπαντος)  κό­σμου.

γ. Κόμματα  και λαϊκό κίνημα.

Όμως σ’ αυτό το σημείο, χρειάζεται να τονιστεί πως η ύπαρξη και ανάπτυξη τόσων πολυποίκιλων κινημάτων σήμερα, τα βρίσκει σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, αφού οι συνθήκες συνε­χώς αλλάζουν καί «βιάζουν» για γρήγορες και επιτακτικές λύσεις. Και το

πρόβλημα που τίθεται   από το ένα μέρος αναφέρεται στην ουσία του περιεχομένου της αλλαγής και από το άλλο στη στρατηγική και δομή  των ίδιων των κινημάτων, ούτως  ώστε τα μέσα να συμβιβάζονται με τους επιδιωκόμενους σκοπούς.

Εμείς θέτουμε εδώ μια σειρά από ερωτήματα:

-Είναι  ναι ή όχι  το ανθρώπινο πρόσωπο  η αρχή  και το τέλος της κάθε κοινωνικοπολιτικής αλλαγής;

-Επιζητάμε ή όχι την κατάργηση όλων των δυϊσμών;

-Δεχόμαστε ότι  ο σοσιαλισμός της αυ­τοδιαχείρισης είναι ο στρατηγικός μας πολιτι­κός στόχος και συνάμα η παιδαγωγική της αυτοδιαχείρισης ο αναγκαίος δρόμος στη πορεία μας;

-Αναλαμβάνουμε στο χώ­ρο των κινημάτων εμείς οι ίδιοι τον αγώνα της αλλα­γής ή τον μεταθέτουμε στους ώμους κάποιου κόμματος (ανεξάρτητα ποιες είναι οι αρχές του, οι γραμμές του καί το πρόγραμμά του);

-Εργαζόμαστε για την ολόπλευρη αποκέντρωση και αυτοδιαχείριση ή για την στερέωση κάποιου κόμματος στην εξουσία;

-Δημιουργούμε ή όχι στο εσωτερικό των κινημάτων δομές, που να επιτρέπουν την κατάργηση των δυϊ­σμών μέσα σ’ αυτά τα ίδια πρώτα;

-Αναπτύσσουμε σχέσεις ποιότητας των κινημάτων που    μετέχουμε με   κάθε είδους κίνημα ή αυτοεγκλωβιζόμαστε  στο  «δικό μας»;

Ανάλογα με την απάντηση, που  στην πρακτική μας  μπορούμε  να δώ­σουμε σ’ αυτά και άλλα παρόμοια ερω­τήματα, μπορούμε να πούμε με ποιο  τρόπο πρέπει ν’ αναπτύσσουμε τα κοινωνικο-πολιτικά κινήματα. Δηλαδή σαν δυνάμεις ουσιαστικής και εποικοδομητικής αλλαγής και όχι εκφυλισμού,   εγκλωβισμού και αντίδρασης.

Και αν η ευθύνη βαραίνει πάντοτε το καθένα μας  ξεχωριστά, σήμερα δεν  αφήνει άμοιρες εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που προσπαθούν  να φανούν πρωτοπόρες  στην αλλαγή  ή ακόμη χειρότερα  να υποκαταστήσουν τα κινήματα, δηλαδή την κίνηση του λαού.

Και όπως καταλαβαίνουμε το βάρος μιας τέτοιας  ευθύνης και επομένως κριτικής, πέφτει πάνω στο κράτος κατά πρώτο λόγο, στα κόμματα κατά δεύτερο και στις   πνευματικές  συλλογικότητες, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τρίτο.

Και αν η Εκκλησία και οι άλλες πνευματικές δυνάμεις έχουν τη  βασική ευθύνη της ανάπτυξης της πνευματικής και πολιτισμικής  ωριμότητας του λαού, το κράτος, τα κόμματα και οι οργανώσεις,  βρίσκονται στο μεταίχμιο αυτής της ευθύνης.

Ή βοηθήσουν στη κατεύθυνση  για την υλοποίηση της εποικοδομητικής κοινωνικοπολιτικής ζωής, με κέντρο την ανάπτυξη της «Λαϊκής Κυριαρχίας», ή θα αλλοτριώσουν αυτή τη δυνατότητα.

Ή θα συμμαχήσουν για την  πολιτική, κοι­νωνική και οικονομική αποκέντρωση και αυτοδιαχείριση και στη διασφάλιση της «εθνικής ανεξαρτησίας» από ξέ­νες – κύρια δυτικές σήμερα – διεισδύ­σεις οικονομικού, πολιτικού, στρατιωτικού και πολιτισμικού χαρακτήρα ή θα οδηγήσουν κράτος και κόμματα γρηγορότερα στην απεμπόλησή τους.

δ. Κρατικός και κομματικός συγκεντρωτισμός.

Είναι επιτακτική λοιπόν η ανάγκη να δούμε το ρόλο του κράτους, και  ειδικότερα του  συγκεντρωτικού και αστικού κράτους από το μέρος της λαϊκής κυριαρχίας. Είναι ανάγκη να δούμε τη σχέση των κομμάτων με  το κράτος, τη ποιότητα της αλλαγής που προωθούν, τη ποιότητα των σχέσεών τους με τα λαϊκά κινήματα.

Και το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται, δεν αφορά τόσο τη πολιτική ζωή που ακολουθούν, όσο και πολύ περισσότερο αφορά την οργανική σύνδεση αυτής της εσωτερικής   και εξωτερικής   πολιτι­κής, που προωθούν, με τις οργανώσεις του. Κατά πόσο δηλαδή δίνονται οι προτεραιότητες για την ανάπτυξη  σχετικά αυτόνομων κινημάτων, που θα αναλαμβάνουν σταδιακά τη διαχείριση της εξουσίας, ιδιοκτησίας, γνώσης και πολιτισμού.

Γιατί και στο κράτος και στα κόμ­ματα βρίσκεται σήμερα μια σοβαρή διάσταση της πολιτικής ευθύνης για τη δημιουργία και  ανάπτυξη των θεσμικών προϋποθέσεων που θα διευκόλυναν το λαό στη πορεία του για τη κατάκτηση της ολόπλευρης άμεσης δημοκρατίας.

Μια άμεση δημοκρατία, όπου η εξουσία δεν θα  μεταβιβάζεται, αλλά θα κατανέμεται. Η ιδιοκτησία δεν θα συγκεντρώνεται στο κράτος, αλλά θα κοινωνικοποιείται. Η πολιτιστική, γνωστική και πνευματική απελευθέρωση θα αναπτύσσεται κύρια από τη βάση, το λαό δηλαδή, και δεν θα του επιβάλλεται.

ε. Τα κινήματα, ως μια μέθοδος αμεσοποίησης της εξουσίας .

Εδώ θα μπορούσε να τονιστεί πως ο χώρος της κοινής συμβίωσης, ο χώρος της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα μπορούσε να εξελιχθεί  στον πιο δημιουργικό χώρο. Απ’ αυτό το χώρο ακόμη θα μπορούν να εξελίσσονται ιδιαίτερα όλα εκείνα τα κινήματα που έχουν άμεση σχέση   με τον τρόπο ζωής, ιδίως στο πολιτιστικό τομέα, στον οικογενειακό και σ’ αυτό που έχει σχέση με το φυσικό περιβάλλον.

Εδώ μπορούν να ανθίσουν τα κινήματα μέσα από τη τέχνη και την ενορία. Πολύ δε περισσότερο θα μπορούσε να εξελιχθεί το γυναικείο κίνημα. Γιατί, ενώ ο δυϊσμός ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα πολλές φορές φθάνει στα όρια της καταπίεσης, μπορεί σ’ αυτό το «στενό» χώρο να αναπτυχθεί ένα τέτοιο κίνημα, που να μη ξεφεύγει από τη συμπληρωματικότητα των δύο φύλων.

Η μόλυνση και η ρύπανση του φυσικού περιβάλλοντος επίσης από την άλογη ανάπτυξη και  χρήση της τεχνικής μπορεί σ’ αυτό το χώρο να οδηγήσει σε ένα οικολογικό κίνημα, που θα αποζητά τη συσχέτιση των κοινωνικών  στόχων με την αρμονία της φύσης.

Η ανάπτυξη επομένως της αυτοδιοίκησης και η ανάπτυξη στο χώρο της τόσων πολυποίκιλων  κι­νημάτων του λαού, θέτει στο κράτος και στα κόμματα ένα μέτρο, με το οποίο κρίνονται αν και κατά πόσο οι αλλαγές που προωθούν, έχουν σχέση με τις προθέσεις και τις επιδιώξεις, σε όλους  τους τομείς του λαού, τον οποίο υποτίθεται πως υπηρετούν.

Η δική τους πρακτική είναι εκείνη  που τα κρίνει σε ποιο βαθμό γίνονται δυ­νάμεις εποικοδομητικής αλλαγής καί επανάστασης ή δυνάμεις ανταρσίας, αντίδρασης και δυνάμεις εγκλωβισμού του λαϊκού κι­νήματος.


[1] Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα, την περίοδο εκείνη (και έως το 1985, οπότε απεχώρησε) μέλους του Δ.Σ. της Ε.Χ.Ο.Ν.,  Εφημερίδα «Η Χριστιανική», Φθινόπωρο 1980.

[2] Εφημερίδα «Η Χριστιανική», 12-09-1980.

[3] Εφημερίδα «Η Χριστιανική», 19-09-1980.

[4] Εφημερίδα «Η Χριστιανική», 26-09-1980.

[5] Εφημερίδα «Η Χριστιανική», 03-10-1980.

[6] Εφημερίδα «Η Χριστιανική, 10-10-1980.

[7] Εφημερίδα «Η Χριστιανική», 17-10-1980.

[8] Εφημερίδα «Η Χριστιανική», 24-10-1980.

3 Σχόλια

  1. Το πρόβλημα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουμε ολοένα και περισσότερο στα χρόνια που έρχονται είναι κοινή διαπίστωση ανάμεσα σε ανοιχτόμυαλους αθέους ή αγνωστικιστές και σε ανοιχτόμυαλους χριστιανούς. Δεν είναι άλλο από τη μετατροπή του Ανθρώπου σε αντικείμενο ή πράγμα, με ανύπαρκτη ή εντελώς αναπηρωμένη τη Συνειδητότητα. Κάτι τέτοιο βολεύει ασφαλώς όλες εκείνες τις δυνάμεις και εξουσίες που θέλουν να εκμεταλλευτούν τον άνθρωπο ΣΑΝ πράγμα, ΣΑΝ αντικείμενο που αποδίδει / παράγει έργο ή κέρδος. Αυτό εξάλλου απλουστεύει και τη διοίκηση των ιεραρχιών, αφού κάθετο που είναι αντικείμενο μπορεί να ελεγχθεί, να προβλεφθεί, να τεθεί κάτω από έλεγχο και επομένως κάτω από καταστολή.

    Ολες οι εξουσίες δημιουργούν τεχνογνωσία ΕΛΕΓΧΟΥ και όχι ελευθερίας, ιεραρχικής οργάνωσης αντί οριζόντιας ελεύθερης ΑΥΤΟ-οργάνωσης. Ακόμη και… αυτο-ανάλυσης ΣΑΝ να ήταν ο ίδιος ο εαυτός μας αντικείμενο (εξού και η κοροϊδευτική νέα παροιμία της σημερινής νεολαίας-«ανάλυση-παράλυση»).

    Επομένως, ανεξάρτητα από τι (Θεό) πιστεύουμε έχουμε χρέος να (επαν-)ανακαλύψουμε το ρόλο του Υποκειμένου, της Συνειδητότητας, της ελευθερίας να καθορίζουμε εμείς οι ίδιοι τις τύχες μας, από κοινου με άλλους… ενδιαφερόμενους.

    Αν και δεν τρέφω πίστη σε μεταφυσικά δεδομένο Θεό ή ένα Απόλυτο Υποκείμενο, θα συμφωνούσα επομένως σε πολλά.
    Θα απέφευγα μάλιστα τις… θεολογικού τύπου διαμάχες, για το αν ή όχι υπάρχει Θεός ή αν ή όχι το τάδε ή δείνα θέμα είναι θεόπνευστο,κ.ο.κ. και θα επικεντρωνόμουν στην ουσία – την ανακάλυψη και σξιοποίηση της υποκειμενικότητάς μας. Το ίδιο έχουν πει πολλοί άλλοι, πολύ πιο σημαντικοί άνθρωποι, με πολύ διαφορετικά λόγια. Ο Καστοριάδης μίλησε για το Φαντασιωσικό επίπεδο, ο Ζίζεκ για την υποκειμενικοτητα, που αντιτίθεται στην κατευθυνόμενη άνωθεν προσταγή «απόλαυσε» (το σύγχρονο Καταπιεστικά-κατασταλτικό… ΥπερΕγώ που δημιουργεί τη λεγόμενη «jouisssance») και ακόμη και ακραιφνείς μηδενιστές (π.χ. Σαρτρ) για τη σημασία της συνείδησης έστω και σαν «κάτι που αναδύεται από το τίποτα».

    Δεν μας αφορά από ΤΙ αναδύεται η συνείδηση που ΕΙΜΑΣΤΕ.
    Μας αφορά να ΕΙΜΑΣΤΕ συνείδηση, και όχι αντικείμενα για έλεγχο από τις εξουσίες. Τουλάχιστον ας δούμε τι μπορούμε να καταφέρουμε από κοινού. Για να υπάρξει Κοινωνία και «Εκκλησία» με την πρωταρχική σημασία της λέξης, δεν είναι καν απαραίτητη η πίστη ή κάποια κοινή πίστη, γιατί το πιο βασικό είναι να ελευθερώσουμε την ίδια μας τη συνείδηση.

    Η συνείδηση ακολουθεί τους δικούς της κανόνες, όχι τους κανόνες των ελεγκτών της ή κάποιων φιλοσόφων που την αναλύουν σαν να ήτανε πράγμα. Ας τους ανακαλύψουμε.

  2. Υ.Γ. Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι «ελευθερώθηκαν» επειδή π.χ.κατέληξαν πως δεν υπάρχει Θεός. ΑΤΥΧΩΣ, δεν αποτελεί σημαντική απελευθέρωση αυτή η διαπίστωση. Ισα-ίσα αποτελεί απαίτηση για ΠΑΡΑΠΑΝΩ προσπάθεια, γιατί δεν μπορούμε πια να βασιστούμε σε κάτι Ανώτερο που είναι ΔΕΔΟΜΕΝΟ και που μας καταπραϋνει. Ο άθεος και ο αγνωστικιστής επομένως,
    1) Σηκώνει πολύ μεγαλύτερο «σταυρό» από τον πιστό / χριστιανό
    2) Δημιουργεί μόνος του (αλλά ΜΑΖΙ με άλλους) όλα εκείνα τα θετικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για τη συνείδηση
    3) Κατά κάποιον περίεργο τρόπο… εκπροσωπεί το Θεό (!!!) διότι δρα και σκέφτεται ΧΩΡΙΣ να βασίζεται ότι θα έχει ενισχύσεις από ψηλά σε ο,τιδήποτε δύσκολο προσπαθεί
    4) Είναι υποχρεωμένος να ανεχτεί τις κακίες του κόσμου χωρίς τη βεβαιότητα ότι κάποιος άλλος Μεγάλος τον σώζει
    5) Δεν διαφέρει σε τίποτε σημαντικό από τον πιστό παρά μόνο στην ανάγκη του για μεγαλύτερη εγρήγορση, ετοιμότητα για δράση, αναγκαιότητα για συνειδητή ευθύνη, ακόμη και… θρησκευτικό συναίσθημα το οποίο δεν μπορεί πια καθόλου να βασιστεί σε δογματικές βεβαιότητες.

    Αποτελεί παγίδα του Νου, η κοινή εντύπωση ότι εμείς οι μη-πιστοί «τη σκαπουλάραμε» λέγοντας «δεν υπάρχει Θεός».
    Μοιάζουμε -αντίθετα- με… εργάτες εργοστασίου οι οποίοι το κατέλαβαν και το αυτο-διαχειρίζονται ΣΑΝ ΝΑ ΥΠΗΡΧΕ ιδιοκτήτης, ενώ πρακτικά (για μας) ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.

    Υπάρχει περίπτωση λοιπόν, να τα… βρούμε μαζί σας.
    -Ε, ΟΣΟ υπάρχει το «Μανιτάρι του Βουνού», ΝΑΙ, ΥΠΑΡΧΕΙ. Και πολύ μάλιστα.

    Δεν πιστεύω στα θαύματα διότι… βλέπω πως ΕΙΜΑΣΤΕ θαύματα. Μακάρι να υπάρχουν και άλλα, πάντως εμείς ΕΙΜΑΣΤΕ. -χεχε

  3. Φοβάμαι οτι πολύ το κουράζεις Παναγιώτη…αν αφαιρέσεις τελείως κάθε θρησκεία και θεωρία και κοιτάξεις πρωτόγονα το σύμπαν ισως πολύ γρήγορα να συνενοηθούμε!!!
    Ο Σάρτρ έλεγε «τι κρίμα που δεν υπάρχει θεός»….καλό μεν αλλά δεν αρκεί…Ως άθρησκος προσπαθώ χρόνια να βρώ έναν ορισμό του Θεού που να χωράει και εμένα …αλλά ακόμα ψάχνω!
    Αν διαχωρήσεται τον άθεο απο τον άθρησκο και προσδιορίσεται τι είναι ο Θεός…τότε μπορούμε να συζητήσουμε για το βασικό ένστικτο, την Ανάγκη, το συναίσθημα, τη λογική…για όλα αυτά που οι θρησκείες και οι θεωρίες τεχνηέντως είτε παρακάμτουν, είτε περιορίζουν, είτε κουκουλώνουν, χωρίς όμως να απαντούν.
    Οι πιστοί των θεωρειών και των Θρησκειών νομίζουν οτι την έχουν σκαπουλάρει γιατί φορτώνουν τα δύσκολα και τα στραβά σε άλλον..ενώ ο άθρησκος ,ο άθεος,ο ελεύθερος δογμάτων γενικώς τραβάει κουπί …

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: