• Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός… πάντα!

  • Η Αποικία μας επί τα ίδια λημέρια!!!

  • Που και που περνόντας και από το Facebook

  • Επικοινωνία

  • PageRank

    Free Google PageRankChecker Script
  • Ανά την υφήλιο από 9-2-09

    free counters
  • Παγκόσμια όραση από 30-9-08

  • Εσείς τώρα είστε στην παρέα μου

    website stats
  • Επισκέψεις φίλων και περαστικών

    • 618.581 μελέτες ή ματιές από 10-11-2007
  • οι ερχόμενοι μετά πολλών επαίνων

    free web stats
  • Φρέσκα σχόλιαααα…

    Ηθικισμός στην Ορθοδ… στη Να μην χάσουμε τα πάθη – Να τα…
    Ηθικισμός στην Ορθοδ… στη Να μην χάσουμε τα πάθη – Να τα…
    Ιβάν ο οχληρός στη Περί υποχρεωτικής προσευχής κα…
    Ο νεοελληνικός Καραγ… στη O οθωμανικός Karagöz, ο νεοελλ…
    manitaritoubounou στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟ… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟ… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    manitaritoubounou στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    Θάλεια Καμπουροπούλι… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    manitaritoubounou στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟ… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    Το μυστήριο του αίμα… στη Το μυστήριο του αίματος, ο τρι…
    Με τέτοιο μπάχαλο, μ… στη Ο Εβραίος που ήθελε να γίνει Χ…
    Ιωάννης της Κροστάνδ… στη Ιωάννης της Κροστάνδης ο άγιος…
    Ιβάν ο οχληρός στη Ιωάννης της Κροστάνδης ο άγιος…
  • Καλά, μ΄αυτά φάγατε το χρόνο σας αυτές τις μέρες;

  • Του μήνα μας, μέρες λόγου και σιωπής

    Νοέμβριος 2007
    Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
        Δεκ. »
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930  
  • Τα τελευταία σφυρίγματα του τραίνου

  • Πρώτες κουβέντες στο Μανιτάρι του Βουνού

  • RSS Φιλαλήθης / Philalethe00

  • RSS Εκπαιδ. Παρέμβαση Αχαΐας

  • RSS Τσουκνίδα θεολογική

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι…

  • RSS Κόκκινη Πιπεριά

  • RSS π. Λiβυος

  • RSS Στον ίσκιο του Ήσκιου

  • RSS ο Σα της Στροφής

  • RSS Άλιος φίλος

  • RSS Ιδιωτική Οδός

  • RSS Το ζωντανό ιστολόγιο

  • RSS Το βλέμμα κάθε Βδομάδας

  • RSS Black Cat ★ Red Cat

  • RSS Το μικρό κελλάρι

  • RSS Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ

  • RSS Πόντος και Αριστερά

  • RSS Απλή και ήσυχη ζωή…

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • Ανασκαφές στο ορυχείο μας

  • Ομάδες μανιταριών στο καστανόδασος των αναστεναγμών

  • a

  • Ενώ σας καλώ κοντά μου, εσείς πάτε μακρυά μου

  • Μεταστοιχεία

  • RSS Κίν. Υπεράσπισης προσφύγων-μεταναστών Αχ

  • RSS ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΙ

  • RSS Το εγκόλπιο του Ναύκο

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Πατρινή εκπ. Γκρίνια

  • RSS Εξαποδώ

  • RSS Καλλιτεχνική πατρινή διάδραση

  • RSS Θεαμαπάτες & Δικτυώματα

  • RSS OMADEON

  • RSS Ιθαγενείς

  • RSS utopia vs pragma

  • RSS GREEK RIDER

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Herr K.

  • RSS Άρωμα Ασίας πατρινής

  • RSS Το κονάκι του Αντώνη

  • RSS α-εργώδες

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS οοδε-Ιστολόγιο

  • RSS Θεολογία Ζάντε – περιβάλλοντος

  • RSS Theoprόvlitos

  • RSS Ardalion’s Weblog

  • RSS ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Περί «νέο-ορθοδοξίας» λόγοι

Επειδή ο φίλτατος κύριος καθηγητής πήρε την πρωτοβουλία να αναφερθεί στα χρόνια εκείνα, τα μεταπολιτευτικά, μια πρώτη παρατήρηση: Όσοι από μας δηλώναμε τότε «χριστιανοσοσιαλιστές», δεν το κάναμε για να μη μας πουν φασίστες, όπως διατείνεται. Πολλοί από μας κάναμε και αντιδικτατορικό αγώνα, όταν ο ίδιος ήταν «αλλού».

Παρόλα αυτά τον πήραμε κι αυτόν, τον φέραμε στα μεγάλα αμφιθέατρα της χώρας, γιατί τότε είχε στ’ αλήθεια να πει ενδιαφέροντα πράγματα. Πέρα από – ομολουγουμένως – χαρισματικές του διανοητικές δυνατότητες, αλλά βεβαίως και όποιες προσβάσεις του ως αστού σε δυνάμεις φίλιες – αντίθετα από μας τους επαρχιώτες που κουβαλάμε την ταξική μας προέλευση – παίξαμε και εμείς ως ρεύμα έμμεσα ρόλο (πολιτικό) για να εκλεγεί καθηγητής επιτέλους …

Σημείωση 1η: Ο φίλος Θόδωρος Χ. σε μια κουβέντα που κάναμε σήμερα (25-11-2007) θεώρησε ότι πρέπει να δοθούν περισσότερα στοιχεία και γι’ αυτό. Έτσι λοιπόν εδώ θα αναφέρω ένα σχόλιο από το περιοδικό «σημάδια», τ. 6-7, 1983, στο μέρος «Επι-σημάνσεις», σελ. 4-5, με τίτλο: «Μεσαιωνικός προοδευτισμός». [1]

Οσάκις χρειαστεί να ειπωθούν περισσότερα θα αναγκαστούμε ή να ετοιμάσουμε άλλο άρθρο ή να παραθέσουμε σχόλια πάνω σ’ αυτό. Αργότερα τραβήξαμε διαφορετικούς δρόμους. Οι ευθύνες μας πολλές και οι υπεύθυνοι δεν είναι μόνο οι άλλοι, δυστυχώς…

panepisthmio-2.jpg

Η αποτίμηση εκείνης της περιόδου δεν μπορεί να γίνει μόνο από τους θαμπερούς διανοητές, αλλά και από τους χειρώνακτες και ταυτόχρονα διανοητές καθημερινά σε παρέες, αμφιθέατρα και κοινωνικούς αγώνες, που λειτουργούσε σε μας ως ασκητικό «εργόχειρο» και όχι ως όχημα διαφήμισης και πώλησης βιβλίων μόνο. Κυρίως απ’ αυτούς λοιπόν πρέπει να γίνει η αποτίμηση. Έτσι για να μη ξεχνιόμαστε…

Και θα γίνει μάλλον…

Ορίστε λοιπόν και το πρόσφατο άρθρο του, με τίτλο «Επετειακή αναδρομή» [2]:


[1] «Ελπίζαμε ότι επανερχόμενοι το Σεπτέμβρη δεν θα χρειαζόταν να ξανασχοληθούμε με την υπόθεση της Παντείου και τη χιλιοσυζητημένη εκλογή του Χρήστου Γιανναρά. Όμως, οι τεφρές εξοχότητες που υπερασπίζονται την καθαρότητα της σχολής επανέκαμψαν δριμύτερες μετά τα καλοκαιρινά τους μπάνια. Έτσι, για μια ακόμα φορά είδαμε τα ίδια χιλιοειπωμένα επιχειρήματα να προβάλλονται από τις στήλες εφημερίδων και περιοδικών.

Όμως, σε δυο απόψεις αξίζει να σταθούμε, γιατί εισάγουν νέες αντιλήψεις στη Πανεπιστημιακή κοινότητα. Αντιλήψεις επικίνδυνες για την αυτοτέλεια των Πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αλλά και για την ίδια τη φύση της αποστολής τους. Αν δεν είχαν προβληθεί σαν σοβαρές από «σοβαρούς επιστήμονες» και έντυπα, δεν θα υπήρχε – πιστεύουμε – έντιμος άνθρωπος που να μη τις έριχνε χωρίς άλλη συζήτηση στο καλάθι των αρήστων.

Η μια άποψη αμφισβητεί την αρμοδιότητα των καθηγητών μιας σχολής ν’ αποφασίζουν για την καταλληλότητα ενός συναδέλφου τους που δεν έχουν την ίδια ειδικότητα. Για παράδειγμα, οι οπαδοί της ισχυρίζονται ότι δεν μπορεί ένας εγκληματολόγος ν’αποφασίζει για κάποιον που θα διδάσκει φιλοσοφία κι ας είναι στην ίδια σχολή! Αντίθετα, προτείνεται όλοι οι άλλοι καθηγητές φιλοσοφίας των ελληνικών πανεπιστημίων να έχουν λόγο για το ζήτημα αυτό.

Η άλλη ενδιαφέρουσα άποψη είναι ότι ένας θεολόγος δεν μπορεί να διδάσκει φιλοσοφία.

Αν υποθέσουμε ότι επικρατούν οι απόψεις αυτές στην καθημερινή πρακτική, το αποτέλεσμα θα είναι:

α. Όλοι οι καθηγητές της ίδια ειδικότητας αποτελούν μια συντεχνία που έχει αποκλειστικό λόγο για την ένταξη σ’ αυτήν νέων προσώπων.

β. Η Σχολή χάνει τη συνοχή της, μια και αναγνωρίζεται η ουσιαστική ύπαρξη αυτόνομων στεγανών ειδικοτήτων που ριζώνουν την ύπαρξή τους, όχι σε εξυπηρέτηση αναγκών και του πνεύματος που επικρατεί στη σχολή, αλλά σε εξωτερικά κέντρα.

γ. Άμεση συνέπεια του προηγούμενου είναι η τεχνοκρατική αντίληψη και η πολυδιάσπαση της γνώσης, μια που αφαιρείται η δυνατότητα από κάποιον άλλον κλάδο στην ίδια σχολή να έχει γνώμη για ό,τι συμβαίνει παραέξω απ’ αυτόν.

δ. Δημιουργούνται κατευθυνόμενες προδιαγραφές για τη φιλοσοφία και επιχειρείται λογοκρισία της ελεύθερης έκφρασης, μια και αφαιρείται η δυνατότητα από κάποιον να έχει ολοκληρωμένη αντίληψη για τα φιλοσοφικά ρεύματα από σκοπιά θεολογική.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι επαγγελματίες «προοδευτικοί» και πολέμιοι του σκοταδισμού φτάνουν στο σημείο να επικαλούνται μεσαιωνικά πρότυπα για να θεμελιώσουν τις – ανύπαρκτες – απόψεις τους.

Από τη στιγμή που ένας μαρμαράς σαν το Σωκράτη που δεν είχε καμμιά περγαμηνή και κανένα γραπτό έργο θεωρείται από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους, ο καθένας καταλαβαίνει πόσο στέκει η προσπάθεια ενός συναφιού να κάνει τη φιλοσοφία δικό του μικρομάγαζο.

[2] «Επετειακή αναδρομή»,

Tου Χρήστου Γιανναρά

Η δεκαετία του ’70 ήταν το θριαμβικό απόγειο του μαρξισμού στην Ελλάδα. Σχολεία, πανεπιστήμια, θέατρα, πολιτιστικοί σύλλογοι, εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοκριτική και τεχνοκριτική, συνδικαλιστικά σωματεία, δραστηριότητες δήμων και κοινοτήτων, αλλά και η πολιτική των υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού, ήταν μετερίζια έκφρασης ή τόποι ζύμωσης ποικιλώνυμων εκδοχών της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Κυβερνούσε τη χώρα το κόμμα της Δεξιάς, αλλά κυρίαρχη ιδεολογία ήταν, με μαχητική έπαρση, ο μαρξισμός.

Ιδεολογικά λαφυραγωγημένη από τη δικτατορία η Δεξιά δεν έδειχνε θεωρητικά πανικόβλητη, απλώς δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει γύρω της. Ποτέ ο καραμανλισμός δεν κατάλαβε τη θεωρητική του γύμνια (ώς σήμερα ακόμα), δεν υποψιάστηκε ποτέ ότι η πολιτική ισχύς κρίνεται στον χώρο της παιδείας και του πολιτισμού. Ιστορικοϋλιστικά και αφελέστατα οι καραμανλικοί πίστευαν (και πιστεύουν) ότι η πολιτική κρίνεται στο πεδίο της οικονομίας – τριτοκοσμική μυωπία.

Ετσι αντίλογος στη μαρξιστική μονοφωνία δεν υπήρξε μετά τη δικτατορία. Ο «ελληνοχριστιανισμός» της επίσημης κρατικής ιδεολογίας είχε καταρρεύσει μέσα στη χλεύη, μαζί με το κενολόγημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της επταετίας. Καμιά έγνοια από κανένα πολιτικό χώρο μήπως «μαζί με τα απόνερα το μπάνιου πετάμε και το μωρό». Κανένας προβληματισμός για το πού οδηγεί η ιδεολογική μονοτροπία, τι εγκυμονεί η απουσία αντιπρότασης.

Το διαφορετικό συντελέστηκε (δεν εμφανίστηκε), σιωπηρά και κρυμμένα, σε πεδίο άσχετο με τον ιδεολογικό στίβο ή αυτόν της δημοσιότητας: Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 αρχίζουν απρόσμενα να αλλάζουν τα αριθμητικά δεδομένα στη μοναστική πολιτεία του Αθωνα. Μοναστήρια που έσβηναν, έχοντας πια ελάχιστους υπερήλικες μοναχούς, ξαφνικά ζωνταντεύουν, γεμίζουν νεολαία που συρρέει από τις μεγάλες – κυρίως πόλεις, όχι από την αγροτιά. Παιδιά των μοντέρων καιρών, με πανεπιστημιακά πτυχία ποικίλων σχολών, γλώσσες, κοσμοπολίτικη εμπειρία. Φτάνουν στο Αγιονόρος για να ζήσουν το «άλλο», το πέρα από τις κοινωνικές συμβάσεις και τη χρησιμοθηρία, να ψηλαφήσουν «νόημα» της ζωής και του υπαρκτού.

Στα φοιτητικά στέκια Θεσσαλονίκης και Αθήνας κυκλοφορούσαν ανέμελα στην κουβέντα σαν αυτονόητες, δίχως έκπληξη «ειδήσεις» του τύπου: «Ναι, ο τάδε ήταν στον Ρήγα, πέρασε μετά στο Μου-Λου, τώρα είναι μοναχός στη Σιμωνόπετρα – ο δείνα, ο αναρχικός, έψαξε κάμποσο το Ζεν, τώρα είναι δόκιμος στο Κουτλουμούσι». Πλήθος πολύ πια και οι επισκέπτες του Ορους, φίλοι πήγαιναν να συναντήσουν φίλους, ανήσυχη νεολαία γέμιζε τα πλοιαράκια από την Ουρανούπολη.

Απόηχος στα πανεπιστήμια, κάποιες παρέες που άρχισαν να δηλώνουν «χριστιανοσοσιαλιστές». Δεν ανέχονταν να τους ταξινομούν στους χουντικούς και στους φασίστες επειδή ψάχνανε τη μεταφυσική παράδοση του τόπου τους σαρκωμένη στο εκκλησιαστικό σώμα του λαού και στον πολιτισμό του. Οργανώθηκαν στο περίπου, κατέβηκαν στις εκλογές, πήραν ποσοστά απρόσμενα. Αρχισαν να καλούν από το Αγιονόρος μοναχούς για διαλέξεις στα αμφιθέατρα. Τα ακροατήρια φοιτητοπλημμύρα. Ως και χειρόγραφες αφίσες των αναρχικών κατέκλυσαν κάποτε το κέντρο της Αθήνας: «Ορθοδοξία και αναρχία, θέμα διάλεξης στο αμφιθέατρο της Ιατρικής από αγιορείτη ηγούμενο»!

Αρχές της δεκαετίας του ’80 προστέθηκε η έκπληξη των «νεορθοδόξων». Κάποιοι συγγραφείς και καλλιτέχνες της Αριστεράς, «κομμουνιστές αλλά όχι μαρξιστές», όπως χαριτολογούσε ο Κωστής Μοσκώφ, άρχισαν να μιλάνε για την Παράδοση, την εκκλησιαστική Ορθοδοξία, την ελληνική ταυτότητα. Η γλώσσα τους δεν είχε τίποτε να κάνει με τα ξύλινα φληναφήματα που ακούει ο Νεοέλληνας από την «επίσημη» εκκλησία, τα ηθικολογικά κηρύγματα, τα «θρησκευτικά» του σχολείου. Οι δημοσιογράφοι μπερδεύτηκαν: «τι είναι αυτοί»; απορούσαν. Ορθόδοξοι δεν είναι, αφού η κατεστημένη Ορθοδοξία μιλάει άλλη γλώσσα, όμως κάτι νέο δείχνουν στην Ορθοδοξία – να τους πούμε, λοιπόν Νεορθόδοξους»!

Θόρυβος στον Τύπο «διάλογος Ορθοδοξίας και Μαρξισμού», πολιτικό ζητούμενο η κοινωνιοκεντρική ελληνικότητα ένσαρκη στη λαϊκή ευσέβεια: να συνειδητοποιηθεί σαν αντιπρόταση στον Ιστορικό Υλισμό μαρξιστών και «φιλελεύθερων». Για πρώτη φορά η αμφισβήτηση σάρωνε όχι μόνο την επιδερμική συμπτωματολογία, σκόπευε τον ξιπασμένο μεταπρατισμό, τα δάνεια ιδεολογικά δεκανίκια. Ξεπήδησε καινούργιο συνεγερτικό τραγούδι στη χώρα, «σαν την ηχώ του Θεού στο βυθό του Εωσφόρου».

Οι «Νεορθόδοξοι» ήταν σκόρπιες μονάδες ή παρέες, άγνωστοι συχνά μεταξύ τους. Όμως η κατεστημένη πια στην εξουσία Αριστερά (μετά τον εκλογικό θρίαμβο του Ανδρεϊσμού) έβλεπε ότι αυτή η καινούργια γλώσσα στην πολιτική ήταν το μόνο ουσιαστικά διαφορετικό που ξεμύτιζε, φορτισμένο με την ακαταμάχητη δυναμική της ανιδιοτέλειας. Κόμιζε άλλα μέτρα, ποιότητα που από μόνη της απωθούσε στο περιθώριο τους αναμηρυκασμούς ενός αναχρονιστικού μαρξισμού και τα εθνικιστικά παραληρήματα της πατριδοκαπηλείας. Ηταν κίνδυνος, και μάλιστα εκείνη την ώρα που, για πρώτη φορά, η στράτευση στην Αριστερά εξασφάλιζε καριέρα, μέθη εξουσίας, δημοσιότητα.

Οι πρώτες απόπειρες να εξουδετερωθεί η κινδυνώδης ενόχληση ήταν άκομψες, κραύγαζαν την εμπάθεια. Πρωτοσέλιδο λ.χ. του Πρετεντέρη στο «Βήμα» με τίτλο: «Νεο-ορθόδοξοι ή Νεο-φασίστες;» και πάμπολλα παρόμοια. Με εσκεμμένες παρερμηνείες και νοηματικές διαστροφές κειμένων ξεσπούσε κάθε τόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, θύελλα συντονισμένης «αγανάκτησης», μεθοδευμένης οργής. Πότε για δήθεν πλαστογράφηση δήλωσης του Κίσινγκερ (πρωτοδημοσιευμένης σε έντυπο του ΔΟΛ!) πότε για δήθεν καταλογισμό «προδοσίας» στον Βενέζη, πότε για δήθεν απαξίωση του προσώπου του Λεωνίδα Κύρκου, πότε για δήθεν απαιτήσεις «εθνοκάθαρσης» στη Θράκη, καταιγισμός κάθε φορά χλευασμών, απειλών, ύβρεων, συκοφαντικών χαρακτηρισμών. Με στόχο ό,τι μεταπολιτευτικά αποτέλεσε τουλάχιστον πρόκληση μη μεταπρατικού προβληματισμού.

Τη «νεορθόδοξη» έκπληξη την εξουδετέρωσε τελικά η ετικέτα του «εθνικισμού», ο επίμονος, μεθοδικός, αδίστακτος προπαγανδισμός της ετικέτας. Οι άνθρωποι που διακήρυτταν ότι με τον εθνικισμό τελειώνει ιστορικά ο Ελληνισμός, ταυτίστηκαν στις συνειδήσεις της απερίσκεπτης μάζας με αυτό που μαχητικά απέρριπταν. Βοήθησε και η ασυμμάζευτη σύγχυση της δεκαετίας του ’90: Η ιδεολογικοποίηση του σκοπιανού προβλήματος, τα ανόσια (στην κυριολεξία) συλλαλητήρια για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, τα εθνικιστικά κηρύγματα στις εκκλησιές, μια γλώσσα επιθετική για τους αντιφρονούντες (γραικύλοι, ευρωλιγούρηδες κ.τ.ό.).

Χάθηκε μια δυνατότητα να μπολιαστεί η πολιτική με ουσιαστικά, δικά μας, όχι δανεισμένα ερωτήματα. Βυθιστήκαμε στη νέκρα της διαχειριστικής πολιτικής, με μιαν «Αριστερά» ακυρωμένη από τον καριερισμό, την ιδιοτέλεια.

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Nοεμβρίου 2007 – Aρχείο,

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/11/2007_249457

Τα πρόσωπα του Γάμου, σχέση και υπακοή στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Προσέγγιση από επιλογές των ακολουθιών του Αρραβώνα και του Γάμου

 

του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα[i]

 

1. Εισαγωγή.

 

Πολύ μελάνι έχει χυθεί τους τελευταίους αιώνες για τις λεγόμενες «σχέσεις των δύο φύλων» γενικώς και των προγαμιαίων και μεταγαμιαίων σχέσεων ειδικώς. Και αν στην κοσμική αντίληψη και ζωή κυριαρχεί ο ερωτισμός[ii] και ο σεξισμός[iii], στην θρησκευτική κυριαρχεί ο ηθικισμός[iv] και ο ευσεβισμός[v].

Και από τις δύο τάσεις απουσιάζει συνήθως η εκκλησιολογική αντίληψη και στόχευση[vi]. Σπάνια θεωρείται το γαμήλιο ζευγάρι ως ζευγάρι δύο προσώπων, το ένα αρσενικό και το άλλο θηλυκό, άνδρας και γυναίκα. Συνήθως μιλάμε για άνδρα και γυναίκα, όπου όμως στη σκέψη και την πρακτική κυριαρχεί το χαρακτηριστικό του φύλου και όχι το ανθρώπινο υποκείμενο – πρόσωπο. Αποτρόπαια απόδειξη σ’ αυτό αποτελεί η άμβλωση, ως τρόπος αντισύλληψης. Διότι μ’ αυτή δεν είναι μόνο τα δύο πρόσωπα που λειτουργούν με το χαρακτηριστικό του φύλλου μόνο, αλλά και ο πιθανός καρπός της ερωτικής τους πράξης, το έμβρυο, το οποίο φέρεται να αποτελεί μια «μια μάζα από ιστούς»[vii].

Μια εκκλησιολογική προσέγγιση με πατερικό φρόνημα, θα μπορούσε να στηριχθεί στις ακολουθίες του Αρραβώνα και του Γάμου, που είναι καρπός της εκκλησιαστικής και πατερικής εμπειρίας και θεολογίας.

2. Οι θεμελιώδεις προσωπικές ευχές

(ακολουθία του εκκλησιαστικού αρραβώνα).

 

Η ακολουθία του εκκλησιαστικού αρραβώνα αποτελεί κατ’ αρχήν μια σχετικά αυτόνομη ακολουθία. Θα μπορούσε μάλιστα να γίνει μια ειδική και εκτενής μελέτη για την ακολουθία αυτή στην ιστορική της εξέλιξη, τη θεολογική και εκκλησιολογική της σημασία για την πορεία του ζευγαριού και τους περίεργους λόγους που την έφεραν να χάνει αυτή την αυτονομία.

Σήμερα σε μια εποχή που το πλήθος των πολιτικών διαζυγίων που παίρνουν και εκκλησιαστική νομιμοποίηση από μόνο του αίρει το βασικό επιχείρημα για την μη ξεχωριστή ιερολογία του από αυτήν του γάμου[viii], η οποία κρατάει από την εποχή του σχίσματος της ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1833). Η ιδιαίτερη αντιμετώπιση αυτής της ακολουθίας μπορεί να δώσει διαστάσεις σε πολλά ζητήματα που αφορούν το ζήτημα της σχέσης δυο νέων ανθρώπων εντός του εκκλησιολογικού χωροχρόνου.

Πριν μπει λοιπόν το «ευλογητός ο Θεός…» γι’ αυτή την ακολουθία, τίθεται ως πρώτο γεγονός από τον ιερέα η ομολογία κάθε ενός νεόνυμφου, ότι δηλαδή θέλει με ελεύθερη βούληση την εκκλησιολογική σύζευξη, με ό,τι αυτή συνεπάγεται. Δυστυχώς πολλές φορές στην εποχή μας και στη χώρα μας παρατηρείται το φαινόμενο της προσπέρασης αυτής της καθοριστικής εκκλησιαστικής φάσης. Σε μια εποχή δηλαδή που συχνά δημοσιοποιούνται λόγοι «ανωτέρας βίας» ή συμφέροντα παντοειδή τα οποία βεβαίως οδηγούν σε εικονικούς γάμους …

Μετά απ’ αυτό, αρχίζει η καθ’ αυτό ακολουθία του Αρραβώνα[ix] στα ειρηνικά, που αντιστοιχεί στην συμβολική τοποθέτηση του εισαγομένου ζεύγους στον χώρο της «κάθαρσης», όπου μετά τις τέσσερις γενικές, αναπτύσσονται οι έξι ειδικές ευχές.

Οι ευχές αυτές, ξεκινώντας από την «σωτηρία» που είναι ο τελικός σκοπός της «εν Χριστώ ζωής», συνεχίζουν με φθίνουσα πνευματική θεολογική αξία, ώστε να καταλήξουν σε εκείνο το στάδιο του ζεύγους, που σηματοδοτεί το τέλος της προσωπικής τους κάθαρσης και την αρχή του φωτισμού τους, δηλαδή στην «πνευματική παρθενία», που συμβολίζει η ακολουθία των στεφάνων (γάμου).

Η πρώτη ειδική ευχή[x] στοχεύει λοιπόν στη σωτηρία των δύο προσώπων ονομαστικά. Πρόκειται για την ευχή που επιβεβαιώνει το κεντρικό στόχο των δύο προσώπων μετά το βάπτισμά τους, ώστε με τη χάρη του Θεού να είναι πάντα ο απλανής αστέρας του νέου ζευγαριού.

Η δεύτερη[xi] αναφέρεται στην παροχή (από το Κύριο) τέκνων «εις διαδοχήν γένους» και σε όλα εκείνα τα αιτήματα, τα σχετικά με το στόχο της προσωπικής σωτηρίας. Η παροχή τέκνων προς αυτό το «συμφέρον[xii]», με την απαιτούμενη καλλιτεκνία[xiii], δημιουργεί εκείνο το συλλογικό υποκείμενο μικρής κλίμακας, αντίστοιχο του μοναστικού[xiv] κοινοβίου, που δύναται να οδηγήσει τα πρόσωπα στον εικονισμό[xv] της Εκκλησίας, έχοντας ως ορατό κριτήριο την καλλιτεκνία…

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως ούτε ευχή για το πλήθος των τέκνων αναφέρεται, ούτε έχομε ειδική αναφορά για συγκεκριμένο γένος. Αυτό μένει ελεύθερο και απροσδιόριστο. Πιθανά αφορά το εν γένει ανθρώπινο γένος.

Στην τρίτη προσωπική ευχή[xvi] επιζητείται τόσο η αγάπη η τέλεια, που είναι ως γνωστό καρπός του Αγίου Πνεύματος με όλα τα βαθιά ειρηνικά χαρακτηριστικά της, αλλά και η καταπεμπόμενη θεία βοήθεια, δηλαδή όλες εκείνες οι άκτιστες ενέργειες για το σκοπό αυτό.

Επειδή τα θεία χαρίσματα δεν δεσμεύονται, με διαλεκτική συνέργεια επιζητείται στην τέταρτη ευχή[xvii] η διαφύλαξη των προηγουμένων και η συνεχής αύξησή τους (ευλογία), στο βαθμό που τα δύο πρόσωπα συνεισφέρουν αμοιβαία εσωτερική ομόνοια (ψυχών και σωμάτων[xviii]) και βέβαιη πίστη και εμπιστοσύνη μεταξύ τους.

Η πέμπτη ευχή[xix] αναφέρεται στο συνολικό βίο των δύο προσώπων, τόσο στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων[xx] (βιωτή), όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο[xxi] (πολιτεία). Η ευχή και αναφορά αυτή επιζητά και στα δύο επίπεδα το «άμεμπτο», δηλαδή το αψεγάδιαστο και ανεπίληπτο του ήθους, χωρίς παράπονα δηλαδή από τους τρίτους.

Η έκτη και τελευταία προσωπική ευχή[xxii] των ειρηνικών, αναφέρεται στο ανώτατο χάρισμα για την «πνευματική κάθαρση» στο ζευγάρι, στο χάρισμα του «τίμιου»[xxiii] γάμου και της «αμίαντης» κοίτης.

Πρόκειται, για εκείνο το στάδιο «κάθαρσης» των προσώπων του ζεύγους, όπου τους χαρίζεται η πνευματική «παρθενία»[xxiv] και οδηγείται το ζεύγος στον «εικονισμό»[xxv] του μυστηρίου της Εκκλησίας.

Μακάρια είναι τα ορθόδοξα ζευγάρια που είτε με ακραίο[xxvi] νηπτικό δρόμο, είτε με ενδιάμεσα[xxvii] στάδια οικονομίας του πνευματικού αγώνα τους, γίνονται τελικά δέκτες τέτοιων ουράνιων χαρισμάτων, απαρχή του σταδίου του «θείου φωτισμού».

3. Η οριζόντια και κάθετη υπακοή ως σχέση ελευθερίας

(αποστολικό ανάγνωσμα της ακολουθίας του γάμου).

 

α) Οι στίχοι 20-33 του Ε΄ κεφ. της προς Εφεσίους επιστολής του Απ. Παύλου, αποτελούν το αποστολικό ανάγνωσμα στην Ακολουθία του Γάμου. Κατανοούμε επομένως την ιδιάζουσα σημασία τους. Το κείμενο είναι διδακτικό, με τεράστια προβολή στο επίπεδο του εκκλησιολογικού δόγματος, επομένως και του εκκλησιαστικού ήθους και φρονήματος. Για τη μελέτη του μπορεί να χωριστεί σε τρεις ενότητες.

Στην πρώτη (22-24) θίγεται το νόημα της (πάντα με ελευθερία) υποταγής της γυναίκας στον άνδρα της, «ως τω Κυρίω». Στην δεύτερη (25-31) αναλύεται η «υποταγή» του άνδρα στη γυναίκα, που είναι η αγάπη του προς αυτήν.

Στην τρίτη και τελευταία (32-33) εντάσσεται ο γάμος στο Ένα Μυστήριο της Ενανθρώπησης, στη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία Του και στον εικονισμό της δια της σχέσης των συζύγων, που παίρνουν καινούργιο πια περιεχόμενο, μέσα απ’ αυτή την προοπτική.

Πάντως το όλο νόημα της περικοπής ευρίσκεται μέσα στο όλο διδακτικό μέρος του Ε΄ κεφ. της επιστολής και ειδικότερα στους δυο προηγούμενους στίχους (20-21). Πάνω σ’ αυτούς δείχνεται η στενή σχέση της Ευχαριστιακής ζωής των πιστών με την αλληλο-υποταγή τους. Για όλα τα δώρα του Θεού Πατέρα (κτιστά και άκτιστα) η Ευχαριστία γίνεται πάντοτε «εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»[xxviii] (έμμεσος υπαινιγμός της νοεράς ευχής). Και γίνεται δια της υποταγής του ενός στον άλλον, αλλά πάντοτε «εν φόβω Χριστού».

Ο «φόβος Χριστού» νοηματοδοτεί όλο το πνεύμα της αλληλο-υποταγής των πιστών. Και υποδηλώνει τον προσωπικό, σταδιακό, ασκητικό, ελεύθερο και «εν Αγίω Πνεύματι» τρόπο έν-ταξης του ίδιου θελήματος[xxix] του ενός πιστού στον άλλο.

Ειδική, αλλά κεντρική περίπτωση στη ζωή αυτού του πνεύματος, έχομε στο γαμήλιο ζευγάρι εντός του εκκλησιαστικού γάμου άνδρα και γυναίκας. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος αμέσως εισχωρεί σ’ αυτό το χώρο και θα δει το ζήτημα τόσο πρακτικά, όσο και μεστά σε δογματικό περιεχόμενο.

β) Στην πρώτη ενότητα ο δάσκαλος Παύλος πρώτα απευθύνεται στη γυναίκα. Της φανερώνει πως πέρα από κάθε άλλη υποταγή ως πιστού προσώπου στην εκκλησιαστική κοινότητα, σημασία ζωής και θανάτου έχει η υποταγή στον καθ’ αυτό «πλησίον» της, τον δικό της – «ίδιο» άνδρα. Τονίζεται δε πως αυτή γίνεται «ως τω Κυρίω», δηλαδή και με ελευθερία[xxx]. Σκανδαλίζει προκλητικά, και ιδίως στη σημερινή εποχή των «ατομικών δικαιωμάτων»[xxxi], εκ πρώτης όψεως μια τέτοια υποταγή της γυναίκας προς τον άνδρα και μάλιστα «όπως στον Χριστό».

Όμως, ο βαθύς γνώστης των ανθρωπίνων σχέσεων Παύλος, πριν κλείσει την συντακτική περίοδο, σπεύδει να εξηγήσει την πηγή από την οποία απορρέει αυτή η ιδιαίτερη «υποταγή». Θεωρώντας το ανδρόγυνο ως έναν ανθρώπινο οργανισμό, φανερώνει πως σ’ αυτόν ο άνδρας λειτουργεί (οφείλει να λειτουργεί κυρίως) ως κεφαλή.

Δεδομένου ότι η κεφαλή θεωρείται το κέντρο του νευρικού συστήματος και ο χώρος προ-φύλαξης του εγκεφάλου, ο άνδρας θεωρείται συμβολικά ο χώρος προ-φύλαξης και το κέντρο της νοήσεως, της λογικής, της διάνοιας του νέου οργανισμού. Η γυναίκα (του) φανερώνεται σαν το υπόλοιπο και όλον κορμί του οργανισμού, που προ-φυλάσσει το κέντρο του κυκλοφορικού συστήματος, την καρδιά, το νωτιαίο μυελό, τους πνεύμονες, κλπ, ως ο χώρος δηλαδή που συμβολίζει τη κυκλοφορία της ζωής. Να μη ξεχνάμε πως Εύα, η πρώτη γυναίκα του γήινου παραδείσου, σημαίνει Ζωή. Και ότι μέσα στον Αδάμ υπήρχε ήδη η Εύα[xxxii].

Κατόπιν ο Παύλος βάζει ένα πιο τολμηρό επίπεδο προσέγγισης. Παραλληλίζει αυτή τη σχέση με αυτή του Χριστού με την Εκκλησία. Ο «Νυμφίος» Χριστός, μέγας εραστής της ανθρωπότητας, ο Λόγος του Θεού Πατρός, είναι η κεφαλή, ως Λόγος, της Εκκλησίας. Με τον περιθωριακό τρόπο ενανθρώπησής Του, τον ξεχωριστό βίο Του και αποκορύφωμα το θείο πάθος Του ελκύει προς Αυτόν κάθε λογικό άνθρωπο που τον ποθεί ή τον ανιχνεύει. Η ελεύθερη αυτή εμπιστοσύνη – πίστη μετατρέπεται σε υποταγή «εν Αγίω Πνεύματι»[xxxiii], μεταμορφώνεται σε αδελφοποίηση με τον Χριστό και καταλήγει στο τέλος σε υιοθεσία από τον Θεό Πατέρα.

Στο συλλογικό επίπεδο εκφράζεται ως υποταγή της εκκλησιαστικής κοινότητας στο Χριστό[xxxiv], ως υποταγή των Αγίων, ως υποταγή της Εκκλησίας στο Χριστό – Κεφαλή. Και αυτή η πορεία, πάντα σταδιακή (κάθαρση – φωτισμός – θέωση) είναι άλλου είδους από τις αυταρχικές και επιβαλλόμενες υποταγές στη φθορά και το θάνατο.

Μάλιστα, αφού η «εν Κυρίω Ιησού»[xxxv] υποταγή δεν είναι κάτι το αξεπέραστο, η υποταγή της γυναίκας στον άνδρα, όπως της Εκκλησίας στο Χριστό, μπορεί να γίνει στην πορεία «φυσική επιλογή της». Τότε μεταμορφώνεται «εν παντί», αφού τον άνδρα της αυτή τον επέλεξε αρχικά και συνεχίζει να αποδέχεται, πάντα με ισότιμο τρόπο. Ο «ίδιος ανήρ» γίνεται τότε γι’ αυτήν μια ορατή εικόνα του Χριστού, έστω και αρκετά φθαρμένη, εφόσον κάθε άνθρωπος είναι μια τέτοια εικόνα. Και όσο η αγιότητα αυξάνει, τόσο αυτή η εικόνα καθαρίζει και τόσο η υποταγή αυξάνει.

Είναι επίσης αυτονόητο πως ανάλογα το βαθμό που άνδρας της την επηρεάζει στον βιορυθμό της, επηρεάζει και τον τρόπο υποταγής της σ’ αυτόν. Οι αστοχίες – αμαρτίες του άνδρα όμως επηρεάζουν και αρνητικά αυτή την υποταγή, που στην εποχή μας οδηγούν συχνά μέχρι και τον πλήρη μηδενισμό της, δηλαδή οδηγούν σε πλήθος διαζυγίων, ως απόδειξη της αποτυχίας της υγιούς υποταγής.

Γι’ αυτό το λόγο ο Παύλος ως διακριτικός γέροντας απευθύνεται στη γυναίκα για να ζητήσει την υποταγή της στον άνδρα της και όχι στον άνδρα, για νομιμοποίηση εξουσιαστικού δικαιώματος πάνω της. Έτσι μια τέτοια ελεύθερη υποταγή, ως καρπός αμοιβαίας εμπιστοσύνης, συμβολίζει και εκφράζει ένα νέο επίπεδο απόταξης του σατανά, ως διαβολέα στην δημιουργία μιας αγαπητικής σχέσης. Πρόκειται για απόταξη της σατανικής επιρροής με απομάκρυνση του κοσμικού φρονήματος, δηλαδή του ιδίου θελήματος.

Βλέπουμε λοιπόν πως εδώ έμμεσα ο Παύλος, ως διακριτικός, διεισδύει στη ρίζα του προσωπικού κακού, ίδια με την πτώση στον γήινο παράδεισο που ήταν η ψευδαίσθηση ελπίδας θέωσης μέσω της αποκλειστικής χρήσης του καρπού της κτιστής φύσης, μέσω της εγωιστικής – διανοητικής αποδοχής του ιδίου θελήματος της Εύας. Κατά το κείμενο ούτε καν ο Αδάμ ερωτήθηκε γι’ αυτή την απόφαση…, μετά την απόρριψη εντός της του δημιουργικού συμβολαίου θέωσης. Δηλαδή η μη θόλωση του νου της γυναίκας ως τάση, έχει ως απαραίτητο όρο, εντός του εκκλησιαστικού γάμου, την αποδοχή τουλάχιστον του νου του άνδρα της «ως τω Κυρίω», ως σταθερού δεύτερου πόλου. Γι’ αυτό προβάλλεται στη γυναίκα πάντα στην ορθόδοξη παράδοση το πρότυπο της Παναγίας, ως της γυναίκας της απεριόριστης υπακοής και της πονεμένης μητέρας.

γ) Η δεύτερη ενότητα, παρότι μεγαλύτερη σε στίχους και λέξεις, θίγει τον έτερο πόλο της ανδρόγυνης σχέσης. Η λαθεμένης προοπτικής «αγάπη» του Αδάμ στην πρόταση της Εύας για αποδοχή του κτιστού καρπού ως τρόπου θέωσης, συναισθηματικής και αισθητικής μόνο διάστασης, αποδεικνύει μια άλλη όψη απολυτοποίησης του ιδίου θελήματος. Ο Απόστολος Παύλος αλλού δείχνει πως ένα πρώτο αλλά θεμελιώδες επίπεδο διάρρηξης του ιδίου θελήματος είναι η συμφωνία[xxxvi] στην πνευματική ζωή. Μια συμφωνία η οποία άρχεται από την ερωτική πράξη – συνουσία και η οποία σχετίζεται με την πνευματική ανέλιξη του ζεύγους. Εξάλλου η αγάπη του άνδρα προς τη γυναίκα του – «τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου. Αύτη κληθήσεται γυνή, ότι εκ της σαρκός μου ελήφθη αύτη[xxxvii]» – οδηγεί στη θέωση μόνο εφόσον ο τρίτος πόλος είναι η Πνοή Ζωής, δηλαδή οι άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Ο κτιστός καρπός της γης δεν είναι πόλος, είναι απλά πεδίο και μέσον.

Ο Αδάμ λοιπόν αρνήθηκε να θυσιάσει το ίδιον θέλημά του, μπροστά στο θέλγητρο τόσο του γήινου καρπού, όσο και της φθοροποιού παράκλησης – πρόκλησης της Εύας. Ο Αδάμ αγάπησε με άστοχο τρόπο της Εύα του, γι’ αυτό ο άνδρας έχει ανάγκη ένα άλλο πρότυπο άνδρα, αυτό του Χριστού. Με άλλα λόγια ο Αδάμ απέτυχε να γίνει ιερέας της κτίσης, να διεισδύσει στη σάρκα του κόσμου και να την αναφέρει στο δημιουργικό κέντρο, τον Τριαδικό δημιουργό. Αντίστοιχα η Εύα –Ζωή δεν κατάφερε να προφυλάξει, να ζωοποιήσει και να προστατεύσει την ανδρική προσπάθεια του Αδάμ[xxxviii].

Ο Χριστός δεν εμποδίστηκε λοιπόν από τα γερασμένα και αντιαισθητικά στοιχεία της ανθρωπότητας (ιστορικές ρυτίδες) ούτε από τις εγωιστικές και χρησιμοθηρικές ιδιοτροπίες των ανθρώπων (σπίλους) για να δείξει την αγάπη του σ’ αυτήν. Αγάπησε το βαθύτερο είναι της, στο πρόσωπο όσων δεν βολεύονται με λίγο ήλιο και θυσιάστηκε μέχρι σταυρικού θανάτου.

Η αντίρροπη πορεία των ανθρώπων προς την αληθή αγάπη απαιτεί να γίνει «εν ρήματι» ελεύθερης αναζήτησης και αποφασιστικής αποδοχής της Αλήθειας. Είτε αυτή γίνεται σπερματικά (με αποκορύφωμα την Παναγία), είτε νοερά (νοερά προσευχή), είτε ευχαριστιακά στα «σα εκ των σων κατά πάντα και δια πάντα» στην εκκλησιαστική και ευχαριστιακή κοινότητα.

Με τον ίδιο τρόπο προτρέπει ο Παύλος τον άνδρα να αγαπά την γυναίκα του και να ζωογονεί κάθε «ρήμα» που οδηγεί στην ανάπτυξη της τρίπολης σχέσης (άνδρας – Χριστός – γυναίκα)[xxxix] και να αρνείται αγαπητικά κάθε «ρήμα» που οδηγεί στη διάρρηξή της. Πρόκειται για μια δύσκολη αποστολή του άνδρα, εξίσου δύσκολη με την «υποταγή» της γυναίκας του…

Έτσι αυτός ο τρόπος αγάπης του άνδρα στη γυναίκα του αποτελεί παράλληλο σκάνδαλο, ειδικά για την εποχή μας, που έχει αναγάγει σε μέγιστο αγαθό τα ατομικά δικαιώματα και την ατομική ελευθερία, χωρίς υποψία για το ότι αυτή είναι μια αλλοτριωμένη αντίληψη για τη φύση του ανθρώπου. Η γυναίκα για τον άνδρα δεν είναι λοιπόν ένα αντι-κείμενο σώμα, αλλά το δικό του σώμα, μέρος του τριπολικού εαυτού του.

Έτσι δεν είναι ορθό να αντικειμενοποιεί το «δικό του σώμα», να το εκμεταλλεύεται, να το εξουσιάζει, να το καταπιέζει, πολύ δε περισσότερο να το εμπορευματοποιεί. Αντίθετα είναι φυσικό να το περιποιείται, να τιμά, να θυσιάζεται, να αγαπά. Υπόδειγμα γι’ αυτό είναι ο τρόπος που φέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία Του.

Πως αλλιώς άλλωστε θα εύρισκε νόημα το γραφικό: «αντί τούτου εγκαταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκοληθήσεται προς τη γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν»[xl], όταν απευθύνεται προς τον άνδρα μέσα σε μια ανδροκρατική και πατριαρχική κοινωνία, όταν νυμφεύεται; Πως θα είχε νόημα η διαδικασία ενοποίησης σε μία σάρκα; Αυτή λοιπόν η διάφανη αγάπη που οφείλει να καλλιεργεί ο άνδρας «εν Πνεύματι Αγίω» προς τη γυναίκα του, όσο δύσκολη φαντάζει, τόσο θεραπευτική αποδεικνύεται για το ζευγάρι. Κριτήριο είναι η καλλιτεκνία των παιδιών τους, που ανατρέφονται έτσι «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» μέσω του υποδείγματος των γονέων τους, με ελάχιστα λόγια κατήχησης…

Τα λόγια του Παύλου προς τον άνδρα είναι πολύ περισσότερα απ’ ότι στη γυναίκα για πολλούς λόγους. Το γεγονός της ανδροκρατικής και πατριαρχικής συνήθως ανατροφής δημιουργεί το σύνδρομο της εξουσίας του άνδρα πάνω στη γυναίκα. Γι’ αυτό η θυσιαστικού προσανατολισμού αγάπη είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση, που δεν επιτυγχάνεται σε γρήγορο χρονικό διάστημα. Απαιτείται μακροχρόνια ασκητική διαδικασία, υπομονή και φάσεις μετάνοιας από τις συχνές αστοχίες. Γι’ αυτό το πρότυπο, ο σταυρωθείς και αναστάς Ιησούς Χριστός, προβάλλεται μπροστά στον άνδρα ως ένα ορατό συνεχές. Είναι τυχαίο το ό,τι προβάλλεται στο τέμπλο των ορθοδόξων ναών μπροστά στα μάτια των ανδρών;

δ) Διδάσκοντας ο Παύλος και τους δυο ασθενείς και ημιτελείς στα πνευματικά πόλους του ενός ανδρογύνου οργανισμού, μας οδηγεί εκ παραλλήλου και στον εσωτερικό κόσμο[xli] κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Παρόμοια θεραπευτική ακολουθείται για την ενότητα του νου (άνδρας) και καρδιάς (γυναίκα),[xlii] κάθε νηπτικού ορθοδόξου. Είναι ανάγκη όμως να τονίσουμε ότι η πνευματική «καρδιά» δεν εντοπίζεται στο σωματικό όργανο, αλλά σε όλη την ύπαρξη[xliii].

Η θεραπευτική αυτή[xliv] είναι η κύρια διεργασία προσωπικής κλίμακας στην ασκητική των μοναχών μέσω της νοεράς ευχής[xlv]. Και αν η ευχή αυτή είναι αναγκαία και για τους έγγαμους, το ίδιο και η υποταγή των μοναχών στον επιλεγμένο γέροντά τους αντικαθιστά την έλλειψη ερωτικού και γαμικού συντρόφου για την καταπολέμηση του ιδίου θελήματος[xlvi].

Κατανοούμε λοιπόν πως το μυστήριο του γάμου είναι μέγα, γιατί εικονίζει ουσιαστικά έμπρακτα και ορατά το Ένα και Μέγα Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το μυστήριο του «γάμου του Αρνίου με την Εκκλησία»[xlvii]. Δηλαδή το μυστήριο της διαδικασίας οντολογικής ένωσης του Χριστού με τους ανθρώπους σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Το πρώτο έχει ως υπόδειγμα της ένωσής Του με τον ορθόδοξο ασκητή μοναχό/μοναχή και το δεύτερο με το ορθόδοξο ασκητικό έγγαμο ζευγάρι.

ic.gif

Αναλογιζόμενοι αυτούς τους οντολογικούς εικονισμούς, διαπιστώνουμε ότι ο Χριστός εν Αγίω Πνεύματι είναι στο κέντρο της πνευματικής πορείας. Στον γάμο έχομε το τρίπολο άνδρας – Χριστός – γυναίκα και στο μοναχισμό γέροντας – Χριστός – μοναχός/μοναχή. Μέσω αυτής της οντολογικής άρνησης του ατομισμού πορεύεται ο πιστός στο δρόμο της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης σε μια αέναη πορεία. Το ανδρόγυνο λοιπόν γίνεται το πιο ορατό τρίπολο εικόνισμα της σωτηρίας του κόσμου, μέσα στον οποίο κινείται αισθητά, αλλά και πνευματικά στο χωρόχρονο του Γάμου του Αρνίου.

Και επειδή «το δέντρο εκ του καρπού γιγνώσκεται», χωρίς να μιλάμε απόλυτα, η καρποφορία φαίνεται κατ’ αρχήν από την καλλιτεκνία των παιδιών[xlviii], όπως φαίνεται και η καλλιτεκνία των πνευματικοπαίδων υποτακτικών στο μοναχισμό. Όταν ο καρπός αυτός είναι υπαρκτός, τίποτα δεν σταματά την πορεία αγάπης προς την κοινωνία, που ξεδιπλώνεται σε πολλά επίπεδα αγάπης και αγώνα. Τα ιστορικά φαινόμενα της φιλοξενίας, της αλληλεγγύης[xlix], της (ε)ξέλασης, της ανάπτυξης συλλογικοτήτων, των αντιστασιακών αγώνων είναι ευρύτεροι καρποί που έχουν σχέση και με την εκκλησιαστική πορεία των γάμων. Αν στην εποχή μας βλέπουμε μια μείωση αυτών των εκφράσεων, ας αναλογιστούμε το πόσοι γάμοι είναι αληθινοί και μεταξύ των «ορθοδόξων λαών»….

ε) Μένει ένα τελευταίο ερώτημα: Τι άραγε να σημαίνει η λέξη φόβος που μεταχειρίζεται ο Παύλος και με τον οποίο τελειώνει το αποστολικό ανάγνωσμα στην ιερολογία του ορθόδοξου γάμου; Σημαίνει απλά ένα σεβασμό της γυναίκας στο πρόσωπό του άνδρα της; Έχω την εντύπωση πως κάτι πολύ βαθύτερο συμβαίνει για μια τέτοια έκφραση[l]. Ο φόβος της γυναίκας δεν αφορά μόνο την ίδια και την ευθύνη της για μια παθητική υποταγή της στον άνδρα.

Πρόκειται για μια τελευταία παρακαταθήκη που αφήνεται στα χέρια της, στην καρδιά της, στη σκέψη της, στην πρακτική και προσευχή της. Από τη μια είναι ανάγκη να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση για να διακρίνει πότε είναι απαραίτητο να υποτάσσεται ασυζητητί, πότε με δικές της αμφιβολίες, πότε με προσθήκη δικών της σκέψεων, προτάσεων, πρακτικών. Συχνά μάλιστα είναι ανάγκη, λόγω αυτού του ιερού φόβου[li], να υπερβαίνει τον «ρόλο» της και να ηγείται αυτή στο ταξίδι του γάμου. Τέτοιες δυσκολίες για να εκφράσει δημιουργικά το φόβο της είχε ως γνωστό η γυναίκα του Αγίου Φιλαρέτου[lii], η οποία δεν ήταν ικανή να υποταχθεί στα τεράστια βήματα αγάπης που ξεχείλιζαν από την αγία ζωή του άνδρα της.

Πολύ δε περισσότερο να μην υποτάσσεται και να φοβάται, όταν ο άνδρας της ξεφεύγει από την αγάπη που οφείλει να αναπτύσσει σ’ αυτήν «εν Κυρίω» και να αρνείται να ακολουθήσει τέτοιες αστοχίες, παραμένοντας προσηλωμένη και σταθερή στην ορθόδοξη πίστη και πρακτική. Ένα τέτοιο καθήκον έδειξαν πολλές τέτοιες γυναίκες, μένοντας δίπλα σε δύστροπους[liii] ή και άπιστους συζύγους, χωρίς να αφήσουν την πίστη τους στα σκουπίδια. Η ζωή της βασίλισσας Θεοδώρας[liv], και όχι μόνο, μας το θυμίζει κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας…

 

Επίλογος

Ζούμε σε μια εποχή όπου τα διαζύγια των ορθοδόξων κοσμικών πληθαίνουν και στη χώρα μας[lv] με τρομερή τάση αύξησης στους νέους γάμους. Το τραγικό είναι πως πέρα από τα κοινωνικά προβλήματα που συνεπάγονται, συνεπάγονται μια ακόμη κρίση στο χώρο της ιστορικής και «θεσμικής» ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ιδεολόγημα της απαγόρευσης της ξεχωριστής ιερολογίας του εκκλησιαστικού αρραβώνα, με απειλή ποινής στον ιερέα που θα το κάνει, με επιχείρημα τι θα συμβεί εκκλησιολογικά με τους διαλυμένους αρραβώνες έχει ήδη καταρρεύσει. Οι χιλιάδες διαλυμένοι και «πνευματικά» γάμοι το αποδεικνύουν[lvi].

Το μεγάλο πρόβλημα μάλλον είναι η «ευκολία» με την οποία πραγματοποιούνται, χωρίς εκκλησιολογική κατεύθυνση, χωρίς να γνωρίζουν συνειδητά οι νεόνυμφοι το περιεχόμενο του – μαρτυρικού[lvii] – χορού του Ησαΐα. Είναι τυχαίο επίσης ότι χιλιάδες γάμοι πραγματοποιούνται σε περιόδους επίσημης νηστείας ή σε ημέρα Παρασκευή; Και αν οι θεωρίες για ιερολογική ανανέωση φαντάζουν ως νέα ήθη, η παγίωση του προβληματικού περιεχομένου των «γάμων», με ένδυμα εκκλησιαστικό, δεν αποτελεί μείζον ζήτημα;

Φτάνει να δουν τα ζευγάρια που παλεύουν μόνο τον εαυτό τους; Μήπως χρειάζεται να δούμε το γάμο με όλα τα θεολογικά του στοιχεία, σε μια βάση που ταυτόχρονα θα διαφυλάσσει τον εκκλησιολογικό του χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα θα αντιμετωπίζει πολυεπίπεδα την απόσταση αυτού του χαρακτήρα από το μέσο θρησκευτικό γάμο, που συνήθως ή διαλύεται ή σαπίζει;

Η ευθύνη μάλλον δεν βαρύνει μόνο τους θεσμικά υπεύθυνους. Τουλάχιστον βαραίνει εμάς τους εγγάμους, ειδικά μάλιστα όταν στην ευθύνη μας μεγαλώνουμε και παιδιά. Παιδιά σε μια νέα εποχή που μάλλον διεισδύει και εντός των τειχών της θεσμικής εκκλησίας με απρόβλεπτες συνέπειες…

Το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι ισχυροποιήσουμε εν Χριστώ το δικό μας γάμο[lviii] και το δεύτερο να εξωτερικεύσουμε αυτή την κραυγή πόνου στους πνευματικούς, και να αφήσουμε στη διαμάχη τους συντηρητικούς και φιλελεύθερους που για άλλα αγωνιούν…

Η αύξηση της συμφωνίας, της σωφροσύνης και της αγάπης, της ευτεκνίας και της καλλιτεκνίας, της κοινωνικής προσφοράς του ζεύγους, αλλά ιδίως της ευχαριστιακής τους επικέντρωσης παραμένουν εκκλησιολογικά το βαρύκεντρο του ορθόδοξου γάμου, ό,τι και αν συμβεί…

 

 

Χριστούγεννα 2006.


[i] Ο Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας είναι έγγαμος, καθηγ. φυσικής, πτ. θεολογίας και συμμέτοχος τοπικών και συνδικαλιστικών κινήσεων.

[ii] Δημήτρης Καραγιάννης, Περιοδικό «ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ» τεύχος 52, στο

http://forum.athos.gr/index.php/topic,242.0.html, «Όταν κάποιος ερωτεύεται, κινδυνεύει να ερωτεύεται την εικόνα του άλλου και όχι τον άλλο. O έρωτάς του είναι προς την φαντασίωσή του και όχι προς τον πραγματικό άλλο. Όμως ο πραγματικός άλλος του την διαλύει. Δεν είναι τότε η εικόνα που είχε φανταστεί. Εδώ είναι που κάποιοι δεν αντέχουν. Όταν χαλάσει η εικόνα του άλλου και αρχίζουν να έρχονται σε σχέση με τον πραγματικό άλλο, τότε αλλάζουν σύντροφο. Είναι ανασφαλείς και αδύνατοι καθώς δεν διαθέτουν την δύναμη να επηρεάζουν την ζωή τους. Ανώριμα ανασφαλή άτομα που έχουν μάθει μόνο να τα φροντίζουν, με συνέπεια όμως την απώλεια της ελευθερίας τους. Και αυτό που αποτελεί πραγματικά στόχο της άσκησης, είναι να αυξήσουν την δυνατότητα ν’ αγαπούν. Όχι απλώς συναισθηματικά, αλλά οντολογικά, υπαρξιακά. Υπάρχουν κάποιοι πραγματικοί σταυροί μέσα στον γάμο. Μια αρρώστια, η γήρανση. Ο άλλος έχει σώμα που όσο και αν το φροντίζει αλλάζει, γερνάει. Αυτό κινδυνεύει ασυνείδητα να εκλαμβάνεται σαν προδοσία και η σχέση καταρρέει αν δεν περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία που να την νοηματοδοτούν…»

[iii] Εβδομαδιαία εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, 16 Ιανουαρίου 2005, φ. 751, σελ. 18, ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑFALDA: «Sexi (ισμός) and the city εκστρατεία που ξεκινάει η ομάδα Mafalda στα πανεπιστήμια και σε χώρους νεολαίας, με σκοπό να αποκαλύψει τη σεξιστική κουλτούρα και τα πρότυπα και το πώς αυτά σήμερα κυριαρχούν και επηρεάζουν την κοινωνία, αλλά κυρίως τις νέες και τους νέους. Στόχος της ομάδας είναι η δημιουργία…».

[iv] Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ, έκδ. τέταρτη, εκδ.»ΑΣΤΗΡ», ΑΘΗΝΑΙ 1979, σελ. 271: «… Αλλά κατά την ορθόδοξον πνευματικήν παράδοσιν, το προβάδισμα πρέπει να κατέχει ο ειρηνεύων και χαροποιών εξαγιασμός της καρδίας, και τα έργα ουδέν έτερον είναι, ειμή αυτή η αγιότης εξωτερικευομένη υπό την βίαν της πίστεως και της αγάπης…».

[v] Αρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Η ΕΠ’ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΕΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ, http://www.sitemaker.gr/christosd/page_GREEK_5_3.htm, (23-12-2004) «Ασφαλώς ένα μέρος των Χριστιανών σήμερα, γαλουχημένον εις τα νάματα του θρησκευτικού νεο-ελληνικού διαφωτισμού – ευσεβισμού, όπως αυτός άρχισε να εισβάλλει εις την καθ’ ημάς Ανατολή από την εποχήν ήδη των μακαρίων Κολλυβάδων, …».

[vi] Ακολουθία του στεφανώματος – γάμου, ειρηνικό 7ο: «Υπέρ του παρασχεθήναι αυτοίς σωφροσύνη, και καρπόν κοιλίας προς το συμφέρον, του Κυρίου δεηθώμεν».

[vii] Έκτρωση: Δικαιώματα και …αδικήματα των γυναικών, Κείμενο της Frederica Mathewes-Green, http://www.unborn.gr/unborn1/unborn/index.php?id=12,31,0,0,1,0, «Για χρόνια υιοθέτησα την άποψη ότι το αγέννητο παιδί ήταν μόνο μια μάζα από ιστούς. Όταν συμπτωματικά έμαθα τα σχετικά με μια έκτρωση σε περίπτωση προχωρημένης εγκυμοσύνης, τρόμαξα από την περιγραφή της σύριγγας που το στόμιό της χοροπηδούσε μέσα στην κοιλιά τής μητέρας, καθώς το παιδί της περνούσε τις οδύνες τού θανάτου. Έμαθα ακόμα ότι οι εκτρώσεις σε πρώιμα στάδια εγκυμοσύνης δεν είναι πιο ευγενικές. Το παιδί τεμαχίζεται και κομμάτι -κομμάτι και απορροφάται μέσω ενός αυλού σε μια σακούλα γεμάτη αίμα…»

[viii] Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ν. Υπ’ αρ. 590, 28-5-1977, κεφ. ΙΗ΄, ΠΕΡΙ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ, Άρθρον 49. 3: «Η κεχωρισμένως από της τελέσεως του μυστηρίου του γάμου ιερολογία της μνηστείας απαγορεύεται κηρύσσεται δε πνευματικώς άκυρος υπό του Αρχιερέως του τόπου ένθα αύτη ετελέσθη. Εις τον τελέσαντα την ιερολογίαν ιερέα επιβάλλεται ποινή αργίας μέχρις ενός έτους και στέρησις του ημίσεως του μισθού αυτού, ως και φυλάκισις ενός έτους».

[ix] ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ΑΘΗΝΑ 1978, σελ. 5.

[x] «Υπέρ του δούλου του Θεού (τούδε) και της δούλης του Θεού (τήσδε) των νύν μνηστευομένων αλλήλοις, και της σωτηρίας αυτών, του Κυρίου δεηθώμεν».

[xi] «Υπέρ του παρασχεθήναι αυτοίς τέκνα εις διαδοχήν γένους, και πάντα τα προς σωτηρίαν αιτήματα».

[xii] ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, όπ. προηγ., ειρηνικά της ακολουθίας του Γάμου, τρίτη προσωπική ευχή, σελ. 12.

[xiii] ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, όπ. προηγ., Β΄ ευχή του Γάμου, σελ. 17: «… Δος αυτοίς καρπόν κοιλίας, καλλιτεκνίαν, ομόνοιαν ψυχών και σωμάτων..».

[xiv] ΚΛΙΜΑΞ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, έκδ. «ΑΣΤΗΡ», ΑΘΗΝΑΙ 1976, Λόγος ΚΣΤ΄, Περί διακρίσεως κλπ, κγ΄, σελ. 287: «Λοιπόν ας κοπιάζωσι και ας αγωνίζωνται όλοι οι εκκλησιαστικοί και μοναχοί να γίνονται τίμιοι και άξιοι, και να έχωσι λόγια και έργα πνευματικά θεάρεστα, δια να φωτίζονται και οι κοσμικοί εκ μέρους τους, και να τρέχωσιν εις τας αρετάς πρόθυμοι…».

[xv] ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, όπ. προηγ., Β΄ ευχή του Γάμου, σελ. 15: «Ευλογητός εί, Κύριε ο Θεός ημών, ο του μυστικού και αχράντου γάμου ιερουργός και του σωματικού νομοθέτης,…» και κυρίως όλο το ευαγγελικό ανάγνωσμα, σελ. 21, με ειδική βαρύτητα το στίχο: «ταύτην εποίησε την αρχήν των σημείων ο Ιησούς εν Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε την δόξαν αυτού, …».

[xvi] «Υπέρ τού καταπεμφθήναι αυτοίς αγάπην τελείαν, ειρηνικήν, και βοήθειαν, του Κυρίου δεηθώμεν».

[xvii] «Υπέρ του φυλαχθήναι και ευλογηθήναι αυτούς εν ομονοία και βεβαία πίστει, του Κυρίου δεηθώμεν».

[xviii] Επισκ. Διονυσίου (Λ. Ψαριανού), πρ. Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΑΜΟΣ, εκδ. Απ. Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ΑΘΗΝΑΙ 1964, σελ. 57-62, πρβλ υποσημείωση 8.

[xix] «Υπέρ του διαφυλαχθήναι αυτούς εν αμέμπτω βιοτή και πολιτεία του Κυρίου δεηθώμεν».

[xx] ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, όπ. προηγ., ειρηνικά του Γάμου, Πέμπτη προσωπική ευχή, σελ. 12: «Υπέρ του δωρηθήναι αυτοίς ευτεκνίας απόλαυσιν, και ακατάγνωστον διαγωγήν, του Κυρίου δεηθώμεν».

[xxi] ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, όπ. προηγ., Α΄ ευχή του Γάμου, σελ. 16: «… Έμπλησον τους οίκους αυτών σίτου, οίνου και ελαίου και πάσης αγαθωσύνης, ίνα μεταδιδώσι και τοις χρείαν έχουσι, …».

[xxii] «Όπως ο Κύριος ο Θεός ημών χαρίσηται αυτοίς τίμιον τον γάμον, και την κοίτην αμίαντον, του Κυρίου δεηθώμεν».

[xxiii] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΙΒ΄, εις Κολασαείς, Ε.Π.Ε. τόμ. 22, σελ. 344, 342, 388, 346: «Πως ουν δε και γίνονται εις σάρκαν μίαν; Καθάπερ χρυσού το καθαρώτατον αν αφέλης και ετέρω αναμίξης χρυσώ, ούτω δη και ενταύθα το πιότατον καθάπερ της ηδονής χωνευούσης η γυνή δεχομένη τρέφει και θάλπει, και τα παρ’ εαυτής συνεισεγκομένη άνδρα αποδίδωσι….. αν οι δύο μη γένωνται έν, ουκ εργάζονται πολλούς, έως αν δύο μένωσιν. Όταν δε εις ενότητα έλθωσι, τότε εργάζονται… Τι ούν, όταν παιδίον μη ή ούκ έσονται είς οι δύο; Εύδηλον. Η μίξις γαρ τούτο εργάζεται αναχέασα και αναμίξασα αμφότερα τα σώματα. Και ώσπερ εις έλαιον μύρον εμβαλών, το πάν εποίησεν έν, ούτω δη και ενταύθα…. Τι αισχύνη τω τιμίω; Τι ερυθριάς επί τω αμιάντω; Ταύτα τών αιρετικών έστι….».

[xxiv] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τάς ΙΔ΄ επιστολάς του Απ. Παύλου, τόμ. Α΄, εκδ. «Άγιος Νικόδημος», ΑΘΗΝΑ 1971, Ερμηνεία εις την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή, κεφ. Ζ, στιχ. 5, σχόλ. 1, σελ. 255: «Και ο Ζωναράς δε και ο Βαλσαμών εις την ερμηνείαν του Γ΄ κανόνος του Αγίου Διονυσίου, την υπό του Αποστόλου διοριζομένην εδώ προσευχήν, την σπουδαιοτέραν ενόησαν συμφώνως τω Θεοφυλάκτω, και την με κακοπάθειαν, και δάκρυα γινομένην. Ο δε Θεοδώριτος λέγει, ότι διά τούτο πρέπει τα ανδρόγυνα να μη σμίγουν εν τώ καιρώ της νηστείας, και προσευχής, διά να τιμούν την νηστείαν, και προσευχήν με την αγιότητα και καθαρότητα του σώματός των».

[xxv] Του ιδίου, στην ίδια σειρά τόμ Γ΄, Ερμηνεία εις την Α΄. προς Εβραίους επιστολή, κεφ.ΙΓ΄, στιχ. 4, σχόλ. 2, σελ. 439-440: «…Τίμιος δε λέγεται ο γάμος και η κοίτη αμίαντος, όταν οι κατά γάμον συναπτόμενοι, είτε ο άνδρας είτε η γυναίκα, όχι μόνον δεν μολύνονται μοιχικώς με άλλα ξένα πρόσωπα, αλλά και όταν αυτοί δεν μολύνονται με παρανόμους μίξεις εις το παρά φύσιν, όταν σμίγουν, όχι διά φιληδονίαν και ακρασίαν, αλλά διά μόνην παιδοποιίαν, και όταν λογιάζουν την σαρκικήν σχέσιν ένα σημείον της πνευματικής ενώσεως αυτών μετά του Χριστού. Επειδή ο γάμος των ευσεβών χριστιανών, δεν είναι μόνον σαρκικός, …., αλλά έχει καρπόν πνευματικής επαγγελίας, ως λέγει ο σοφός Μελέτιος ο Πηγάς…..». Και «…και την κατά σάρκα αύξησιν και επίδοσιν, ως Χριστού ενώσεως, και εις Χριστόν αυξήσεως, και επιδόσεως, μυστικής, οίόν τι σύμβολον. Τοιούτον γάρ τι εστί το μυστήριον τουτί…».

[xxvi] ΚΛΙΜΑΞ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, έκδ. «ΑΣΤΗΡ», ΑΘΗΝΑΙ 1976, Λόγος Ε΄, Περί Μετανοίας, κζ΄, σελ. 100: «Βλέπε καλώς εσύ οπού νομίζεις ούτω, και στοχάζου ότι δεν δυνάμεθα να επιστρέψωμεν εις τον Θεόν από την οδόν της οκνηρίας, οπού μας εδίωξε και μας εμάκρυνεν από το θείον του πρόσωπον, αλλ’ από άλλην συντομωτέραν. Ήγουν από προθυμίαν και κακοπάθειαν, από αδιάλειπτον προσευχήν, και από την ταχείαν και συντετριμμένην εξομολόγησιν,…».

[xxvii] Του ιδίου, Λόγος ΚΣΤ΄, νθ΄, σελ.: 303: «Δια τούτο είναι καιροί διαμερισμένοι. Και άλλος καιρός είναι εκείνος, εις τον οποίον χρεωστεί τις να κακοπαθή και να μάχεται, και άλλος καιρός να κάθηται και να αναπαύηται. Καιρός να δακρύη και να κλαίη, και καιρός να ευρίσκεται σκληροκάρδιος. Καιρός να προστάζη, και καιρός να προστάζεται και να υποτάσσεται. Καιρός να νηστεύη, και καιρός να τρώγη μετά διακρίσεως……. Καιρός να μολύνεται, ίσως εκ της υπερηφανίας του, και καιρός να καθαρίζεται δια της βαθυτάτης του ταπεινώσεως και εξομολογήσεως….».

[xxviii] Mητροπολίτης Nαυπάκτου +Iερόθεος, Ο χορός του Ησαΐα στο μυστήριο του γάμου, http://forum.athos.gr/index.php/topic,607.0.html, «Άλλωστε όλα τα μυστήρια έχουν σκοπό να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην θεία Ευχαριστία, στην θεία Kοινωνία, αφού το μυστήριο της θείας Eυχαριστίας είναι το κέντρο και ο σκοπός όλων των μυστηρίων. Χωρίς τον Xριστό κανένα πράγμα δεν έχει αξία. Με τον Xριστό, όλα τα πράγματα και όλες οι στιγμές και οι πτυχές του ανθρώπινου βίου λαμβάνουν νόημα και σκοπό. Η αγάπη του ανδρογύνου πρέπει να εμπνευσθεί από την αγάπη του Xριστού προς την Eκκλησία και οι δυσκολίες και το μαρτύριο του γάμου πρέπει να λαμβάνει δύναμη από την κένωση και την θυσιαστική προσφορά του Xριστού ».

[xxix] Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή, το ίδιον θέλημα και η υπακοή (Μνήμη του Αγίου Ευθυμίου), http://img.pathfinder.gr/clubs/files/70304/7.html, «Οι αναγνώσεις των βίων δύο κορυφαίων Πατέρων, του Αγίου Παχωμίου και του Μεγάλου Ευθυμίου, μας δίδουν αφορμή να σχολιάσωμε θέματα πού αφορούν το πρακτικό μας καθήκο… Εκείνο πού έχει σημασία να προσέξωμε στον βίο και των δύο Πατέρων, είναι το ότι μας συνιστούν την ακρίβεια της συνειδήσεως του πρακτικού μας καθήκοντος και ιδιαίτερα την αποφυγή του «ιδίου θελήματος». Το θέλημα γίνεται με πολλούς τρόπους, αλλά οι κεντρικοί είναι δύο. Το ένα είναι το «εκ δεξιών». Χάριν δήθεν ευλαβείας κάνει κάποιος το θέλημα του. Το άλλο είναι το «εξ αριστερών. Πιο επικίνδυνο όμως είναι το «εκ δεξιών». Το «εξ αριστερών» είναι καταφανές. Εκείνος πού κάνει το θέλημα του για ηδυπάθεια, έχει μαζί και την εντροπή. Εκείνος όμως πού κάνει το θέλημά του από τα δεξιά, είναι σχεδόν ανίατος, διότι είναι δύσκολο να τον πείσης ότι σφάλλει, καθ’ ην στιγμή στηρίζεται στο καύχημα ότι ευσεβεί, ότι αγωνίζεται…»

[xxx] Γαλ. ε΄, 13: «Υμείς γαρ επ’ ελευθερία εκκλήθητε, αδελφοί. Μόνο μη την ελευθερίαν εις αφορμήν τη σαρκί, αλλά δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλοις»

[xxxi] Γιώργος Βαλσάμης, Καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτεσθαι, σημείωση 8,

http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/valsamis_marriage.html,

«Μνο όταν δεν υπρχει αγπη γνεται λγος για δικαιματα και υποχρεσεις. Η έλλειψη αγπης υποπτεεται τη διαφορά και συγχει την ισοτιμία με την ισοπδωση. Είναι μλιστα χαρακτηριστικό, ότι σ αυτν ακριβώς την επιστολή, όπου προβλλεται η αρχή του Πατρός δια του Υιού, του ανδρός δια της γυναικός, κλπ., σ αυτή την επιστολή υπρχει και ο περφημος ύμνος στην αγπη, για την οποα ο Παλος λει, ότι δεν έχει δικαιώματα, δεν ζηλεύει και δεν σκπτεται το κακ, ότι πιστεει, ελπζει, και χαρεται με την αλθεια..»

[xxxii] Γέν. α’ 27, β’ 18-25. Ματθ. ιθ’ 3-4: «… ουκ ανέγνωτε ότι ο κτίσας απ’ αρχής άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς;»

[xxxiii] Α΄ Κορ. ιβ΄, 3: «… Και ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ει μή εν Πνεύματι Αγίω».

[xxxiv] Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ Ζωής, Λόγος έκτος, στιχ. 5: «… εί τις τω Χριστώ μη κοινωνός είη της γνώμης, αλλ’ οίς εκείνος επιτάττει προς παλινωδίαν εξάγοι, την εαυτού ζωήν ου προς την αυτήν εκείνω τάττει καρδίαν, αλλά δήλός εστι καρδίας εξηρτημένος ετέρας… Ει δε ζην μεν ουκ έστι μη της καρδίας εξηρτημένους ςκςίνης, εξηρτήσθαι δε ουκ αν είη μη τα αυτά βουλομένους, ίνα ζην δυνηθώμεν, σκοπώμεν όπως των αυτών εράν τω Χριστώ και τοις αυτοίς εκείνω δυνησόμεθα χαίρειν». Βλ. και Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, τόμ. 22, Νικόλαος Καβάσιλας. έκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 514.

[xxxv] Ο Γάμος ως μυστήριο, του π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, απόσπασμα από το βιβλίο: Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων, http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/oikogeneia/gamos1.htm.

«… Έτσι ο Θεός με την αγαθότητά Του θέσπισε το γάμο, μέσα στον οποίο οι σύζυγοι ξεπερνούν τον εαυτό τους, ακόμη και μετά την πτώση, και διδάσκονται την επιστρoφή στην ενότητα, η οποία συνεχώς ευρύνεται και αγκαλιάζει όλο και περισσότερα πρόσωπα. Ο γάμος που Τελείται «εν Κυρίω» (Α’ Κορ. ζ’ 39) προσλαμβάνεται σαν δεσμός στο σώμα της Εκκλησίας και έτσι δεν εκφράζει απλώς την ένωση του Χριστoύ με την Εκκλησία, αλλά ο ίδιος ο δεσμός του γάμου «εν Κυρίω» γίνεται Εκκλησία: «εγώ δε λέγω εις Xριστόν και εις την Εκκλησίαν» (Εφεσ. ε’ 23).

Η διαφορά μεταξύ του φυσικού δεσμού και του γάμου «εν Κυρίω» είναι ακριβώς αυτή: ότι με το μυστήριo, η Εκκλησία προσλαμβάνει το δεσμό αυτό στο σώμα Της και τον εντάσσει στην υπηρεσία της αιώνιας αγάπης. Οι σύζυγοι ξεπερνούν τον εγωκεντρισμό τους και ξανατοποθετούνται στο δρόμο που οδηγεί στην κοινωνία προσώπων, στην ενότητα της μιας ανθρώπινης φύσης, «εις Xριστόν και εις την Εκκλησίαν». Αντίθετα ο γάμος που δεν συνάπτεται «εν Κυρίω», ο φυσικός δηλαδή δεσμός, τελειώνει στον τάφο…».

 

[xxxvi] Ιωάννου Δαμασκηνού, Ιερά Παράλληλα, τίτλος ΙΑ΄, Περί Πορνείας, Migne 96, 257: «… Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου. Εγκρατεύη, και ου θέλεις καθευδήσαι μετά του ανδρός σου; Εκείνος δε ουκ απολαύων σου απέρχεται, λοιπόν αμαρτάνει, και η αμαρτία εκείνου εγκράτεια λογίζεται. Τι βέλτιον; Μετά σου αυτόν καθευδήσαι, ή μετά πόρνης; Η απόλαυσίς του ου κεκώλυται. Μετά σου εάν καθεύδη, ουκ έστιν έγκλημα. Μετ’ εκείνης δε εάν καθευδήσει, απώλεσας σου τα μέλη…..

Οράς ότι δια τούτο έλαβες γυναίκα και συ έλαβες άνδρα, ίνα συμφωνείτε, και θέλεις εγκρατεύεσθαι; Δράμε όσον δύνη. Όταν ατονήσεις, λάβε φάρμακον την συνουσίαν, ίνα μη πειράση υμάς ο Σατανάς».

[xxxvii] Γέν., β΄, 23.

[xxxviii] Παύλος Ευδοκίμωφ, Η γυναίκα και η σωτηρία του κόσμου, εκδ. Πουρνρά, Θεσσαλονίκη, σελ.313.

[xxxix] Δημήτρης Καραγιάννης, Περιοδικό «ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ» τεύχος 52,

http://forum.athos.gr/index.php/topic,242.0.html, «Χρειαζόμαστε στήριγμα πάνω στο οποίο να πατάμε, που δεν μπορούμε να είμαστε εμείς. Δεν μπορείς από μόνος σου να στηρίζεσαι στον εαυτό σου. Χρειάζεσαι κάπου απ’ έξω να πατάς. Αν οι δύο σύντροφοι γίνουν ένα κλειστό σύστημα, τότε όλα τα αρνητικά στοιχεία που αναφέρονται για ένα απομονωμένο άτομο μπορεί να υπάρξουν σε μία σχέση με ψευδοαμοιβαιότητα π.χ. o Νάρκισσος και η Ηχώ. Η Ηχώ επαναλαμβάνει αυτά που θέλει να ακούσει ο Νάρκισσος. Επομένως ενώ εμφανίζονται επιφανειακά ως μια ιδανική σχέση ζευγαριού, στην ουσία υπάρχει απουσία σχέσης. Και αυτό γίνεται γιατί είναι κλεισμένοι ανάμεσα τους και δεν διαθέτουν σημείο αναφοράς πέρα από αυτούς. Είναι μια κλειστή δυαδικότητα ξεκομμένη και από την κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Όλα είναι ιδανικά, αλλά τίποτα πραγματικό…».

[xl] Εφεσ. ε΄, 31 και Ματθ. ιθ΄, 5.

[xli] Πρωτοπρ. Π. Κων/νου Στρατηγόπουλου, Προγαμιαίες σχέσεις Μεταγαμιαίων ανθρώπων, ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΛΑΣΜΑ, από το βιβλίο «Το σώμα του Χριστού και ο κήπος των τέρψεων» των εκδόσεων Εγρήγορση, http://www.imglyfadas.gr/theologia01.asp,
«Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι πλάσμα ερωτικό. Έχει την τάση να κινείται προς ένωση. Το επίπεδο στο οποίο πραγματοποιείται η ένωση αυτή είναι τριπλό. Κινείται προς ένωση με το Θεό, με το συνάνθρωπο, και ενώνει με τα ψυχικά και διανοητικά του χαρίσματα όλες τις δυναμικές που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητά του. Πιο πρακτικά δοσμένο αυτό το σχήμα θέλει τον άνθρωπο
αΆ) Να έχει αναζητήσεις για τη ζωή και το θάνατο και για τα πέρα από την οριζόντια πραγματικότητα
βΆ) Να θέλει να έχει κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους

γΆ) Να προσπαθεί να ξεπεράσει τους εσωτερικούς διχασμούς που τον ταράσσουν και τον κομματιάζουν.
Η προσπάθεια για το κάθε ένα από τα προηγούμενα είναι ερωτική. Η ερωτική πορεία κρύβει πάντα μέσα της μια έξοδο. Έξοδο προς το Θεό, τους ανθρώπους και από την εγωιστική αυταρέσκειά μας…»

[xlii] Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, προς Θαλάσσιον, περί διαφόρων απόρων, ερώτ. ΚΕ΄, στιχ. 20-25: «Ουκούν κατά μίαν επιβολήν, τω της αναγωγής προσβαίνοντες λόγω, φαμέν άνδρα είναι τον πρακτικόν νουν, κεφαλήν έχοντα τον λόγον της πίστεως. Προς όν ως Χριστόν αφορών, ταις των εντολών χάρισιν ωκοδομημένον δια της πράξεως τον οικείον συνίστησιν βίον ο νους,… Γυναίκα δε του τοιούτου νοός είναι φαμέν αυτήν την έξιν της πράξεως, πολλοίς και διαφόροις κομώσάν τε και κατακεκαλυμμένην πρακτικοίς λογισμοίς τε και ήθεσι,…»

[xliii] Παύλου Ευδοκίμωφ, Η γυναίκα και η σωτηρία του κόσμου, εκδ. Πουρνρά, Θεσσαλονίκη, σελ. 62: « Η καρδιά είναι το κέντρο που ακτινοβολεί και διαποτίζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Συνάμα είναι κρυμμένη μέσα στο ίδιο το βάθος της. Η προτροπή «Γνώθι σαυτόν» απευθύνεται προ παντός άλλου σ’ αυτό το βάθος….».

[xliv] Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, περί των ιερώς ησυχαζόντων, απόκρ, β΄, 3, 15-20: «… Εν τω ηγεμονικώ οργάνω, εν τω της χάριτος θρόνω, όπου ο νους και οι λογισμοί πάντες της ψυχής, εν τη καρδία δηλαδή. Οράς πως αναγκαιότατον τοις προηρημένοις εν ησυχία προσέχειν εαυτοίς επαναγάγειν και εμπερικλείειν τω σώματι τον νουν, και μάλιστα τω εν σώματι ενδοτάτω σώματι, ό καρδίαν ονομάζομεν».

[xlv] Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, περί των ιερώς ησυχαζόντων, απόκρ, γ΄, 2, 10-15: «Αφείθαι μεν γαρ τους αρχομένους ησυχάζειν μακράς αναγνώσεως και προσανέχειν τη μονολογίστω προσευχή, μέχρις αν έξιν τινά σχοίεν του ταύτης αδιαλείπτως έχεσθαι κατά διάνοιαν, καν άλλο τι το σώμα πράττη, ό τε άγιος Διάδοχος και Φιλήμων ο μέγας και ο πολύς τα θεία Νείλος και ο της Κλίμακος Ιωάννης και πολλοί των ζώντων εισηγούνται πατέρων, αλλ’ ουχ ως ανοήτου και πονηράς…»

[xlvi] Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή, το ίδιον θέλημα και η υπακοή (Μνήμη του Αγίου Ευθυμίου), http://img.pathfinder.gr/clubs/files/70304/7.html, «Άρα η υπακοή είναι πραγματικό δείγμα της αληθινής αγάπης. Στην υπακοή και μόνο γίνεται η διαπίστωσι της πραγματικής αγάπης. Βλέπετε μόνοι σας ότι, όταν αγαπάτε κάποιον, πόσο είσθε έτοιμοι και τον προκαλείτε να εκδηλώση το θέλημα του, για να το εφαρμόσετε αμέσως. Και τότε ευρίσκετε ανάπαυσι. Η υπακοή, ένας από τους βασικούς θεσμούς της μοναστικής μας ιδιότητος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρακτική αγάπη. Επειδή τον Θεό δεν είναι δυνατό να τον ιδούμε με τα αισθητήρια του κόσμου τούτου, αντί Αυτού έχομε την Εκκλησία, έχομε τους Πατέρες. «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με», λέγει ο Ιησούς μας (Λουκ. 10,16). Το ενδιαφέρο μας είναι πώς να αναπαύσωμε αυτόν από τον οποίο εξαρτώμεθα. Η όλη εξάρτησί μας από τον πνευματικό μας πατέρα, τον Γέροντα, έχει ως θεμέλιο και βάσι την προς τον Θεό αγάπη μας. Ο υποτακτικός πάντοτε έχει μπροστά του ως παράδειγμα τον Ιησού μας, ο οποίος έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού» (Φιλιπ. 2,8)…»

[xlvii] Αποκ. Ιωάννη, κεφ. ιθ΄, 9: «Και λέγει μοι. Γράψον, μακάριοι οι εις το δείπνον του γάμου του αρνίου κεκλημένοι….»

[xlviii] Αρχιμανδρίτου Σαράντη Σαράντου, Η ιερολογία του Γάμου και τα συναφή προβλήματα, http://www.alopsis.gr/alopsis/gamos.htm, «..Είναι απ τα πιο αυτονόητα, ότι τα παιδιά όλων των ηλικιών χαρονται, όταν βλπουν τους γονείς τους αγαπημνους και ενωμνους. Η εντητα των δο συζγων, του πατρα και της μητρας αποτελεί και το βασικ αρχτυπο μιας ενοποιημνης και όχι διασπασμνης προσωπικτητας στα παιδι. Αυτονητο επσης είναι – και τούτο εξγεται απ την πικρ πείρα των διαζευγμνων συζγων – ότι ο χωρισμς των γονων δρα καταλυτικ και διασπαστικ στην προσωπικτητα των παιδιών…».

[xlix] Ακολουθία στεφανώματος – γάμου, τέλος πρώτη ευχής: «… και δος αυτοίς από της δρόσου του ουρανού άνωθεν, και από της πιότητος της γης. Έμπλησον τους οίκους αυτών σίτου, οίνου και ελαίου και πάσης αγαθοσύνης, ίνα μεταδιδόσι και τοις χροίαν έχουσι, δωρούμενος άμα και πάντα τα προς σωτηρίαν αιτήματα»

[l] Εφεσ. ε΄ 33: «…, η δε γυνή ίνα φοβείται τον άνδρα.»

[li] Διονύσης Παπαχριστοδούλου, http://www.vic.com/~tscon/dion/01.htm#_Toc94760942: «Θεωρεί ο απόστολος δεδομένη την αγάπη στη γυναίκα, δεν της ζητά να αγαπάει τον άνδρα της. Την προτρέπει να τον φοβάται. Να φοβάται μήπως εκείνος εκμεταλλευτεί την αγάπη της. Να φοβάται μήπως εκείνη εκμεταλλευτεί την αγάπη της· μήπως από την πολλή της την αγάπη φέρεται αδιάκριτα, με παρρησία, άθελά της τον προσβάλλει, γενικά υπερβάλλει και σβήνει και τη λίγη αγάπη που τυχόν έχει ο άντρας της· «ουδέν ούτω διαλύειν αγάπην ως η παρρησία, πέφυκε, και μίσος εργάζεσθαι» (ΚΛΙΜΑΞ) “Φόβου γαρ καθ εαυτήν κεχωρισμένη η αγάπη εις καταφρόνησιν πέφυκεν ως τα πολλά μεταπίπτειν, μη οίον στομουμνης φόβ της εξ αυτής τικτομένης φυσικώς παρρησίας” (άγιος Μάξιμος).

Πολύ βαρύτερη λοιπόν η ασθένεια του άνδρα. Πολύ ισχυρότερο το φάρμακο που του δίνει. Αγάπα, αγάπα, αγάπα, αγάπα. Κανονικά θα έπρεπε να αισθάνονται οι άνδρες προσβεβλημένοι από το ανάγνωσμα· δηλαδή τι; Είναι πέτρες ψυχρές και παγερές, δεν έχουνε καθόλου αγάπη; Διαβάζουμε όμως τα κείμενα της Εκκλησίας χωρίς να γνωρίζουμε τις προϋποθέσεις της και τα παρεξηγούμε. Τα καταλαβαίνουμε κοινωνικά και εκεί ακριβώς που υπάρχει τιμή εμείς βλέπουμε υποτίμηση. Πατάει το πόδι η ελαφρόμυαλη, τρώει τη σφαλιάρα και διαλύεται ο γάμος πριν καλά-καλά αρχίσει.

Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα. Δύο στο τετράγωνο ίσον τέσσερα «αγάπα» για τον άνδρα. Χωρίς φιλαυτία, όχι προς ίδιον τέλος, όχι από συμφέρον, για καλοπέραση, αλλά με την αγάπη που «ου ζητεί τα εαυτής». Τέσσερα αγάπα για τον άνδρα και ένα φοβού για τη γυναίκα. Αγάπη μετά φόβου και, όταν έρθη με το καλό η αγάπη που έξω βάλλει το φόβο, η αγάπη που ουδέποτε πίπτει, αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις.»

[lii] Συναξαριστής Δεκεμβρίου, Ματθαίου Λαγγή, Αθήνα 1982, σελ. 17-30, 1η Δεκεμβρίου.

[liii]Αμαλία Κ Ηλιάδη, Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο,

http://www.archive.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=145

«Στο Βίο της αγίας Θωμαΐδος της Λεσβίας, που διαδραματίζεται στην Μυτιλήνη και στην Κων/πολη του 10ου αιώνα, θίγεται ο ξυλοδαρμός των γυναικών απ’ τους συζύγους τους ως κοινωνική πληγή της εποχής. Οι γονείς της αγίας Θωμαΐδος ευτύχησαν στο γάμο τους και ο βιογράφος της αγίας τους ονομάζει «ζεύγος χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον», ενώ η Θωμαΐδα ατύχησε στο γάμο της, ο οποίος απέβη αγκάθινο στεφάνι γι’ αυτή. Οι γονείς της, όντας ευκατάστατοι και ευσεβείς, την πάντρεψαν σε ηλικία 24 ετών με ένα νέο ονόματι Στέφανο. Η Θωμαΐδα, παρότι διακρινόταν ως ενάρετη, καλή και υποδειγματική σύζυγος και νοικοκυρά και δίχως να δίνει καμιά αφορμή, αντιμετώπιζε χείριστο τρόπο συμπεριφοράς εκ μέρους του συζύγου της. Ο ατυχής της γάμος ανάγκασε τους θλιμμένους γονείς της να αναχωρήσουν απ’ τη Μυτιλήνη για τα μέρη της Κων/πολης. Ο πατέρας της, μετά από λίγο καιρό, πέθανε και η μητέρα της έγινε μοναχή και αργότερα ηγουμένη.

Ο σύζυγος της Θωμαΐδας, απ’ την φιλαργυρία και την πλεονεξία του, ειρωνευόταν και έβριζε την ευλάβεια και την φιλοστοργία της. Μάλιστα την χτυπούσε βάναυσα σ’ όλο της το σώμα. Στο τέλος η αγία πεθαίνει απ’ τα τραύματα που της προξένησε ο βάρβαρος σύζυγός της. Έζησε δεκατρία χρόνια μαρτυρικού συζυγικού βίου και πέθανε σε ηλικία 38 ετών. Τάφηκε στο μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η μητέρα της…»

[liv] Συναξαριστής Τριωδίου, Ματθαίου Λαγγή, Αθήνα 1983, σελ. 245-251, Κυριακή Α΄ της Ορθοδοξίας,

[lv] «Σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, ο «ακαθάριστος δείκτης γαμηλιότητας» μειώθηκε το 2004 σε 4,6 γάμους ανά 1.000 κατοίκους, από 5,3 το 2002. Στην αρχή της δεκαετίας του 1980 καταγράφηκαν 7,3 γάμοι ανά 1.000 κατοίκους. Παράλληλα ο ολικός δείκτης διαζυγίων παρουσιάζει αυξητικές τάσεις, οι οποίες οφείλονται κυρίως στην απλοποίηση της διαδικασίας με την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου. Ετσι, το 1984 κατατραφόταν 8 διαζύγια ανά 100 γάμους, δέκα διαζύγια το 1994 και 21 το 2004. Ο αριθμός των γεννήσεων εκτός γάμου παρουσιάζει αύξηση, φθάνοντας το 2004 στις 5.382 με αναλογία 50,9 επί 1.000 γεννήσεων.» ΠΗΓΗ: http://tech.pathfinder.gr/tech/216961.html,

[lvi] «Τα στοιχεία που ζητήσαμε και πήραμε από την Μητρόπολη της Βέροιας και αφορούν περιπτώσεις που έχουν τελεσιδικήσει με αποτέλεσμα να λυθεί ο γάμος, είναι ενδεικτικά της τάσης στην σημερινή κοινωνία την τελευταία δεκαετία:

Το 1996 υπογράφηκαν 774 γάμοι και 88 διαζύγια, το 1997: 915 γάμοι και 100 διαζύγια, το 1998: 838 γάμοι και 91 διαζύγια, το 1999: 941 γάμοι και 124 διαζύγια, το 2000: 765 γάμοι και 112 διαζύγια, το 2001: 832 γάμοι και 120 διαζύγια, το 2002: 847 γάμοι και 129 διαζύγια, το 2003: 828 γάμοι και 125 διαζύγια, το 2004: 785 γάμοι και 144 διαζύγια και το 2005: 764 γάμοι και 135 διαζύγια.», εφημ. ΛΑΟΣ Ημαθίας,

http://www.laosver.gr/news/local/4668.html,

[lvii] Mητροπολίτης Nαυπάκτου +Iερόθεος, Ο χορός του Ησαΐα στο μυστήριο του γάμου, http://forum.athos.gr/index.php/topic,607.0.html, «Στο τέλος της τελετής γίνεται ο λεγόμενος χορός του Hσαΐα και μαζί με άλλα τροπάρια ψάλλεται και το τροπάριο “άγιοι Mάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες πρεσβεύσατε προς Kύριον ελεηθήναι τας ψυχάς ημών”. Μάλιστα του χορού προηγείται ο ιερεύς κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο. Αυτό θέλει να πει ότι τα βήματα της ζωής του ανδρογύνου θα είναι μαρτυρικά, γι’ αυτό και επικαλούμαστε τις πρεσβείες των αγίων Mαρτύρων. Για να μπορέσει το ανδρόγυνο να βαδίσει αισίως τον δρόμο αυτόν, απαιτείται να προηγήται της ζωής του ο πνευματικός πατέρας, ο οποίος θα τους καθοδηγεί με το ιερό Ευαγγέλιο, δηλαδή με τις εντολές του Χριστού…»

[lviii] Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου, ΠΩΣ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΜΙΑ ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟ,

http://www.imlemesou.org/dev/index.php?option=com_content&task=view&id=920&Itemid=163,

«… Το πιο μεγάλο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στα παιδιά μας είναι την παρουσία μας. Είναι την αρμονία της οικογένειας μας. Γι’ αυτή την αρμονία πρέπει να θυσιάσουμε πράγματα τα οποία κάνουμε. Ακόμη και πράγματα τα οποία μπορεί να μας φαίνονται απαραίτητα, γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι το πιο απαραίτητο πράγμα είναι αυτή η ειρήνη, αυτός ο πλούτος που δεν εξαρτάται από εξωτερικά πράγματα…»


Αξιολόγηση και εκπαίδευση σήμερα.

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα και πιο σύνθετα προβλήματα που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν οι υποτελείς τάξεις, σε σχέση με τις μεθόδους επιβολής της εξουσίας πάνω τους. Ένα θέμα που σχετίζεται με την παραγωγή και αναπαραγωγή εξουσιαστικών σχέσεων για όλη την κοινωνία και σε όλες τις δράσεις του ανθρώπου. Στις διαδικασίες δηλαδή παραγωγής, κατανάλωσης και αναπαραγωγής του.

Είναι αδύνατον κανείς να διαχωρίσει το ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, στις διάφορες ιστορικές φάσεις διαχωρίζοντάς το από το εκπαιδευτικό μοντέλο της αντίστοιχης περιόδου, άρα και από το παραγωγικό μοντέλο, όπως επίσης και από το ζήτημα της αξιολόγησης της νεολαίας από τους εκπαιδευτικούς.

Από αυτή την άποψη είναι σαφές ότι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, που ίσχυε στην χώρα μας πριν από το 1981, ανταποκρινόταν στο μοντέλο της μεγάλης βιομηχανίας, δηλαδή της ταινίας παραγωγής, της λεγόμενης βιομηχανίας κλίμακας.

Κύριος στόχος αυτού του μοντέλου ήταν η αποτύπωση κοινωνικών συμπεριφορών και προτύπων, που ανταποκρίνονταν στον εγκλεισμό του εργαζομένου, της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας, στις συνθήκες λειτουργίας της μεγάλης βιομηχανίας. Η εκπαιδευτική συμπεριφορά αυτού του σχολείου ήταν κυρίως η έμμεση αποτύπωση συμπεριφορών και προτύπων γι αυτόν το σκοπό και όχι μορφωτικού (κυρίως επιστημονικού) κεφαλαίου, που καλλιεργούσε στην νεολαία.

Εξ’ άλλου το ενδιαφέρον για επιστημονικές γνώσεις περιοριζόταν σε ένα μικρό τμήμα της νεολαίας, αυτό που τελικά επάνδρωνε το σύστημα ελέγχου στην διαδικασία της παραγωγής και ευρύτερα της κοινωνίας. Επιτύγχανε αυτόν τον έμμεσο παιδευτικό ρόλο από την ίδια την δομή του (τάξη, θρανία εν σειρά), όπως οι Τεϊλορικές μηχανές, δάσκαλος – αυθεντία, όπως ο τμηματάρχης στην μεγάλη βιομηχανία, τιμωρίες, βία για τις αποκλίνουσες συμπεριφορές κ.τ.λ.

Επομένως η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού πριν από το 1981 (επιθεωρητισμός) σκόπευε στην πειθάρχηση ολόκληρου του εκπαιδευτικού μοντέλου στις παραπάνω προδιαγραφές, με βασικό στρώμα, που έπρεπε να ελέγχεται και να πειθαρχεί, τον εκπαιδευτικό. Βασικός μοχλός αυτής της πειθάρχησης ήταν οι εκθέσεις αξιολόγησης των επιθεωρητών με τις αλήστου μνήμης επισκέψεις τους στις τάξεις διδασκαλίας. Μια αξιολόγηση που συνδεόταν με βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, δηλαδή ο εκπαιδευτικός έπρεπε να κριθεί θετικά για να πάρει τον επόμενο βαθμό και άρα υψηλότερο μισθό.

Το μοντέλο αυτό λειτουργούσε στα πλαίσια ενός γενικότερου αυταρχικού – αντιδημοκρατικού μοντέλου που χαρακτηριζόταν από την παντοκρατορία του διευθυντή, που ήταν μόνιμος σε αυτή την θέση, την απαγόρευση συμμετοχής σε κόμματα των εκπαιδευτικών, την ανυπαρξία παρατάξεων συνδικαλιστικών και μέχρι το 1974, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων των εκπαιδευτικών προκειμένου να διοριστούν. Το πλαίσιο αυτό προσδιόριζε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας του 1951, που δημιουργήθηκε καθ’ υπόδειξη των αμερικάνων.

Στα πλαίσια του ευρύτερου λαϊκού ξεσπάσματος της μεταπολίτευσης και με τους συνεχείς εκπαιδευτικούς αγώνες της δεκαετίας του ‘70, καταργήθηκε ο Επιθεωρητής και αντικαταστάθηκε από τον Σύμβουλο με υποτίθεται άλλο ρόλο, καταργήθηκε η μονιμότητα του διευθυντή, έγινε δυνατή η απόλυτη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών, λειτούργησαν τα σχολεία δημοκρατικά και καταργήθηκε ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας.

Αρχές λοιπόν της δεκαετίας του 80 πολλά αιτήματα των εκπαιδευτικών γίνονται πραγματικότητα, ενώ αυξάνει ο αριθμός τους με νεοεισερχόμενη γενιά, αυτή του Πολυτεχνείου, η οποία συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στην αλλαγή του κλίματος στα σχολεία.

Και ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 80 επικρατεί σχετική ευφορία στους εκπαιδευτικούς χώρους, η βαθιά διεθνή καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του 70 αρχίζει να εμφανίζει και στην χώρα μας μόνιμα χαρακτηριστικά, με κορυφαίο παράδειγμα την πλειάδα των προβληματικών (Τεϊλορικών) επιχειρήσεων που μεταφέρονται στο κράτος για «εξυγίανση», δηλαδή στις τσέπες των εργαζομένων.

Την ίδια στιγμή που το λαϊκό κίνημα αδυνατεί να εκτιμήσει το είδος και το βάθος αυτής της κρίσης, η Πασόκικη διακυβέρνηση αρχίζει, μετά μικρή ανάπαυλα, από το 1984 και μετά, την μάχη για την επιβολή ξανά της αξιολόγησης, προσπαθώντας να πείσει ότι αυτή αφορά για κάτι νέο σε σχέση, με τον επιθεωρητισμό.

Προσπάθειες επαναφοράς του επιθεωρητισμού την δεκαετία του ‘80

Ήδη από το 1982 το Π.Δ. που καθιερώνει τους σχολικούς Συμβούλους αναφέρει ότι αυτοί συμμετέχουν στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού.

Ο νόμος 1566 του Απ. Κακλαμάνη προβλέπει την έκδοση Π.Δ. για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που ο ίδιος δεν επιχείρησε να καθιερώσει. Το επιχείρησε όμως ο Α. Τρίτσης την Άνοιξη του 1987, με κύρια άποψη ότι αν δεν αξιολογηθεί ο εκπαιδευτικός, η εκπαίδευση δεν βελτιώνεται. Η άμεση αντίδραση των ΕΛΜΕ του λεκανοπεδίου της Αττικής με απειλή ακόμα και το μπλοκάρισμα των Πανελλαδικών εξετάσεων ανάγκασε την κυβέρνηση να ανακρούσει πρύμνα.

Η μεγάλη απεργία του 1988 και η πολιτική ρευστότητα της περιόδου 1989-90, ανέστειλαν πάλι την προώθηση Π. Δ. αξιολόγησης μέχρι το 1991.Το δε Βατερλό του υπερφίαλου Β. Κοντογιαννόπουλου το 91, ακύρωσε την προσπάθεια για αξιολόγηση που προέβλεπαν οι νόμοι του, ενώ ο διάδοχος του Γ. Σουφλιάς εκδίδει Π. Δ. τις παραμονές της ανατροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ο υπουργός Παιδείας Φατούρος της κυβέρνησης Παπανδρέου παγώνει το Π. Δ. Σουφλιά τον Δεκέμβρη του 94.

Στον Σουφλιά όμως οφείλουμε ιδιαίτερη μνεία. Είναι αυτός που δρομολογεί τα μεταλυκειακά ΙΕΚ. Ένα θεσμό που λειτουργεί με βάση το ωρομίσθιο και τα ελαστικά ωράρια, δηλαδή χωρίς μονιμότητα, που αντικειμενικά σπρώχνει προς την αξιολόγηση (με την έννοια της απόλυσης) και στην άρση της μονιμότητας.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο Σουφλιάς είναι ο πρώτος που προσπαθεί να συνδέσει άμεσα την αξιολόγηση με την επιμόρφωση. Και στον νόμο 2009 (ΙΕΚ, επιμόρφωση) και κυρίως στο 3μηνο ΠΕΚ πριν από τον διορισμό, προσπαθεί η εισαγωγική επιμόρφωση (πριν τον διορισμό) να μετατραπεί σε αξιολογητικό μηχανισμό απόρριψης των “ανικάνων”.

Το εκπαιδευτικό κίνημα έδωσε μια από τις πιο συστηματικές και σημαντικές μάχες για να καταργήσει την εισαγωγική επιμόρφωση – αξιολόγηση – απόρριψη του Σουφλιά.

Το 1997 έρχεται η σειρά του Γερ. Αρσένη που μέσο του περιβόητου νόμου 2525, του Π. Δ. 140/98 και τις Υ.Α.Δ2/1938/26 – 2 – 98 εγκυκλίου, προσπαθεί με τον πιο ακραίο τρόπο να ξεμπερδεύει μια και καλή με το εκπαιδευτικό κίνημα και τις αντιστάσεις του. Με τον Αρσένη άλλη μια προσπάθεια χειραγώγησης και υποταγής αποτυγχάνει λόγω των σθεναρών εκπαιδευτικών αντιστάσεων, κόντρα στις λογικές της υποταγής και της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.

Το σημερινό μοντέλο Ευθυμίου

Κατά την γνώμη μας, θα είναι λάθος να δούμε την νέα προσπάθεια Ευθυμίου ως προσπάθεια σαν όλες τις άλλες που προηγήθηκαν.

Πρώτα-πρώτα σε αυτή την 10ετία εφαρμόστηκαν εκπαιδευτικές πολιτικές κρίσιμες για το ζήτημα της αξιολόγησης και κυρίως μερικές από αυτές εμπεδώθηκαν, δημιουργώντας κοινωνικά δεδομένα. Οι σπουδαιότερες από αυτές είναι:

1ο Η σταθεροποίηση των θεσμών ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ, Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών (μορφές ιδιωτικών ΑΕΙ), προγράμματα εθνικών και κοινωνικών μειονοτήτων, προγράμματα Δήμων κ.τ.λ. Αυτή η σταθεροποίηση έφερε και μια σταθεροποίηση των νέων εργασιακών σχέσεων του ωρομίσθιου, της 6άμηνης σύμβασης κ.τ.λ. ένα μεγάλο δυναμικό εργαζομένων στην προσφορά εκπαιδευτικού έργου σκέφτεται πλέον, ενεργή και ονειρεύεται, με βάση το περιβάλλον που δημιουργούν οι νέες εργασιακές σχέσεις. Είναι ο αυριανός πολιορκητικός κριός για την “τελική” άρση της μονιμότητας που σκέφτεται να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση και οι μελλοντικές κυβερνήσεις. Η απουσία του εκπαιδευτικού κινήματος σε αυτούς τους χώρους και η αδυναμία του να διαμορφώσει συγκεκριμένες αντιστάσεις μέσα στις νέες εργασιακές σχέσεις είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα σήμερα. Η επιμονή μόνο σε διακηρυκτικά αιτήματα όπως η κατάργηση των ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΤΕΕ κ.τ.λ. δεν οδηγεί πουθενά, ούτε βέβαια στην μελλοντική επιτυχία αυτών των στόχων (δηλαδή την κατάργηση ΙΕΚ, ΚΕΚ κ.τ.λ.)

Ήδη ο πραγματικός στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που είναι η πλήρης ιδιωτικοποίηση του τομέα της κατάρτισης, άρχισε με την ιδιωτικοποίηση – ξεπούλημα του ΟΑΕΔ. Μια τέτοια επιλογή για το δίκτυο ΟΑΕΔ – ΤΕΕ – ΙΕΚ – προγράμματα μειονοτήτων θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την ήδη αυξανόμενη πίεση στο θέμα της αξιολόγησης με τελικό στόχο την ολική άρση της μονιμότητας.

2ο Την 5αετία 95 – 2000 ένα νέο μοντέλο δράσης των νεοφιλελεύθερων στις εκπαιδευτικές δομές άρχισε να κάνει δυναμικά την εμφάνιση του. Πρόκειται για την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και νόρμες, που έχουν να κάνουν κυρίως με την χρηστικότητα τους για τις δυνάμεις της αγοράς. Το μοντέλο εφαρμόστηκε ήδη καθολικά για τα ΙΕΚ και τα ΚΕΚ, πειραματικά σε ΑΕΙ – ΤΕΙ ενώ πρώτες κρούσεις άρχισαν να γίνονται και για ΤΕΕ.

Μια τέτοια γενικευμένη πορεία περιοδικής πιστοποίησης εκπαιδευτικών δομών οδηγεί στην απαξίωση του εκπαιδευτικού με άλλο τρόπο από την κλασσική ατομική αξιολόγηση. Αγνοώντας τις ταξικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, γλωσσικές κ.τ.λ. διαφορές, κανονικοποιεί το σύνολο των εκπαιδευτικών δομών πάνω σε ενιαίες πανελλαδικές φόρμες ανά κατηγορία σχολών, συνθλίβοντας έτσι τον εκπαιδευτικό και το έργο του και μάλιστα αυτών που εργάζονται με τις δυσμενέστερες συνθήκες.

3ο Η συνεχής μεταφορά εκπαιδευτικών δομών στον α΄ και β΄ βαθμό Τ. Α. ως προς το κόστος λειτουργίας και συντήρησης τους, με παράλληλη ελλιπή χρηματοδότηση, οδηγεί σταδιακά στον στόχο της κρατικής χρηματοδότησης ανά μαθητή της Τ. Α., με τελικό αποτέλεσμα την απομόρφωση ολόκληρων περιοχών, αυτών που οικονομικά και κοινωνικά είναι ασθενέστερες.

Αυτές τις μέρες συντελείται η μεταφορά των παιδικών σταθμών στους Δήμους ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την προηγούμενη κατάσταση. Την ίδια όμως στιγμή το κράτος αναλαμβάνει υποχρέωση ίσης χρηματοδότησης εκπαιδευτικών ιδιωτικών δομών, αναλαμβάνει την επιμόρφωση του προσωπικού τους, την εκπαίδευση του στις νέες «εκπαιδευτικές» ανάγκες (τεχνολογίες), την συμμετοχή τους (των ιδιωτικών φορέων) στα υπηρεσιακά συμβούλια κ.τ.λ.

Μία τέτοια πορεία πραγμάτων θα σπρώξει τους Δήμους για να ανταποκριθούν σε αύξηση των κοινοτικών φορέων από την μία και από την άλλη σε εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ήδη σε αυτή την κατεύθυνση το Πασόκικο νεοφιλελεύθερο κράτος οξύνει τα λαϊκίστικα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινωνιών, δείχνοντας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν οι Δήμοι στο ζήτημα της αξιολόγησης.

4ο Επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου είδε το φως της δημοσιότητας το σχέδιο αλλαγής του άρθρου 16 του συντάγματος, πού αφορά τα μορφωτικά αγαθά. Τυπικά αυτή η αναθεώρηση δεν προωθήθηκε, διότι για τους αντιδρώντες εισήγαγε την δυνατότητα ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Σήμερα χωρίς να αναθεωρείται το άρθρο 16 υιοθετείται και υλοποιείται ολόκληρη η πρόταση Παπανδρέου. Με την οδηγία 89/48, που ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2000 στην βουλή, ονομάζονται σπουδές Πανεπιστημιακού επιπέδου τα πτυχία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών.

Μετατρέπονται οι επιστημονικές ενώσεις σε επαγγελματικές και αναλαμβάνουν την χορήγηση άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος. Αναλαμβάνουν δηλαδή να καταργήσουν το πτυχίο ως μοναδικό κριτήριο για εργασία, αφού θα πραγματοποιούν εξετάσεις κ. α., για να χορηγούν την άδεια. Έχουν ξεκινήσει ήδη τα Δημοτικά Πανεπιστήμια. Ο Κόκκαλης ετοιμάζει το δικό του. Η ουσία του προτάσεων Παπανδρέου κρύβεται στην πρόταση: «συνεχής πιστοποίηση – αξιολόγηση με «ανεξάρτητες» επιτροπές σοφών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων και συνεχής δια βίου αξιολόγηση πραγματικών επαγγελματικών προσόντων εκ των υστέρων, που να ελέγχονται από τις επαγγελματικές τάξεις».

Η αδίστακτη θεωρεία του απασχολήσιμου, που εκφράζει αυτή η διατύπωση, του ανθρώπου δηλαδή που οποιοδήποτε προσόν του, θεωρείται ανά πάσα στιγμή όχι ισχυρό, αλλά προς συνεχή επιβεβαίωση και επανεξέταση, όσο γίνεται πράξη και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση επιβολής στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, τόσο σπρώχνει μεγάλες κοινωνικές ομάδες σε συντηρητική λαϊκίστικη κατεύθυνση. Μια κατεύθυνση που θα σπρώχνει στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και στην άρση της μονιμότητας τους. Οι αποκάτω και μάλιστα οι ποιο αδικημένοι, επιδιώκεται να αποτελέσουν τους φορείς πίεσης για την αντιδραστική αξιολόγηση και την άρση της μονιμότητας των εκπαιδευτικών.

Επομένως η νέα προσπάθεια Ευθυμίου για τον έλεγχο-χειραγώγηση και πλήρη υποταγή του εκπαιδευτικού γίνεται επί της βάσης νέων δεδομένων:

α) Η πιστοποίηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για την εξυπηρέτηση καλύτερα της αγοράς, διευρύνει τις δυνατότητες επιβολής της ατομικής αξιολόγησης.

β) Η μετατροπή της επιμόρφωσης σε αξιολόγηση.

γ) Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού με βάση την κοινωνική συνεισφορά του τίθεται όπως αναλύσαμε σε νέα βάση.

Το κυριότερο όμως όλων από όσα περιγράψαμε είναι ότι τα προηγούμενα δεν βρίσκονται στο στάδιο των προθέσεων ή των διακηρύξεων, αλλά έχει προχωρήσει αρκετά η υλοποίηση τους, ώστε αυτό να αποτελεί την υλική βάση πάνω στην όποία πατάει η νέα προσπάθεια Ευθυμίου.

Οι νέες ρυθμίσεις του ΥΠΕΠΘ, όπως αποτυπώνονται στο πρόσφατο προσχέδιο νόμου έχουν ως εξής:

1) Οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης (Π. Δ. Ε.) που συστήθηκαν με βάση το άρθρο 14, παρ. 29 του νόμου 2817/00 και λειτουργούν στην έδρα κάθε περιφέρειας της χώρας, θα έχουν «τον έλεγχο και την εποπτεία» των σχολείων, των εκπαιδευτικών δομών πάσης φύσεως και εκπαιδευτικών (πλην γ/θμιας εκπαίδευσης). Κάθε Π.Δ.Ε. περιλαμβάνει τρία τμήματα: α) Διοίκησης, β) Επιστημονικής – Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) Επιστημονικής Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Βέβαια ο Περιφερειακός Διευθυντής και οι Προϊστάμενοι των τριών τμημάτων διορίζονται και παύονται από τον υπουργό.

2) Ο έλεγχος της αξιολόγησης μετατίθεται στο ΚΕΕ (Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας) και στο Π. Ι. (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), δυο όργανα άμεσα ελεγχόμενα από το ΥΠΕΠΘ. Αυτά τα νέα όργανα αναλαμβάνουν το «έργο της ανάπτυξης και προτυποποίησης δεικτών και κριτηρίων» αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου.

3) Εισάγεται η Θατσερικής έμπνευσης αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, με βάση ποσοτικούς δείκτες. Ήδη ανακοινώθηκε η ίδρυση ειδικής επιτροπής αξιολόγησης εκπαιδευτικών δομών όλων των βαθμίδων στα πλαίσια του νόμου 2327, στα πλαίσια δηλαδή του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ).

4) Αξιολόγηση εκπαιδευτικών:

α. Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2525/97 για το σώμα μόνιμων αξιολογητών (Σ.Μ.Α.) και η Επιτροπή Αξιολόγησης Σχολικών Μονάδων (Ε.Α.Σ.Μ.).

β. Προτάσσονται για αξιολόγηση οι νεοεισερχόμενοι, μέχρι την νομιμοποίηση τους και όσοι επιδιώκουν θέσεις στελέχους εκπαίδευσης.

γ. Τίθεται σε εθελοντική βάση προσωρινά η αξιολόγηση των υπολοίπων.

δ. Αξιολογούνται άμεσα όσες μεμονωμένες περιπτώσεις θεωρηθεί σκόπιμο!!!

ε. Σκόπιμα παραλείπεται προσωρινά το ποινολόγιο της αξιολόγησης, όπως και η σύνδεση της με την βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Τα επίπεδα αξιολόγησης είναι τα γνωστά από παλιά, Παιδαγωγική – Επιστημονική και διδακτική επάρκεια από τον Σύμβουλο, υπηρεσιακή συνέπεια, επικοινωνιακή δυνατότητα, (με Μαθητές – Καθηγητές) από τον Δ/ντή σχολικής μονάδας και τα τρία νέα: κοινωνική δραστηριότητα και συνεισφορά από Δ/ντή και Σύμβουλο, συνεισφορά για την βελτίωση των ποσοτικοποιημένων δεικτών που έχει επιβάλει στην σχολική μονάδα η επιτροπή αξιολόγησης σχολικών μονάδων και τα bonus από τις αξιολογημένες επιμορφώσεις που έχει συμμετάσχει ο εκπαιδευτικός.

Απ’ αυτές καθ’ αυτές τις προτάσεις Ευθυμίου είναι φανερά τα ακόλουθα:

1) Το δήθεν αποκεντρωμένο μοντέλο δεν έχει καμία σχέση με την λαϊκή απαίτηση για αποκέντρωση, που σημαίνει μεταφορά εξουσιών προς την βάση, δηλαδή προς τον εκπαιδευτικό και τους συλλόγους διδασκόντων. Αντίθετα πρόκειται για το πιο ιεραρχοποιημένο ασφυκτικά ελεγχόμενο σύστημα από την κεντρική εξουσία. Ένα σύστημα απόλυτης εξουσίας ακόμα και στους δικούς του ανθρώπους, όπως επίσης σε κάθε μορφή εκπαίδευσης ακόμα και στην ιδιωτική.

2) «Η προτυποποίηση δεικτών και κριτηρίων» για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που θα επιβάλλουν το ΚΕΕ και το Π. Ι., αντανακλά την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη για πλήρη αντιστοίχηση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς. Μια αντίληψη που θεωρεί το σχολείο επιχείρηση και τον εκπαιδευτικό εργαζόμενο – παραγωγό, που η δουλειά του θα εκτιμηθεί από την αξία των κομματιών (μαθητών) που παράγει. Μια αξία που η αγορά επιβεβαιώνει, (δηλαδή το κατά πόσο οι απόφοιτοι απορροφούνται από την αγορά εργασίας).

Μια φασίζουσα αντίληψη που αγνοεί τις κοινωνικές, ταξικές, μορφωτικές, γλωσσικές, χωροταξικές κ.α. διαφορές των υποκειμένων, (μαθητών πάνω στους οποίους εφαρμόζονται οι ποσοτικοποιημένοι δείκτες και κριτήρια μέσω των οποίων θα αξιολογηθούν οι καθηγητές )

Το ίδιο συμβαίνει και για τα ποσοτικοποιημένα μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Μια αντίληψη που αγνοεί δήθεν που οδήγησε η μετρήσιμη διδασκαλία το Αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα και η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων το Αγγλικό.

3) Η διάσπαση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών σε σχέση με την δυνατότητα αντιστάσεων τους, είναι φανερή σε όλο το νομοσχέδιο, αφού ξεκινά την αξιολόγηση από τους νεοδιόριστους και όσους επιθυμούν (εθελοντικά) και όσοι θέλουν να γίνουν στελέχη εκπαίδευσης. Προσπαθεί να πείσει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης της σχολικής μονάδας θα παίρνουν υπόψιν τις κοινωνικές συνθήκες έναρξης κάθε σχολείου. Αποφεύγει να μιλήσει άμεσα για ποινές ή για σύνδεση βαθμού – μισθού και δίνει μια περίοδο χάριτος σε όλους, αφού το σύστημα θα ξεκινήσει την αξιολόγηση από πάνω προς τα κάτω.

Για την ηπιότητα που δείχνει το σύστημα Ευθυμίου ως προς την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και ως προς αυτή των εκπαιδευτικών, σε σχέση με τα αντίστοιχα αγγλοαμερικανικά, πρέπει να συνεκτιμήσουμε:

1ον Την κατάρρευση αυτών των μοντέλων σε Αγγλία – Αμερική.

2ον Την κουλτούρα της καθημερινότητας της κοινωνίας μας, που ακόμα αντέχει σε ορισμένα αντιδραστικά δυτικά πρότυπα.

3ον Την δυναμική της ταξικής πάλης της προηγούμενης τριετίας.

4ον Την οικονομική αδυναμία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού να διαθέσει κονδύλια για μια ουσιαστική κατηγοριοποίηση των μισθών συνδεδεμένη με αξιολογικά κριτήρια.

5ον Την αναγκαιότητα να περπατήσει στην ζωή ένα ηπιότερο σύστημα που θα επιτρέψει στο μέλλον μια επιθετικότερη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων μέτρων, όπως την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού από την απόδοση των μαθητών στις εξετάσεις, το κλείσιμο των σχολικών μονάδων που δεν ανταποκρίνονται στ κριτήρια της επιτροπής αξιολόγησης των σχολείων, την χρηματοδότηση των Δήμων ανά μαθητή, δηλαδή μεταφορά άμεσα του κόστους στους πολίτες μέσο των Δήμων, όπως επίσης και την μεταφορά των εκπαιδευτικών μισθών στους Δήμους. Και αυτό, γιατί και οι μνήμες του επιθεωρητισμού είναι έντονες, όπως έντονες είναι και αυτές των δημοδιδασκάλων.

6ον Η επικινδυνότητα στρατηγικά αυτού του μοντέλου πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κρύβεται στη ηπιότητά του.

Σε τι εξυπηρετεί μια κοινωνία η αξιολόγηση;

Η αξιολόγηση αναμφίβολά δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μια ουδέτερη διαδικασία εντός οποιουδήποτε ταξικού – ιεραρχικού συστήματος. Εξαρτάται από το ποιος αξιολογεί, ποιόν αξιολογεί και με ποιόν ιδιαίτερο σκοπό.

Πρώτον:

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μιλάμε για αστική αξιολόγηση σε συνθήκες εξέλιξης του καπιταλισμού (μετατεϋλοφορντικών και μετακεϋνσιανών αλλαγών). Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός δεν είναι ο έφηβος των 2 αιώνων πριν, είναι ένα υπερώριμο σχήμα (σύστημα). που οι αλλοτριοτικές μαζικές συνθήκες ελέγχου – χειραγώγησης – υποταγής και εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας, που έχει εφεύρει και εφαρμόζει στην συντριπτική λαϊκή πλειοψηφία, μόνο με τα συστήματα της ώριμης μανδραρινοκρατίας μπορούν να συγκριθούν (Φαραωνισμός, κινέζικες δυναστείες κ.τ.λ.). Είναι δε υποχρεωμένος να αναπτύξει τόσο πολύπλευρες και πολυποίκιλες ιεραρχοποιημένες εξουσιαστικές δομές, που μόνο αυτή κάθε αυτή η ιεραρχοποίηση αποτελεί λαιμητόμο για τα υποκείμενα που πάνω τους εφαρμόζεται.

Δεύτερο και κυριότερο:

Σ’ αυτή την υπερώριμη αστική φάση, η επέμβαση στα προγράμματα σπουδών, στις διδακτικές μεθόδους, στην αξιολόγηση και στην αποτύπωση αξιών στην νεολαία, έχει κάνει τόσο ασφυκτική την επιβολή του αστικού κοσμοειδώλου σε αυτές τις διαδικασίες, που ή οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν βιωματικά το αστικό κοσμοείδωλο ή δεν έχουν άλλη επιλογή από την ανατροπή του.

Συγκεκριμένα. Η φορμαλιστική – τεχνοκρατική επέμβαση στα προγράμματα σπουδών 20 χρόνια τώρα, από το Δημοτικό ως το Λύκειο, με υποβάθμιση έως εξαφάνιση μαθημάτων που αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα όπως η Γεωμετρία, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σαν να ήταν μια ξένη γλώσσα, η αφαίρεση από την ύλη των μαθηματικών και φυσικής του Λυκείου (και γενικότερα των μαθημάτων γενικών επιστημών) των αποδείξεων των θεωρημάτων και η εκμάθηση μόνο της χρηστικότητας τους, το σύστημα των ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών που παράγει ηλίθιους, οι έτοιμες ερωτήσεις ανά μάθημα που παράγει το ΚΕΕ κ.τ.λ., όλα αυτά οδηγούν από την μια στην αποσάθρωση της κριτικής ικανότητας της νεολαίας και από την άλλη δεν εκπαιδεύει τους ανθρώπους να παράγουν γνώσεις, αλλά «απλές» πληροφορίες, που μπορούν όμως να δημιουργήσουν εμπορικό αποτέλεσμα (να πουληθούν). Τους μαθαίνει αυτό το μοντέλο την γρήγορη αποβολή απαξιόσιμων πληροφοριών και την γρήγορη πρόσληψη νέων.

Κυρίως τους μαθαίνει ότι τα πάντα είναι εμπορεύσιμα. Συνεπικουρούμενο το μοντέλο αυτό από την κοινωνία του θεάματος, οι νέοι μαθαίνουν πως ότι υπάρχει στον χώρο και στον χρόνο και στο ανθρώπινο, είναι εμπορεύσιμο. Τους μαθαίνει επίσης ότι τα προεπαγγελματικά προσόντα, είναι εντελώς εξατομικευμένα και κανείς δεν μπορεί να έχει ίδια προσόντα και δεξιότητες για ένα επάγγελμα, και επομένως ο καθένας έχει συμφέρον να ανταγωνίζεται τον διπλανό του, να ενισχύει την μοναδικότητα του με κάθε τρόπο, να μην διανοηθεί από εδώ και στο εξής να συλλογιστεί μαζί με άλλους ως ομάδα για να ζήσει, αλλά και να διεκδικήσει τα δικαιώματα και τις ανάγκες του.

Ταυτόχρονα αυτό το μοντέλο αποτρέπει και «αποκλείει» τις συνολικές και συλλογικές αφηγήσεις για μια καλύτερη κοινωνία, αποκλείει τα πανάρχαια ερωτήματα τι είναι ελευθερία και τι αλήθεια, κ.τ.λ.

Αναπαράγει, διαμορφώνει και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός καταμερισμού εργασίας, που ενώ φαίνεται να οδηγεί σε τέσσερα διακριτά σύνολα εργαζομένων (παραγωγούς νέας γνώσης, πολυλειτουργικούς εργαζόμενους, απασχολήσιμους και συνεχώς επανακαταρτιζόμενους, οργανικά άνεργους), ταυτόχρονα μέσα σε αυτά τα σύνολα ο καθένας είναι πλήρης εξατομικευμένος σε σχέση με τα προεπαγγελματικά τους εφόδια και άρα ανταγωνιστικός με όλους. Του αφήνουν βέβαια ανοικτές τις δυνατότητες μεταπήδησης από το ένα στρώμα στο άλλο, περισσότερο όμως ως ελπίδα.

Για να μην μείνει καμία αμφιβολία για τις δυνατότητες τους να επιβάλουν μακροχρόνια αυτό το μοντέλο, δημιουργούν «πανίσχυρους» μηχανισμούς προσαρμογής των εκπαιδευτικών δομών σε συγκεκριμένα ποσοτικοποιημένα κριτήρια και δείκτες. Παρόμοια κριτήρια και δείκτες παράγουν και για την διδασκαλία κάθε μαθήματος για να ελέγχουν (μετρήσουν) πλήρως όλες τις δυνατότητες διαφυγής από το Οργουελικό μοντέλο τους. Για να μην μείνει επίσης καμία αμφιβολία για τις υλικές συνέπειες του ελέγχου τους, οδηγούν τα σχολεία που δεν θα πιάσουν τα κριτήρια αξιολόγησής τους σε κλείσιμο (όπως Αγγλία) και τους καθηγητές που δεν λειτουργούν με τα μετρήσιμα κριτήρια τους, σε αξιολόγηση – απόρριψη, με χειραγώγηση-υποταγή, με συνεχείς περικοπές μισθού, στο τέλος μέχρι και απόλυση.

Τρίτον:

Την ίδια στιγμή που προσπαθούν να επιβάλουν αυτό το ασφυκτικό σε κάθε τομέα της καθημερινότητας (εκπαιδευτικής και όχι μόνο) κοσμοείδωλο ελέγχου και υποταγής (εκπαιδευτικών – μαθητών), το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα απογειώνει σε επίπεδο ευρύτερης κοινωνίας τις ταξικές, μορφωτικές, οικονομικές γλωσσικές, χωροταξικές (διαφορά χωριού – πόλης) κ.α. διαφορές. Αυτή η ποσοτικοποιημένη, εξειδικευμένη, λεπτομερειακή και καθημερινή αξιολογητική υποταγή, φέρνει σε τρομακτική αντίθεση την υλοποίηση αυτών των προτύπων με την πραγματικότητα των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Τέταρτον:

Ο εκπαιδευτικός από την στιγμή που ακόμα δεν μπορεί να αντικατασταθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, δέχεται με μεγάλη ένταση τις παραπάνω αντιφάσεις. Γιατί η ενσωμάτωση του στο αστικό φαντασιακό της νέας φάσης είναι και θα παραμείνει μικρή, ενώ είναι μάρτυρας της κοινωνικής ταξικής πραγματικότητας που αυτό δημιουργεί και αναπαράγει, ταυτόχρονα όμως ο ίδιος είναι βασικός φορέας της υλοποίησης του. Δέχεται μια διπλή και πολλή μεγάλη πίεση.

Συγκρούεται με την συνείδηση και το δικό του φαντασιακό που δεν συμπίπτει με το Οργουελικό αστικό φαντασιακό και ταυτόχρονα με την πραγματικότητα των στεναγμών που δημιουργεί η διαδικασία της επιβολής του στην λαϊκή πλειοψηφία υπό το βάρος των ταξικών και κοινωνικών διαφορών.

Είναι σαφές πως στα ερωτήματα που θέσαμε στο ποιος αξιολογεί, πώς και ποιόν αξιολογεί και με τι γενικό και ειδικό συμφέρον, οι απαντήσεις μας αφορούν και ερμηνεύουν την προσπάθεια μίας μικρής μειοψηφίας (των αστών) και μια δομή της καπιταλιστικής δομής, να επιβάλει νέες μεθόδους ελέγχου, χειραγώγησης και υποταγής.

Μεθόδους που ότι συνέβαινε στο παρελθόν, που το παρελθόν ωχριά μπροστά τους και που το γενικό και ειδικό συμφέρον από την επιβολή τους, συνίσταται στην δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, που να αποδέχεται βιωματικά (θεληματικά) την θέση που του επιβάλλεται μέσα στην κοινωνία. Δηλαδή να αποδέχεται την απόλυτη κοινωνική του διακριτότητα και τον ανταγωνισμό του με όλους τους άλλους, σαν κάτι φυσικό και αιώνιο και την παραίτηση του από κάθε αντίσταση ενάντια στους πραγματικά υπευθύνους της κατάστασής του. Να αποδέχεται βιωματικά και αυτονόητα να του κλέβουν το προϊόν της εργασίας του και να μην αμφισβητεί την υποταγή του, όπως οι δούλοι που δεν ήθελαν την ελευθερία τους.

-Είναι δυνατόν να διαφύγει ο εκπαιδευτικός από αυτή την αξιολόγηση και από κάθε ιεραρχική και άρα καπιταλιστική αξιολόγηση;

-Είναι δυνατόν να παράγει άλλο αποτέλεσμα από τους στόχους που του επιβάλλουν να υλοποιήσει;

Είναι γνωστό πώς το εκπαιδευτικό έργο είναι μη μετρήσιμο. Το παιδαγωγικό μορφωτικό, ακόμα και το ειδικό επιστημονικό αποτέλεσμα της δράσης του εκπαιδευτικού πάνω στην νεολαία εκδηλώνεται πάντα μακροπρόθεσμα. Ακόμα και να θέλαμε να το μετρήσουμε αυτό μακροπρόθεσμα, δεν γίνεται γιατί αν μη τι άλλο σε μακροχρόνιο επίπεδο επεμβαίνουν στην ανθρώπινη ύπαρξη άπειροι και πολλές φορές απρόβλεπτοι παράγοντες.

Είναι επίσης σαφές, ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες παιδαγωγικής και συμπεριφορών. Χιλιάδες προσπάθειες των αστικών ιδεολογιών και των παιδαγωγικών ερευνητικών σχολών τους, οδηγήθηκαν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα. «Δεν υπάρχουν παιδαγωγικοί κανόνες και συμπεριφορές που να προάγουν από μόνες τους και αποδεδειγμένα το μορφωτικό αγαθό».

Γιατί η παιδαγωγική σχέση μαθητή – καθηγητή, εκπαιδευτικού – εκπαιδευόμενου, εσωκλείει τους βαθύτερους προσδιορισμούς και ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί δεν γεννήθηκαν με εκπαιδευτικές διαδικασίες. Δημιουργήθηκαν στην καθημερινότητα από εκείνα τα πρόσωπα, που είχαν το «χάρισμα» να ενσωματώνουν μέσα τους τις βαθύτερες συλλογικές, σε συνθήκες ισοτιμίας, ανθρώπινες προσδοκίες.

Αυτό είναι το ισχυρό σημείο των εκπαιδευτικών και ιδίως αυτών που αντιστέκονται από την πλευρά των καταπιεσμένων στην βαρβαρότητα του καπιταλισμού, γιατί αυτοί κατά τεκμήριο διαθέτουν το παιδαγωγικό χάρισμα.

Ενώ λοιπό, ακριβώς γιατί το εκπαιδευτικό έργο δεν είναι μετρήσιμο και η παιδαγωγική δεν έχει κανόνες, οι εκπαιδευτικοί ως στρώμα συλλογικό έπρεπε να τύχουν της μέγιστης ελευθερίας να συνδιαλέγονται, να παράγουν δηλαδή συλλογικά επιμόρφωση και να παρακολουθούν με συλλογικό τρόπο τις κοινωνικές αλλαγές.

Λόγω όμως των απελευθερωτικών δυνατοτήτων ενός τέτοιου δρόμου, οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνη η συλλογικότητα, που ουδέποτε είχε δυνατότητα και ελευθερία να καθορίζει το είδος, την ποιότητα και τις συλλογικές διαδικασίες αυτομόρφωσής της.

Αντίθετα με άλλα στρώματα, που λόγω του φορμαλιστικού χαρακτήρα του έργου τους, της μετρησιμότητας του δηλαδή, είχαν πάντα την δυνατότητα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού για την διεύρυνση του γνωστικού τους πεδίου: μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι αυτοορίζουν τις επιμορφωτικές ανάγκες τους, όχι όμως και οι εκπαιδευτικοί.

Στο ερώτημα λοιπόν, αν ο εκπαιδευτικός μπορεί να “δημιουργήσει” άλλο παιδαγωγικό αποτέλεσμα από αυτό που προσπαθούν να επιβάλουν οι κρατούντες, η απάντηση είναι θετική και θα ισχύει πάντα ανεξαρτήτως του είδους και της μορφής της εξουσίας.

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές όμως, γίνονται στην βάση της γνώσης των κρατούντων, σε σχέση με αυτό το δεδομένο. Γι’ αυτό προσπαθούν, όσο μπορούν, με την μέτρηση και την ποσοτικοποίηση, όπως περιγράφτηκε σε αυτό το κείμενο, να περιορίσουν και να εξαλείψουν αυτό το πλεονέκτημα των εκπαιδευτικών.

Είναι σίγουρο, πώς ο εκπαιδευτικός ως πρόσωπο και υπό το βάρος των συνολικών εκπαιδευτικών αλλαγών, όσο συγκροτημένος και να είναι και όσο αποφασιστικά ταξικά τοποθετημένος με τους εκμεταλλευόμενους και αν είναι, δεν μπορεί να αντέξει και να παλέψει μόνος του μέσα στο νέο μοντέλο, δημιουργώντας διακριτά αποτελέσματα.

Μόνο ένα κίνημα παιδείας, ένα κίνημα πολιτισμού της καθημερινότητας για την παιδεία, ένα κίνημα που θα υποβάλει σε ριζική κριτική τον φορμαλισμό των προγραμμάτων σπουδών, την κατάργηση-μετάλλαξη των μαθημάτων κριτικής ικανότητας, την νέα διδακτική και τα καταστροφικά test πολλαπλής επιλογής, την πεποίθηση της απόλυτα εξατομικευμένης εκπαίδευσης, που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε συλλέκτη πληροφοριών κ.τ.λ., μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες απονομιμοποίησης της αξιολόγησης-χειραγώγησης, την ίδια στιγμή που δημιουργεί προϋποθέσεις γενικότερων αλλαγών στην εκπαίδευση.

Η αντιμετώπιση λοιπόν της αξιολόγησης-χειραγώγησης, δεν μπορεί να γίνει μόνο δια της άρνησής της, πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα με μια ριζική κριτική στα προγράμματα σπουδών και στους στόχους τους, στη νέα διδακτική και στο περιεχόμενο, γιατί μόνο τότε οι λόγοι της άρνησης της αξιολόγησης γίνονται πιστευτοί κοινωνικά (σε μαθητές -καθηγητές-εργαζομένους).

Γίνεται αξιολόγηση σήμερα ;

Κοινωνία σημαίνει αξιολόγηση. Αξιολόγηση που προκαλεί συγκρούσεις τάξεων εναντίον άλλων τάξεων, ιδεολογικών ρευμάτων εναντίων άλλων, παντοτινών κοινωνικών αντιθέσεων (άντρας-γυναίκα, ατομικό-συλλογικό, φύση-κοινωνία), μεσοχρονικών αντιθέσεων, όπως κυρίαρχης τάξης-υποτελών τάξεων (δούλοι-δουλοκτήτες, φεουδάρχες-δουλοπάροικοι, αυτοί-προλετάριοι κ.τ.λ.) και τρεχουσών αντιθέσεων. Η αξιολόγηση επομένως είναι σύμφυτη με την πραγματικότητα, είναι η ίδια η πραγματικότητα.

Όταν αρνούμαστε λοιπόν την δομημένη ιεραρχικά αξιολόγηση στην εκπαίδευση και χθες και σήμερα και αύριο, δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε κάθε αξιολόγηση. Πρώτα-πρώτα αυτό είναι στρουθοκαμηλισμός. Γιατί τι άλλο είναι να αρνείσαι ότι είναι καθημερινά μπροστά σου.

Σήμερα στην εκπαίδευση γίνεται αξιολόγηση με άμεσες επιδράσεις και αποτελέσματα ορατά (π.χ. δυσμενείς μεταθέσεις εκπαιδευτικών κατά απαίτηση μαθητών-γονέων κ.τ.λ. ). Διεξάγεται εκπαιδευτική αξιολόγηση από μαθητές, γονείς, διάφορους κοινωνικούς φορείς, την λεγόμενη κοινή γνώμη κ.τ.λ. ). Όμως αυτή η αξιολόγηση δεν είναι ουδέτερη, έξω από τα κοινωνικά πρότυπα και συμπεριφορές, έξω από τις προτυπικές επιβολές της κοινωνίας του θεάματος, έξω από την κυρίαρχη αντίληψη της εμπορευματοποίησης των πάντων, του εξατομικευμένου και φοβισμένου ανθρώπου.

Επομένως αυτή η αξιολόγηση, όχι μόνο δεν είναι ουδέτερη, αλλά στην πραγματικότητα η ποιότητά της εκφράζει στη συγκυρία τον συσχετισμό δύναμης, των δυνάμεων που επιδιώκουν την εκμετάλλευση και την υποταγή με τις δυνάμεις που τα αντιστρατεύονται. Στις σημερινές συνθήκες με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης για τις λαϊκές δυνάμεις, η μεν ιεραρχικά δομημένη συστημική αξιολόγηση είναι αποβλητέα, η δε κοινωνική αξιολόγηση θέλει αντιμετώπιση.

Την πρώτη μπορεί να την παλέψει το εκπαιδευτικό κίνημα, ώστε να μην εφαρμοστεί, όπως κάνει δυο 10ετίες τώρα, την δεύτερη όμως όχι μόνο δεν μπορεί να την αγνοήσει, αλλά αν το κάνει μπορεί να έχει ως συνέπεια να ηττηθεί και στην πρώτη. Και για αυτό επίσης τον λόγο, η αντίληψή μας, όπως σε αυτό το κείμενο αναλύεται, περιέχει ως στοχοθεσία μια ριζική κριτική στους στόχους των προγραμμάτων σπουδών, την νέα διδακτική και την προσπάθεια που καταβάλουν μέσω αυτών, να αποσαθρώσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας κ.τ.λ.

Για να μεταβάλουμε την συντηρητική κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται ενάντια στην εκπαίδευση, σε μια κοινωνική εκπαιδευτική αξιολόγηση που επιβάλει μια εκπαιδευτική και μορφωτική διαδικασία προς το συμφέρον των υποτελών τάξεων, χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα πολιτισμού, που υποβάλει σε ριζική κριτική τις προδιαγραφές του νέου εκπαιδευτικού μοντέλου.

Το σύνθημά μας λοιπόν δεν μπορεί να είναι: «Στην αξιολόγηση της απόρριψης, αντιτάσσουμε την απόρριψη της αξιολόγησης». Γιατί αυτό απαντά με την άρνηση και σωστά στην δομημένη αξιολόγηση-χειραγώγηση των εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών δυνάμεων, αλλά δεν απαντά στην ευρύτερη κοινωνική αξιολόγηση που γίνεται στην μορφωτική-εκπαιδευτική διαδικασία.

Χρειάζεται λοιπόν ένα σύνολο πρακτικών και θεωρητικών δράσεων κάτω από το σύνθημα: «όχι στην αξιολόγηση, ναι στην βελτίωση του εκπαιδευτικού έργο», όπου το δεύτερο σκέλος του συνθήματος θα σημαίνει μια βελτίωση των μορφωτικών διαδικασιών, όπως την εννοεί μια εκπαιδευτική θεώρηση, που προτάσσει το συμφέρον των υποτελών στρωμάτων και τάξεων.

(Σημείωση Παναγ. Μπούρδαλα: Πρόκειται δηλαδή για πολλαπλή και δυναμική αλληλεπίδραση όλων των υποκειμένων του χώρου της εκπαίδευσης).

Αυτό σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά:

α) Την ενεργητική δράση του συλλόγου των διδασκόντων σε θέματα όπως συστηματικές απουσίες εκπαιδευτικών από τα μαθήματα, ακραίες συμπεριφορές από μέρους των, εμπορίας μορφωτικού αγαθού (φροντιστήρια στους μαθητές τους κ.τ.λ. ). β) την ανάπτυξη σχέσεων των συλλόγων διδασκόντων (συνεργασία όλων των συλλόγων διδασκόντων μιας περιοχής) με τις τοπικές κοινωνίες, από τη σκοπιά μιας έμπρακτης απόδειξης ενδιαφέροντος του εκπαιδευτικού κινήματος για το μορφωτικό αγαθό. Άρα κάθε σχολείο ή ομάδα σχολείων απαιτείται να έχει μορφωτική παρέμβαση στον περίγυρό του.

γ) Είναι αναγκαία επίσης η ανάπτυξη δραστηριοτήτων ανά περιοχή γενικά στην κουλτούρα των μαθητών ή και ανά ειδικότητα π.χ. στο επίπεδο μιας περιοχής που συγκεντρώνει σχετική εννιαιότητα μαθητικής δυσκολίας στα μαθηματικά, φυσική, γλώσσα κ.τ.λ., μπορεί να επιλεγούν ειδικές πρακτικές και συλλογικές δράσεις των εκπαιδευτικών ανά ειδικότητα.

Μια τέτοια δράση, όσο θα παίρνει γενικευμένα χαρακτηριστικά θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας πραγματικής μάχης πάνω στο θέμα της «επιμόρφωσης». Μιας μάχης που το εκπαιδευτικό κίνημα θα διεκδικήσει τον έλεγχο κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο στις ανάγκες, στο περιεχόμενο και στον τρόπο διεξαγωγής κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας. Έναν έλεγχο που θα σπάσει τον φαύλο κύκλο, που θέλει τον εκπαιδευτικό μαθητή του συστήματος και όχι της κοινωνίας.

Μια τέτοια συλλογική-συνεργατική δράση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού κινήματος για την βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, θα πρέπει βαθιά να κατανοεί, να περιφρουρεί και να πείθει την κοινωνία για την «απόλυτη» ελευθερία, που είναι αναγκαίο να χαίρει ο εκπαιδευτικός, όσο αφορά το ουσιαστικό του έργο μέσα στην τάξη. Η παιδαγωγική ικανότητα και η διδακτική δεινότητα δεν έχουν μέτρο και σε αυτό το ζήτημα καμία παραχώρηση ο εκπαιδευτικός και το εκπαιδευτικό κίνημα δεν μπορεί να κάνει. Γιατί η όποια παραχώρηση είναι στην ουσία ενάντια στην «ισόρροπη» ανάπτυξη της κοινωνίας.

Πρέπει να γίνει δηλαδή κατανοητό κοινωνικά, ότι ακόμα και η αρνητικότητα ενός εκπαιδευτικού σ’ αυτά τα ζητήματα (παιδαγωγική-διδακτική) αποτελούν για τον μαθητή μέσο σύγκρισης και άρα μέτρο εμβάθυνσης της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του. Μ’ άλλα λόγια σε τέτοιας έκτασης κοινωνικούς θεσμούς, όπως είναι τα εκπαιδευτικά συστήματα και κυρίως σε τέτοιους θεσμούς που οι επιδράσεις τους στους ανθρώπους δεν μπορούν να μετρηθούν άμεσα όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά δεν πρέπει οι εκπαιδευτικοί να είναι αντίγραφα του ίδιου μοντέλου.

Οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές στο σύνολό τους στοχεύουν ακριβώς να δημιουργήσουν εκτός των άλλων ένα εκπαιδευτικό υποκείμενο, ραμμένο με το ίδιο πατρόν. Είναι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα όχι του εκπαιδευτικού, αλλά της κοινωνίας μας. Μίας κοινωνίας που πρέπει να αποφασίσει και εξ’ αυτού του θέματος αν θέλει να πορευτεί προς το “θάνατο” ή τη ζωή. Γιατί η ομοιομορφία είναι πηγή θανάτου και όχι ζωής.

Αξιολόγηση και γνώση.

Η κεντρική σημασία που δίνουμε στο θέμα της γνώσης είναι φανερή σ’ ολόκληρο το κείμενο. Όμως μέχρι τώρα το κύριο βάρος δόθηκε στην κριτική της φορμαλιστικής κατεύθυνσης των προγραμμάτων σπουδών. Ιδιαίτερα στην κριτική της προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών σε καταρτίσεις που εξυπηρετούν άμεσα και με ένα τρέχον τρόπο τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Κριτικάραμε επίσης τα προγράμματα σπουδών στον βαθμό που αποψιλώνονται από μαθήματα που αποδεδειγμένα αναπτύσσουν την κριτική ικανότητα της νεολαίας, όπως επίσης και τα νέα συστήματα διδακτικής και αξιολόγησης ( test πολλαπλής επιλογής κ.τ.λ.).

Όμως το θέμα της γνώσης στην εποχή μας έχει ανοίξει σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, που αφορά αυτό καθεαυτό το περιεχόμενό της. Και πως μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν αυτή η γνώση στην υλοποιημένη μορφή της (εφαρμογή της σ’ όλους τους τομείς της ζωής), έχει οδηγήσει σε αμφισβήτηση υπαρξιακή, εμάς και τον πλανήτη μας.

Με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, ο καπιταλισμός κατάφερε να ελέγξει πλήρως την γνώση. Κατάφερε να υποκλέψει το σύνολο της παραγωγικής γνώσης που ήταν στα χέρια των εργατών – παραγωγών και να την μετατρέψει σε νεκρή εργασία. Αποθησαύρισε αυτή την γνώση και μετέφερε την διαδικασία επεξεργασίας της έξω από τον χώρο της παραγωγής. Έτσι μορφοποίησε την υλοποιημένη μορφή της (μηχάνημα) κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση των αξιακών προτύπων του. Ιδιαίτερα με το τέλος της β΄ βιομηχανικής επανάστασης, δεν μπορούμε να μιλάμε πια για γνώση γενικά, αλλά για καπιταλιστική γνώση. Μια γνώση δηλαδή που εγγράφει στο εσωτερικό της τις ίδιες τις αστικές αξίες, τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις.

Το περιεχόμενο λοιπόν των προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες φιλτράρεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιέχει μόνο γνώσεις που αξιώνουν και αναπαράγουν το αστικό αξιακό πρότυπο και φαντασιακό. Επομένως ο εκπαιδευτικός, πρέπει να αναπαράγει γνώσεις που εμφανώς σε πολλά σημεία είναι αντιανθρώπινες. Στο βαθμό που αυτό θα γίνεται βαθιά και πλατιά αντιληπτό, η σύγκρουση θα αναπτύσσεται και η αξιολόγηση καλείται να παίξει τον ρόλο του Προκρούστη.

Είναι αδήριτη αναγκαιότητα ένα νέο ρεύμα πολιτισμού να υποβάλλει σε ριζική κριτική τα προγράμματα σπουδών, ως προς το περιεχόμενο της γνώσης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Είναι ανάγκη το κίνημα αυτό να απαιτήσει και να επιβάλει ριζική αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών, πρώτα-πρώτα σε αντιφορμαλιστική κατεύθυνση.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην β/βάθμια εκπαίδευση, έτσι ώστε να περιέχουν αφετηριακές γνώσεις από όλα τα πεδία που το ανθρώπινο πνεύμα προσδιορίστηκε. «Ρατσιστική» αντιμετώπιση της ποσοτικής γνώσης, υπέρ μιας γνώσης που αναπτύσσει την κριτική ικανότητα. Εκτεταμένα αντισταθμιστικά προγράμματα στήριξης εκείνων των κομματιών της νεολαίας, που μειονεκτούν κοινωνικά και μορφωτικά.

Αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών στην γ/βάθμια εκπαίδευση, όχι μόνο προς την κατεύθυνση του ενός πτυχίου ανά επιστημονικό κλάδο, αλλά και εισαγωγή βασικών γνώσεων από όλους τους κλάδους, σε κάθε κλάδο. Εισαγωγή τουλάχιστον σε πανεπιστημιακό επίπεδο σε όλα τα επιστημονικά πεδία γνώσεων διαφορετικών ρευμάτων πολιτισμού από τον δυτικό πολιτισμό, και όχι μόνο.

Δεν μπορούν π.χ. οι επιστήμες της αγωγής να αφορούν τον νηπιαγωγό, τον δάσκαλο και όσους εργάζονται στην β/βάθμια εκπαίδευση, αλλά όχι και τον γιατρό, τον νομικό, τον μηχανικό κ.τ.λ., όπως δεν μπορεί η ιατρική να μην αφορά τον εκπαιδευτικό, τον μηχανικό κ.τ.λ.

Είναι τραγικό οι μισοί έλληνες να τρέχουν στον βελονιστή, τον ομοιοπαθητικό, και στην πρακτική ιατρική, αλλά αυτά τα πεδία να μην υπάρχουν ούτε καν στις ιατρικές σχολές.

Θέλουν έναν επιστήμονα μηχάνημα. Έναν μηχανικό π.χ. που να μην γνωρίζει στοιχεία ιατρικής και παιδαγωγικής, ώστε να μπορεί να κρίνει τις συνέπειες των ερευνών του.

Είναι φανερό πως ένα τέτοιο κίνημα γενικευμένης κριτικής των βαθύτερων αστικών προθέσεων σε σχέση με την παιδεία – εκπαίδευση στο βαθμό, που θα έχει στοιχειώδη αποτελέσματα, θα επιφέρει πλήγματα στην ιεραρχική – ατομικιστική γνώση (δηλαδή την καπιταλιστική), υπέρ μιας γνώσης με στοιχεία αντιϊεραρχικά – συλλογικά και συνεργατικά.

Θα απορροφηθούν (ξεπεραστούν) έτσι αιτήματα για επιπλέον έτος παιδαγωγικής επάρκειας, αφού η παιδαγωγική και η φιλοσοφία είναι σε όλα τα επιστημονικά πεδία αναγκαία. Θα ξανατεθεί επιτέλους το ερώτημα επί της ουσίας και εφ’ όλης της ύλης. Ποια γνώση και για ποιόν;

Και ίσως σιγά-σιγά, ανοίξει το πραγματικό κατά την γνώμη μας ερώτημα, που συνίσταται στο «όχι μόνο ποιες παραγωγικές σχέσεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές, αλλά και ποιες παραγωγικές δυνάμεις θα αντικαταστήσουν τις καπιταλιστικές που σήμερα κυριαρχούν».

Όπως το νέο αξιολογικό αστικό μοντέλο δεν διαχωρίζει την πιστοποίηση (αξιολόγηση) εκπαιδευτικών δομών, την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, την δια βίου ατομική αξιολόγηση (εκπαιδευτικών – μαθητών), έτσι και το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να διαχωρίσει την αξιολόγηση – κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος, των προγραμμάτων σπουδών του, την νέα διδακτική του, την αγοραία προσασμοστικότητά του.

Μια κριτική όμως, που για να έχει αποτελέσματα, πρέπει να συνοδεύεται με πρακτικές βελτιώσεις του εκπαιδευτικού έργου σε ένα περιεχόμενο και μια κατεύθυνση αντικαπιταλιστική. Γιατί ο καπιταλισμός, όπως και το λαϊκό κίνημα, διεκδικούν τον ίδιο κόσμο, ο καθένας κάτω από το δικό του φαντασιακό.

Ναξάκης Αντώνης, Παναγιώτης Μπούρδαλας,

Πάτρα, Φθινόπωρο του 2000.

Τα αίτια του σχίσματος

ΠΑΠΙΣΜΟΣ – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ΡΩΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ

 

Πολλοί νομίζουν πως το filioque (δηλ η προσθήκη της λέξεως «και εκ του Υιού» για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, στο σύμβολο της πίστεως) αποτέλεσε αιτία του σχίσματος ανάμεσα στη «Ρωμαιοκαθολική» και την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η Ιστορία αυτή, είναι ένας μύθος που πρέπει επιτέλους κάποτε να εκλείψει. Στην πραγματικότητα οι Ρωμαίοι Πάπες αντιστάθηκαν δυναμικά στο filioque μόλις αυτό προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως από τους Φράγκους.

Ο Πάπας Λέων Γ’ (796-816), επειδή γνώριζε από πρώτο χέρι τις πιέσεις των Φράγκων σ’ αυτό το ζήτημα, προχώρησε σε μια πράξη που φανερώνει το πλήρες μέγεθος της παπικής αντίδρασης στις φράγκικες αυθαιρεσίες. Φρόντισε ώστε το Ορθόδοξο Σύμβολο της Πίστεως (χωρίς το filioque ) να αναγραφεί σε δύο ασημένιες πλάκες (μια στα λατινικά και μια στα ελληνικά) τις οποίες ανήρτησε σε ψηλό σημείο στο ναό του Αγίου Πέτρου για να είναι ευανάγνωστες από όλους τους πιστούς.

Οι μεγάλες ΑΣΗΜΕΝΙΕΣ ΠΛΑΚΕΣ που έγραφαν το Ορθόδοξο σύμβολο της πίστης είχαν την επιγραφή: «HAEC LEO POSUI AMORE ET CAUTELA ORTHODOXAE FIDEI» δηλαδή: «Εγώ, ο Λέων βάζω εδώ (τις πλάκες) για την αγάπη και την προστασία της Ορθόδοξης Πίστης.» Σχετική αναφορά μπορείτε να βρείτε στο: VITA LEONIS, LIBER PONTIFICALIS (Ed.Duchene, TII, p.26 -η πηγή είναι από βιβλιογραφία των Παπικών!)

Ο Λέων πίστεψε ότι οι Φράγκοι δε θα τολμούσαν να προσβάλουν το ιερότερο κέντρο της δυτικής Χριστιανοσύνης. Το 809 οι τελευταίοι προχώρησαν στην επίσημη καθιέρωση του filioque με τη σύνοδο του Άαχεν. Μια και ο Πάπας εξακολουθούσε να διατηρεί την Ορθόδοξη παράδοση, ο Καρλομάγνος έστειλε μια αντιπροσωπεία στη Ρώμη υπό το μοναχό Σμάραγδο για να τον μεταπείσει. Στα πρακτικά της συνάντησης, που διασώζονται μέχρι σήμερα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Λέων αρνήθηκε κατηγορηματικά. Οι διάδοχοι του συνέχισαν να είναι αντίθετοι στο filioque μέχρις ότου οι Φράγκοι κατέλαβαν δια της βίας το Πατριαρχείο Ρώμης και εγκατέστησαν οριστικά δικό τους Πάπα (πιθανόν από το 1009 και μετά).

Άλλη μία ΑΠΑΤΗ των Φράγκων αποκαλύφθηκε το 1948 από τον μεγάλο ιστορικό F. Dvornik στο έργο του «The Photian Schism», το οποίο πλέον είναι κλασσικό. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, κάθε Ρωμηός θα σοκαριστεί από τις μηχανορραφίες της δύσης, εναντίον των Ρωμηών. Σε αυτό μαθαίνουμε πως τον 12ο αιώνα οι Φράγκοι πλαστογράφησαν κάποιον δήθεν αφορισμό του Φωτίου από τον Ρωμαίο Πάπα Ιωάννη Η΄. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ! Σε αυτόν τον ψεύτικο αφορισμό στηρίχτηκαν οι θεωρίες των Φράγκων παπικών, για το Σχίσμα, μέχρι και τον εικοστό αιώνα.

Ο Ρωμαίος Πάπας Ιωάννης Η’, δείχνει με τον βίο του, την αγάπη του στην Ρωμηοσύνη και την Ορθόδοξη πίστη. Το 873 πίεσε το Φράγκο αυτοκράτορα Λουδοβίκο τον Ευσεβή και κατάφερε να τον κάνει να απελευθερώσει τον Ρωμηό ιεραπόστολο των Σλάβων Μεθόδιο, που ήταν φυλακισμένος στη Μοραβία από τους Φράγκους για τρία χρόνια [Obolensky Dimitri, «Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία», Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1991, τόμ. Α΄, σ. 242]. Επίσης αγωνίστηκε για το δικαίωμα των Σλάβων να τελούν τις ακολουθίες στη γλώσσα τους.

Σε αυτή την περίπτωση ερχόμενος σε οξύτατη σύγκρουση με τους Φράγκους που υποστήριζαν τη θεωρία των τριών ιερών γλωσσών (εβραϊκή, ελληνική, λατινική) [Obolensky σ. 244]. Συμμετείχε δε, το 879, (όταν Πατριάρχης ήταν ο Μ Φώτιος) στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (η οποία σήμερα δεν αναγνωρίζεται από τους Φράγκους Παπικούς), στην οποία καταδικάστηκαν όσοι δεν αποδέχονταν την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, δηλαδή οι Φράγκοι. (που την απέρριψαν επί Καρλομάγνου το 794).

[Περισσότερα στο βιβλίο: «Ρωμηοσύνη η Βαρβαρότητα» του Αναστ. Φιλιππίδη σελ. 162].

Διαβάζουμε:

«Την γέννησιν του Φραγκικού Πολιτισμού περιγράφει εις επιστολήν του ο Άγιος Βονιφάτιος προς τον Πάπα της Ρώμης Ζαχαρίαν (natione Graecus) [Δηλαδή γέννημα της Magna Graecia της Κάτω Ιταλίας.] το 741. Οι Φράγκοι είχαν απαλλάξει την Εκκλησίαν της Φραγκίας από όλους τους Ρωμαίους επισκόπους και είχον αυτοκατασταθή επίσκοποι και κληρικοί διοικηταί της. Ήρπασαν την περιουσίαν της Εκκλησίας και την εχώρισαν εις τιμάρια, των οποίων την επικαρπίαν διένειμαν ως Φέουδα, συμφώνως προς τον βαθμόν που κατείχε έκαστος εις την πυραμίδα της στρατιωτικής φεουδαρχικής ιεραρχίας.

Αυτοί οι Φράγκοι επίσκοποι δεν είχον Αρχιεπίσκοπον και δεν είχον συνέλθει εις σύνοδον επί 80 χρόνια. Συνήρχοντο δια τα εθνικοεκκλησιαστικά θέματα μαζί με τους βασιλείς και λοιπούς συναδέλφους οπλαρχηγούς. Κατά τον Άγιον Βονιφάτιον, ήσαν «αδηφάγοι λαϊκοί, μοιχοί και μέθυσοι κληρικοί, οι οποίοι μάχονται εις τον στρατόν με πλήρη πολεμικήν εξάρτησιν και με τας χείρας των σφάζουν χριστιανούς και ειδωλολάτρας.» [Migne P L, 89, 744; Mansi 12, 313-314 ]

Μόλις πενηντατρία χρόνια αργότερα οι διάδοχοι αυτών των αγραμμάτων βαρβάρων προσέθεσαν το Filioque εις το Σύμβολον της Πίστεως και κατεδίκασαν την Ανατολικήν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν ως αιρετικήν και «Γραικικήν,» εις τας Συνόδους των της Φραγκφούρτης το 794 περί εικόνων και της Ακυϊσγράνου το 809 περί της προσθήκης του Filioque εις το Σύμβολον της Πίστεως της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, και εις εποχήν μάλιστα που δεν εγνώριζον ούτε ένα Πατέρα Οικουμενικής Συνόδου. Επί 215 χρόνια, από το 794 μέχρι το 1012 οι Ρωμαίοι Ορθόδοξοι Πάπαι ηρνήθησαν να υποταχθούν εις τους Φράγκους κυρίους τους εις τα θέματα του Filioque και των εικόνων.

Ο τελευταίος Ορθόδοξος Ρωμαίος Πάπας που μνημονεύεται στα δίπτυχα των υπολοίπων τεσσάρων Ρωμαίων Πατριαρχείων είναι ο Ιωάννης ΙΗ΄ (1003-1009) και ο πρώτος αιρετικός Ρωμαίος Πάπας που εξέπεσε από τα δίπτυχα, αφού προσέθεσε το Filioque στην ομολογίαν πίστεώς του, ήτο ο Σέργιος Δ (1009-1012), δηλαδή 42 χρόνια πριν από το λεγόμενον σχίσμα του 1054. »

[π. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης , «Ορθόδοξος και Βατικανιος συμφωνια περι Ουνίας»,

Πηγή: http://www.antibaro.gr/religion/rwmanidhs_ounia.htm]

 

Η κίνησή των Φράγκων, να καταλάβουν την παλαιά Ρώμη και να επιβάλλουν τις απόψεις τους, δεν ήταν τυχαία. Η παλαιά Ρώμη περιεβάλετο με μία αίγλη. Αν και η πόλη της Ρώμης είχε ολόκληρη μεταφερθεί, ωστόσο, η κατάληψη της παλαιάς Ρώμης θα έδινε το (ψευτο)νομικό έρεισμα που χρειαζόντουσαν οι Φράγκοι για να προβληθούν ως συνεχιστές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επίσης η διάσπαση της Εκκλησίας, τους βοηθούσε, γιατί σήμαινε αποκοπή της δύσης από την ανατολή και άρα αποκοπή της από την Νέα Ρώμη.

Ήταν μία πολύ έξυπνη κίνηση.

ΠΗΓΗ: http://www.romanity.oodegr.com/