• Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός… πάντα!

  • Η Αποικία μας επί τα ίδια λημέρια!!!

  • Που και που περνόντας και από το Facebook

  • Επικοινωνία

  • PageRank

    Free Google PageRankChecker Script
  • Ανά την υφήλιο από 9-2-09

    free counters
  • Παγκόσμια όραση από 30-9-08

  • Εσείς τώρα είστε στην παρέα μου

    website stats
  • Επισκέψεις φίλων και περαστικών

    • 619.548 μελέτες ή ματιές από 10-11-2007
  • οι ερχόμενοι μετά πολλών επαίνων

    free web stats
  • Φρέσκα σχόλιαααα…

    Ηθικισμός στην Ορθοδ… στη Να μην χάσουμε τα πάθη – Να τα…
    Ηθικισμός στην Ορθοδ… στη Να μην χάσουμε τα πάθη – Να τα…
    Ιβάν ο οχληρός στη Περί υποχρεωτικής προσευχής κα…
    Ο νεοελληνικός Καραγ… στη O οθωμανικός Karagöz, ο νεοελλ…
    manitaritoubounou στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟ… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟ… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    manitaritoubounou στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    Θάλεια Καμπουροπούλι… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    manitaritoubounou στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟ… στη Λίγα σχόλια για την «Κυριακή σ…
    Το μυστήριο του αίμα… στη Το μυστήριο του αίματος, ο τρι…
    Με τέτοιο μπάχαλο, μ… στη Ο Εβραίος που ήθελε να γίνει Χ…
    Ιωάννης της Κροστάνδ… στη Ιωάννης της Κροστάνδης ο άγιος…
    Ιβάν ο οχληρός στη Ιωάννης της Κροστάνδης ο άγιος…
  • Καλά, μ΄αυτά φάγατε το χρόνο σας αυτές τις μέρες;

  • Του μήνα μας, μέρες λόγου και σιωπής

    Νοέμβριος 2007
    Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
        Δεκ. »
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930  
  • Τα τελευταία σφυρίγματα του τραίνου

  • Πρώτες κουβέντες στο Μανιτάρι του Βουνού

  • RSS Φιλαλήθης / Philalethe00

  • RSS Εκπαιδ. Παρέμβαση Αχαΐας

  • RSS Τσουκνίδα θεολογική

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι…

  • RSS Κόκκινη Πιπεριά

  • RSS π. Λiβυος

  • RSS Στον ίσκιο του Ήσκιου

  • RSS ο Σα της Στροφής

  • RSS Άλιος φίλος

  • RSS Ιδιωτική Οδός

  • RSS Το ζωντανό ιστολόγιο

  • RSS Το βλέμμα κάθε Βδομάδας

  • RSS Black Cat ★ Red Cat

  • RSS Το μικρό κελλάρι

  • RSS Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ

  • RSS Πόντος και Αριστερά

  • RSS Απλή και ήσυχη ζωή…

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • Ανασκαφές στο ορυχείο μας

  • Ομάδες μανιταριών στο καστανόδασος των αναστεναγμών

  • a

  • Ενώ σας καλώ κοντά μου, εσείς πάτε μακρυά μου

  • Μεταστοιχεία

  • RSS Κίν. Υπεράσπισης προσφύγων-μεταναστών Αχ

  • RSS ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΙ

  • RSS Το εγκόλπιο του Ναύκο

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Πατρινή εκπ. Γκρίνια

  • RSS Εξαποδώ

  • RSS Καλλιτεχνική πατρινή διάδραση

  • RSS Θεαμαπάτες & Δικτυώματα

  • RSS OMADEON

  • RSS Ιθαγενείς

  • RSS utopia vs pragma

  • RSS GREEK RIDER

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Herr K.

  • RSS Άρωμα Ασίας πατρινής

  • RSS Το κονάκι του Αντώνη

  • RSS α-εργώδες

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS οοδε-Ιστολόγιο

  • RSS Θεολογία Ζάντε – περιβάλλοντος

  • RSS Theoprόvlitos

  • RSS Ardalion’s Weblog

  • RSS ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Τα πολιτικά ρεύματα στην Οικολογία

Πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά ρεύματα στο περιβαλλοντικό κίνημα

του Χάρη Ναξάκη

 

Το μέγεθος και η παγκοσμιοποίηση της οικολογικής κρίσης, στην αρχή περιθωριακά και στη συνέχεια πιο έντονα, άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 να απασχολεί τους πολιτικούς σχηματισμούς. Στα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων η περιβαλλοντική διάσταση είχε πλέον μια θέση.

Όπως συνήθως συμβαίνει, των πολιτικών σχηματισμών προηγήθηκαν οι επιστήμες και μάλιστα οι αιρετικές απόψεις μέσα στις επιστήμες. Οι κυρίαρχες τάσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, τουλάχιστον ως τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, αν όχι και μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζονταν από την εικόνα[1] μιας ανυπότακτης φύσης που πρέπει να τιθασεύσει η ορθολογική ανθρωπότητα, από την πεποίθηση ότι ο έλεγχος και η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, στην ζωώδη φύση του, προϋποθέτει την κυριαρχία πάνω στη φύση. Οι επιστήμες του ανθρώπου θεώρησαν, εξ ορισμού, ότι συγκροτούνται ως ανταγωνιστικός πόλος με την φύση.

Στον χώρο κυρίως της βιολογίας εμφανίστηκαν οι πρώτες αιρετικές οικολογικές σκέψεις για την αλληλεπίδραση φυτών και ζώων, η οποία σχηματίζει το οικοσύστημα, για την μελέτη της σταθερότητας και της διατάραξης των οικοσυστημάτων, την αμφισβήτηση της εξελικτικής δαρβινικής αντίληψης, κ.λ.π. Οι αντιλήψεις αυτές αντέστρεψαν τις κυρίαρχες απόψεις για την φύση και βοήθησαν την οικολογική σκέψη και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Όπως όμως σωστά επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης[2] η οικολογία στην ουσία της είναι πολιτική και όχι επιστημονική, γιατί η επιστήμη αυτή καθ’ αυτή είναι ανίκανη να ορίσει τα όρια ή τους σκοπούς της. Αν της ζητήσουμε τα πιο αποτελεσματικά και οικονομικά μέσα για να καταστρέψουμε τον γήινο πληθυσμό, μπορεί να μας δώσει μια επιστημονική απάντηση, δεν έχει δηλαδή ως επιστήμη τίποτε να πει ως προς το καλό ή κακό χαρακτήρα ενός τέτοιου σχεδίου.

Η επιστημονική λοιπόν οικολογία προηγήθηκε, αλλά και αλληλοτροφοδοτήθηκε στην συνέχεια από την πολιτική και κοινωνική οικολογία, όπως επίσης τα πρώτα οικολογικά κινήματα και πράσινα κόμματα εμφανίστηκαν στις ανεπτυγμένες χώρες και πλαισιώθηκαν στην αρχή από μεσαίες εισοδηματικά κοινωνικές ομάδες, κύκλους διανοούμενων και επιστημόνων, από το αντιπολεμικό-ειρηνιστικό κίνημα, το φεμινιστικό κίνημα, κλπ. Τα κυριότερα πολιτικοκοινωνικά ρεύματα και οι απόψεις που διατυπώνουν γύρω από το περιβαλλοντικό πρόβλημα θα αναλυθούν στην συνέχεια.

Φιλελευθερισμός

Οι φιλελεύθερες απόψεις αντιμετωπίζουν τα περιβαλλοντικά προβλήματα μέσα από το φιλελεύθερο δόγμα, ότι ο επιχειρηματίας, το οικονομικό άτομο, λειτουργεί με βάση την αρχή της μεγιστοποίησης του κέρδους και της ελαχιστοποίησης του κόστους. Ακραία εκδοχή της άποψης αυτής είναι η θέση του Coase[3], ο οποίος θεωρεί ότι οι εξωτερικές επιβαρύνσεις, που προκαλούνται από την ρύπανση, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη και κατά προτεραιότητα πρέπει να αποζημιώνει η επιχείρηση που ρυπαίνει.

Η κρατική παρέμβαση κατά τον Coase υποκαθιστά τον μηχανισμό της αγοράς, γιατί τα περιβαλλοντικά προβλήματα αφορούν τους φυσικούς πόρους που δεν ανήκουν σε κανένα, δηλαδή ανήκουν σε όλους, έτσι ώστε η ανυπαρξία ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων να δικαιολογεί την κρατική παρέμβαση και να παρεμποδίζει τους μηχανισμούς της αγοράς να διευθετήσουν το πρόβλημα.

Για τους φιλελεύθερους, η αγορά είναι η μόνη αρμόδια για να αντιμετωπίσει το περιβαλλοντικό πρόβλημα, με το να δοθούν τιμές στη φύση, να θεωρήσουμε ότι οι φυσικοί πόροι έχουν αξία, είναι εμπορεύματα, γιατί οι τιμές είναι που ρυθμίζουν τις μεταβολές των διαθέσιμων ποσοτήτων των αγαθών.

Η οικονομική αποτίμηση των φυσικών αγαθών – από τον αέρα που αναπνέουμε, τους ωκεανούς και τα δάση, τα ορυκτά αποθέματα, την χλωρίδα και την πανίδα – και η ανταλλαγή τους στην αγορά, θα καθορίσει σύμφωνα με τους φιλελεύθερους τους ρυθμούς ζήτησης και κατανάλωσής τους, θα ρυθμίσει τον ρυθμό ανάλωσης (καταστροφής) τους.

Ταυτόχρονα, όπως ήδη γίνεται, η εμπορευματοποίηση της φύσης πρέπει να συνδυαστεί με την επέκταση της ατομικής ιδιοκτησίας στους φυσικούς πόρους, επέκταση που είχε περιορισμένοι σημασία όταν οι φυσικοί πόροι ήταν σε αφθονία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επέκτασης της ατομικής ιδιοκτησίας στους φυσικούς πόρους είναι οι γενετικοί πόροι[4]. Στους φυτογενετικούς πόρους στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η δημιουργία καινούργιων ποικιλιών (π.χ. υβρίδια καλαμποκιού). Η ιδιωτικοποίηση των πόρων αυτών περνά σήμερα μέσω της χορήγησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, πνευματικής ιδιοκτησίας, καταχώρησης των γονιδίων σε τράπεζες γονιδίων από τις πολυεθνικές εταιρίες, κλπ.

Για τους φιλελεύθερους λοιπόν η λύση είναι η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία, η κεφαλαιοποίηση της φύσης, έτσι ώστε ο μηχανισμός προσφοράς-ζήτησης να οδηγήσει σε αύξηση της τιμής εκείνων των πόρων που εξαντλούνται και να επιταχύνει την αποκατάστασή τους μέσω τεχνολογικών καινοτομιών.

Ήδη στις ανεπτυγμένες χώρες είναι πραγματικότητα η μετάβαση αυτή που περιλαμβάνει: οικοκεφάλαια, οικοπροϊόντα, πράσινο μάρκετινγκ, πράσινους managers, οικοτράπεζες, οικοσυμβούλους, πράσινους καταναλωτές, κλπ.

Σοσιαλδημοκρατία

Η σοσιαλδημοκρατική άποψη επιδιώκει την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων μέσω μιας νέου τύπου ρύθμισης των σχέσεων κοινωνίας και φύσης, μέσω ενός μοντέλου οικονομίας της αγοράς με οικολογική προστασία, που θα το ονομάσουμε οικολογικό νεοκεϋνσιανισμό (οικολογικό κράτος).

Η παραγωγική διαδικασία ρυπαίνει την ατμόσφαιρα, εξαντλεί τους ορυκτούς πόρους και τη γονιμότητα του εδάφους, κλπ., επιφέρει δηλαδή μια εξωτερική επιβάρυνση στο περιβάλλον και το κοινωνικό σύνολο. Οι εξωτερικές αυτές επιβαρύνσεις[5] δημιουργούνται όταν η παραγωγή ενός αγαθού μειώνει την ευημερία τρίτων προσώπων, χωρίς να είναι δυνατή η αποζημίωσή τους μέσω των τιμών της αγοράς. Η αγορά δεν ενσωματώνει στην τιμή του αγαθού όλο το κόστος με το οποίο επιβαρύνεται η κοινωνία – κοινωνικό κόστος – αλλά μόνο αυτό που επιβαρύνει τον παραγωγό του προϊόντος – ιδιωτικό κόστος – γεγονός που σημαίνει ότι το ιδιωτικό κόστος είναι μικρότερο από το κοινωνικό.

Το αποτέλεσμα είναι ο επιχειρηματίας να αγνοεί την ανάλωση ορισμένων στοιχείων του περιβάλλοντος, τις εξωτερικές επιβαρύνσεις. Άρα οδηγούμαστε σε μια παραγωγή μεγαλύτερη της κοινωνικά επιθυμητής[6] και σε μια συνακόλουθη ανάλωση των φυσικών πόρων, γιατί βέβαια αν ο παραγωγός επιβαρυνόταν με το κόστος της ζημιάς που προκαλεί στο περιβάλλον, το κόστος και η τιμή του προϊόντος θα ήταν υψηλότερη και η παραγωγή και η κατανάλωση μικρότερη.

Για τους παραπάνω λόγους ο μηχανισμός της αγοράς αποτυγχάνει για τους σοσιαλδημοκράτες να προστατεύσει το περιβάλλον και υπάρχει ανάγκη κρατικής και πολιτικής διαμεσολάβησης.

Η κρατική παρέμβαση έχει ως στόχο την εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους, τον καθορισμό νομοθετικά των ορίων ζημιάς που οι παραγωγοί και οι καταναλωτές μπορούν να προξενούν στο περιβάλλον και αυτό μπορεί να γίνει με την επιβολή φόρων, ανωτάτων ορίων ρύπανσης, κλπ. Αν για παράδειγμα ο φόρος κατά μονάδα εκβαλλόμενης ρύπανσης είναι ίσος με την ζημιά της ρύπανσης, θα ανέβει το ιδιωτικό κόστος τόσο ώστε να ταυτιστεί με το κοινωνικό και θα περιοριστεί η ρύπανση.

Όσον αφορά επίσης τους φυσικούς πόρους οι τιμές τους δεν μπορούν να διαμορφωθούν μόνο στην αγορά, γιατί η αγορά[7] δεν διαθέτει κανένα μηχανισμό για να υπολογίζει την εξαντλησιμότητά τους, τη στενότητά τους.

Η παγκοσμιοποίηση μάλιστα της οικολογικής κρίσης επιβάλλει τη συντονισμένη διεθνή παρέμβαση. Αν για παράδειγμα ορισμένες χώρες περιβάλλουν μια λίμνη και υποθέσουμε ότι όλες, εκτός από μια, αποφασίσουν να μειώσουν την ποσότητα των λυμάτων που ρίχνουν στην λίμνη, τότε αυτή η μια θα καρπωθεί τα οφέλη, χωρίς να επωμίζεται αναλογικά το κόστος της απορρύπανσης.

Πρόκειται για μια μη ριζική οικολογική μεταρρύθμιση, έτσι ώστε τα διάφορα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος να εφαρμόζονται σταδιακά και να μην ανακόπτουν την συσσώρευση του κεφαλαίου και των κερδών. Η οικολογικοποίηση του κεφαλαίου προϋποθέτει την απόσβεση πρώτα του πάγιου επενδυμένου κεφαλαίου.

Οι πιο προχωρημένες σοσιαλδημοκρατικές προτάσεις σήμερα γίνονται από τους εργατικούς (Βρετανία) και τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, που προτείνουν μια οικολογική αναδιάρθρωση της κοινωνίας, χωρίς η περιβαλλοντική προστασία να αντιμάχεται την οικονομική αποδοτικότητα και την ανάπτυξη. Όπως όμως παρατηρεί ο Α. Γκορζ[8] η οικονομική επιταγή της απόδοσης είναι θεμελιακά διαφορετική από την οικολογική επιταγή της συντήρησης, γιατί η αναζήτηση υψηλότερου κέρδους στην κλίμακα της επιχείρησης οδηγεί σε αυξανόμενες σπατάλες στην κλίμακα της συνολικής οικονομίας.

Αριστερά

Παρότι οι Μαρξ και Ένγκελς διατύπωσαν μια κριτική σκέψη για τη σχέση κοινωνίας και φύσης και μια άρνηση στο να ταυτίσουν την έννοια της προόδου με την εξουσίαση (κατάκτηση) της φύσης μέσω της επιστήμης, οι «επίγονοι» και κυρίως ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η θεσμική Αριστερά δεν αμφισβήτησαν, αλλά ενίσχυσαν, το βιομηχανικό μοντέλο της απεριόριστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη σημερινή οικολογική καταστροφή.

Σύμφωνα με τον Μαρξ: «Η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου… Ο άνθρωπος ζει από τη φύση, δηλαδή η φύση είναι το σώμα του και πρέπει να διατηρήσει ένα συνεχή διάλογο μαζί της αν θέλει να μην πεθάνει …»,[9] ενώ για τον Ένγκελς «οι άνθρωποι που ξερίζωναν τα δάση στην Μεσοποταμία, στην Ελλάδα, στην Μικρασία και αλλού για να αποκτήσουν καλλιεργήσιμη γη … βάζανε το θεμέλιο για την σημερινή ερήμωση των χωρών εκείνων γιατί … αφαιρούσαν τα κέντρα συγκέντρωση και διατήρησης της υγρασίας»[10].

Χαρακτηριστική επίσης είναι η διαπίστωση του Ένγκελς ότι πλησιάζει το χρονικό σημείο «όπου η ηλιακή θερμότητα που εξαντλείται δεν θα φτάνει πια να λιώνει τον πάγο των πόλων και οι άνθρωποι όλο και περισσότερο θα στριμώχνονται προς τον Ισημερινό, αλλά ούτε και εκεί θα βρίσκουν αρκετή θερμότητα για να ζουν και τελικά θα εξαφανιστεί κάθε ίχνος οργανικής ζωής και η γη»[11].

Η θεσμική (κοινοβουλευτική) Αριστερά ταύτισε την έννοια της προόδου με την εξουσίαση της φύσης μέσω της επιστήμης, φετιχοποίησε[12] την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων υποβαθμίζοντας τις παραγωγικές σχέσεις, θεοποίησε την τεχνολογία, αναζητώντας τεχνικές λύσεις στα περιβαλλοντικά προβλήματα και ταυτόχρονα δεν συνέδεσε την περιβαλλοντική υποβάθμιση με την οικονομία της αγοράς και του κέρδους.

Τέλος η παραπάνω λογική του παραγωγισμού και του τεχνολογικού ντετερμινισμού εξαντλεί τις περισσότερες φορές την πολιτική της παρέμβαση σε φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμιστικές προτάσεις.

Βέβαια μέσα στην αριστερά αναπτύχθηκαν ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα (κυρίως μειοψηφικά), που αντιλαμβάνονται τα οικολογικά προβλήματα από μια ριζοσπαστική σκοπιά και όχι ως μια απλή επιδιόρθωση της σημερινής τάξης πραγμάτων.

Επιστημονική οικολογία

Η επιστημονική οικολογία και κυρίως η αγγλοσαξωνική συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης. Η κλασική βιολογία και ιδιαίτερα ο εξελικτικός δαρβινισμός θεωρούσαν ότι η εξέλιξη των ειδών στην φύση καθορίζεται από ένα ανταγωνιστικό πρότυπο, επιβιώνει ο πιο δυνατός μέσω του ανταγωνισμού. Η επιστημονική οικολογία ήρθε να ανατρέψει την παραπάνω θεώρηση του ανθρώπου για τις φυσικές διαδικασίες και όχι μόνο αυτήν, με το να αποδείξει ότι τα είδη στη φύση δεν έχουν μόνο ανταγωνιστικές αλλά και συνεργατικές σχέσεις, η ομαδική επιλογή πολλές φορές υπερισχύει της ατομικής επιλογής και η εξέλιξη των ειδών είναι αποτέλεσμα και της προσαρμογής, της αυτορρύθμισης.

Σωστά έχει επισημανθεί[13] ότι οι επιστημονικές προσεγγίσεις της φύσης είναι έκφραση των κοινωνιών που τις παράγουν και των αντιλήψεων των κοινωνιών για τον ίδιο τον εαυτό τους. Το βιολογικό τελικά αντίστοιχο μιας κοινωνίας που στηρίζεται στον ελεύθερο ανταγωνισμό και την αγορά ήταν φυσιολογικά ο ανταγωνισμός των ειδών, η πάλη για την επιβίωση.

Η επιστημονική οικολογία μελέτησε επίσης τις διασυνδέσεις και τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο περιβάλλον και τους οργανισμούς (οικοσύστημα), το σύνολο των χαρακτηριστικών της ζωής ενός είδους, διατύπωσε την άποψη ότι και ο ίδιος ο άνθρωπος[14] αποτελεί οικοσύστημα, και αντιπαρατέθηκε στη γραμμική αιτιοκρατική αντίληψη[15] και στην αναγωγική προσέγγιση του δαρβινισμού. Στην άποψη δηλαδή που ερμηνεύει τις ιδιότητες ενός συνόλου (π.χ. οικοσυστήματος) ανάγοντάς τις στις ιδιότητες των επιμέρους στοιχείων του (π.χ. γονίδια), οδηγώντας έτσι σ’ ένα πειραματικό απομονωτισμό και αγνοώντας την αλληλεξάρτηση και τις διασυνδέσεις των επιμέρους στοιχείων μεταξύ τους.

Βέβαια η επιστημονική οικολογία διατύπωσε και ορισμένες ακραίες απόψεις, όπως η Γαία, του Τ. Λοβλοκ[16]. Σύμφωνα με την ντετερμινιστική αυτή άποψη η γη και η βιόσφαιρα αποτελούν ένα αυτορρυθμιζόμενο σύστημα και διαθέτουν φυσικούς μηχανισμούς αυτορρύθμισης για να αντιμετωπίσουν την αύξηση των περιβαλλοντικών καταστροφών.

Από τη θεοποίηση λοιπόν του ανθρώπου (διαφωτισμός) στη θεοποίηση της μάνας-φύσης (η φύση αμύνεται μόνη της χωρίς να έχει ανάγκη τον άνθρωπο). Από το χώρο της επιστημονικής οικολογίας, κατά κύριο λόγο, προέρχονται επίσης οι τεχνοκράτες οικολόγοι, η τεχνοκρατική οικολογία, η οποία απλώς ενδιαφέρεται για την τεχνική διαχείριση των οικοσυστημάτων, της μόλυνσης, κλπ.

Κοινωνική οικολογία

Το ρεύμα της κοινωνικής[17] οικολογίας εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 στις ΗΠΑ με κύριο χαρακτηριστικό τη σύνδεση της δομής της κοινωνίας με τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Το οικολογικό πρόβλημα για τους οπαδούς της κοινωνικής οικολογίας έχει κοινωνική προέλευση, η στάση κυριαρχίας απέναντι στη φύση είναι αποτέλεσμα της οικονομικής εκμετάλλευσης και των εξουσιαστικών δομών.

Η σύνδεση κοινωνίας και οικολογίας, σε μια χώρα με ασθενή αριστερή παράδοση, βρήκε οπαδούς στο χώρο των φεμινιστριών, των αντιρατσιστών και των ειρηνιστών, γεγονός που κατέστησε την κοινωνική οικολογία ένα συγγενικό οικολογικό ρεύμα με τα ευρωπαϊκά περιβαλλοντικά κινήματα, τα οποία αναπτύχθηκαν στη συνέχεια. Με μια όμως διαφορά. Στις ΗΠΑ το περιβαλλοντικό κίνημα ποτέ δεν αναμίχθηκε στο κεντρικό πολιτικό παιχνίδι, και αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να απευθύνεται σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα.

Το ρεύμα της κοινωνικής οικολογίας και κυρίως η αμερικανική εκδοχή του, όπως τονίζει ο Μ. Μπούκτσιν, διαχωρίζεται πλήρως από τον περιβαλλοντισμό. Αυτοί οι άνθρωποι (οι περιβαλλοντιστές), αναφέρει ο Μπούκτσιν, θέλουν ο αέρας και τα νερά των ποταμών να είναι καθαρά, γι’ αυτό επιδιώκουν τη θέσπιση νέων νόμων, θέλουν να συμμετάσχουν στην διακυβέρνηση του κράτους, να επηρεάσουν τις επιχειρήσεις από τα μέσα, να αναπτυχθούν ήπιες τεχνολογίες, κλπ. και αρνούνται να αναφερθούν στη στενή σχέση της κοινωνίας μας με την οικολογική κρίση.

Αντίθετα η κοινωνική οικολογία επιδιώκει μια μη ιεραρχική κοινωνία, που θα προσαρμόζεται στα οικοσυστήματα, αποκεντρωμένη και αυτοδιαχειριζόμενη, που θα βασίζεται, όπως η ζωή στη φύση, στη συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό, στην ανάγκη μιας αρμονικής σχέσης ανθρώπου-φύσης.

Πολιτική οικολογία

Το ρεύμα της πολιτικής οικολογίας αναπτύχθηκε κυρίως στην Δ. Ευρώπη, που τα κινήματα έχουν την τάση για παρέμβαση στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο (εκλογές, κλπ.) και να αρθρώνουν συνολικό πολιτικό λόγο, έχει δε κοινά στοιχεία με την κοινωνική οικολογία, τουλάχιστον ως προς την διαπίστωση ότι η περιβαλλοντική κρίση συνδέεται με τις δομές της οικονομίας της αγοράς.

Το ρεύμα της πολιτικής οικολογίας εκφράστηκε στην Δ. Ευρώπη, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, από μικρές οικολογικές ομάδες, τη στιγμή που η αριστερά είτε αγνοούσε είτε υποτιμούσε τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Τα πρώτα του αιτήματα αφορούσαν την πυρηνική ενέργεια, την όξινη βροχή, τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, την ειρήνη, κλπ. Στη συνέχεια οι οικολογικές οργανώσεις μετασχηματίστηκαν σε πολλές περιπτώσεις σε πράσινα κόμματα, διεκδικώντας ενεργή παρέμβαση στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Χαρακτηριστικά είναι τα εκλογικά ποσοστά στη Δ. Ευρώπη των πράσινων κομμάτων στις εθνικές εκλογές: Μ. Βρετανία 1,5% (1992), Γερμανία 5,8% (1990), Βέλγιο 5,1% (1991), Πορτογαλία 8,8% (1991), Ιταλία 2,5% (1987), Σλοβενία 8,8% (1990), Φιλανδία 6,8% (1991), Ελβετία 6,7% (1991), Αυστρία 4,5% (1990), κλπ.

Το ρεύμα της πολιτικής οικολογίας, μέσω των πράσινων κομμάτων, διεύρυνε από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 την οπτική του, θέλοντας το ζήτημα της σύνδεσης της ανάπτυξης με την περιβαλλοντική κρίση και ζητώντας τον μετριασμό της ανάπτυξης, όπως και τα θέματα της δημοκρατίας, διεκδικώντας τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τα γραφειοκρατικά όργανα στο κοινοτικό, περιφερειακό και αυτοδιαχειριστικό επίπεδο (Ευρώπη των περιφερειών με κοινωνική συμμετοχή). Ταυτόχρονα πρόβαλε και άλλα ζητήματα όπως τη διατήρηση της πολιτιστικής ποικιλότητας, τον τεχνολογικό μετασχηματισμό προς καθαρές τεχνολογίες, τη χρήση ήπιων μορφών ενέργειας, κλπ.

Η παγκοσμιοποίηση τέλος των οικολογικών προβλημάτων οδήγησε πολλές οικολογικές οργανώσεις στη συνειδητοποίηση ότι το ρυπογόνο πρότυπο ανάπτυξης του αναπτυγμένου Βορρά είναι υπεύθυνο για την οικολογική καταστροφή του Νότου και του Τρίτου Κόσμου. Το οικονομικό χρέος των χωρών του Τρίτου Κόσμου προς τον αναπτυγμένο βορρά, για να εξυπηρετηθεί οδηγεί τις χώρες αυτές σε αύξηση των εξαγωγών, για την εξεύρεση συναλλάγματος, γεγονός που συνεπάγεται μια αυξανόμενη[18] εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πόρων, καταστρεπτικά για το περιβάλλον μεγάλης κλίμακας ενεργειακά ή γεωργικά έργα, μονοκαλλιέργειες (π.χ. κακάο, καφές), με αποτέλεσμα την αποδάσωση[19] και αποσάθρωση των εδαφών, κ.λ.π.

Βέβαια οι χώρες του Τρίτου Κόσμου βρίσκονται σήμερα βυθισμένες στην φτώχεια και την ανισότητα, η έλλειψη στοιχειωδών αγαθών διατροφής, υγείας, υποδομής, κλπ. είναι δραματική, γεγονός που σημαίνει ότι αναπτυξιακά έργα συμβατά με το περιβάλλον είναι αναγκαία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της έκτασης των προβλημάτων των χωρών του Τρίτου Κόσμου σε κάλυψη στοιχειωδών αναγκών είναι ότι μόνο σε μια πόλη της Ιαπωνίας, το Τόκιο (24 εκ. κάτοικοι), υπάρχουν περισσότερες τηλεφωνικές γραμμές από όσες σε ολόκληρη την Αφρική (500 εκ. κάτοικοι).

Να σημειώσουμε εδώ ότι στον χώρο της πολιτικής οικολογίας, που εντάσσεται ένα ευρύ φάσμα ιδεολογικών ρευμάτων (οικοσοσιαλιστές, εναλλακτικοί και ριζοσπάστες, οικολόγοι, αντικαπιταλιστικές αριστερές ομάδες, κλπ.) εκφράζονται και ευρωκεντρικές απόψεις.

Ορισμένοι οικολόγοι των μητροπόλεων ενδιαφέρονται για μια οικολογική μεταρρύθμιση στον αναπτυγμένο βορρά (πράσινοι φόροι, ήπιες μορφές ενέργειας, κλπ.), εις βάρος του περιβάλλοντος στον Τρίτο Κόσμο, δηλαδή επιδιώκουν την μετεγκατάσταση των σπάταλων ενεργειακών παραγωγικών μονάδων και καταναλωτικών προτύπων στις χώρες αυτές. Ο δυτικός καταναλωτής, για να μην περιορίσει το βιοτικό του επίπεδο, συναινεί στην απόρριψη των τοξικών αποβλήτων στον Τρίτο Κόσμο, στην εγκατάσταση εκεί των ρυπογόνων βιομηχανιών, κλπ.

Στον χώρο επίσης της πολιτικής οικολογίας αναπτύσσονται και τεχνοκρατικές κρατικιστικές αντιλήψεις, που αντιλαμβάνονται την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων μέσω της διαχείρισης της τεχνολογίας, της επιβολής νόμων, διεθνών κανόνων, κλπ.

Αξιοσημείωτο ακόμα είναι το σχίσμα που έχει δημιουργηθεί σε αρκετές οργανώσεις της πολιτικής οικολογίας (πράσινα κόμματα) στην Ευρώπη, κυρίως μεταξύ των ριζοσπαστών οικολόγων, που θεωρούν ότι το κύριο βάρος πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων και όχι στην οικολογική διαχείριση του συστήματος και των ρεαλιστών, που υιοθετούν μια στρατηγική δημιουργίας ενός μεταρρυθμιστικού συνασπισμού στο κοινοβούλιο από κοινού με τους σοσιαλδημοκράτες.

Ιδιαίτερη τέλος μνεία πρέπει να κάνουμε και στις απόψεις ορισμένων διανοουμένων (Α. Γκορζ, Κ. Καστοριάδης, Ε. Μορέν, κλπ.) που αναζητούν ένα οικολογικό «μοντέλο» κοινωνίας με αυτοδιαχειριστικά χαρακτηριστικά, με μείωση της σφαίρας που διαπνέεται από την οικονομική λογική και επέκταση των μη εμπορευματικών δραστηριοτήτων, την παραγωγή προϊόντων διαρκούς χρήσης μέσω ήπιων μορφών ενέργειας, κλπ.

Βαθιά οικολογία

Το ρεύμα της βαθιάς οικολογίας, που και αυτό είναι σημαντικά αναπτυγμένο στις ΗΠΑ και βρίσκεται σε μόνιμη αντιπαράθεση με την κοινωνική οικολογία, την οποία θεωρεί ανθρωποκεντρική και ορθολογική, χαρακτηρίζεται από έντονο φυσιολατρισμό, μυστικισμό, δίνει έμφαση στην επιστροφή στην «άγρια κατάσταση», στην προσωπική στάση του κάθε ατόμου απέναντι στην φύση.

Η βαθιά οικολογία προσδίδει σχεδόν θεϊκές ιδιότητες στη φύση, καλεί τους οικολογικά ευαίσθητους να σκέπτονται όπως τα βουνά (!!), αγωνίζεται για την προστασία των «άγριων» φυσικών τμημάτων του πλανήτη, θεωρεί τη φύση και την κοινωνία ως ανταγωνιστικά μέρη και τον άνθρωπο περιττό στοιχείο, γι’ αυτό άλλωστε και το όνομα της βασικότερης οργάνωσης της βαθιάς οικολογίας είναι Earth first. Οι οπαδοί της βαθιάς οικολογίας πιστεύουν ότι τα οικοσυστήματα αυτορρυθμίζονται, γι’ αυτό η ανθρώπινη παρέμβαση είναι περιττή και ίσως είναι περιττή και αυτή καθ’ αυτή η ανθρώπινη υπόσταση, στον βαθμό που αυτή είναι υπεύθυνη για την οικολογική κρίση.

Όπως οι φιλελεύθεροι λένε ότι πρέπει να αφήσουμε ανεμπόδιστους τους νόμους της αγοράς να λειτουργήσουν, έτσι και η βαθιά οικολογία θεωρεί ότι πρέπει να αφήσουμε[20] τους νόμους της φύσης να κινηθούν ελεύθερα.

Οι ακραίες απόψεις αυτού του ρεύματος, που ελάχιστα συνδέουν την οικολογική κρίση με κοινωνικές αιτίες, φτάνουν μέχρι το σημείο να θεωρούν ότι για το καλό της γης χρειάζεται ένας λιμός για να μειωθεί ο πληθυσμός της γης, στον βαθμό που ο υπερπληθυσμός είναι υπεύθυνος για την καταστροφή της φύσης. Πολλές φορές επίσης εκφράζονται απόψεις ρατσιστικές, όπως ότι οι αγρότες στον Τρίτο Κόσμο είναι υπεύθυνοι για την καταστροφή των δασών και των ζώων ή ότι οι Αφρικανοί και οι Λατινοαμερικάνοι μετανάστες καταστρέφουν το φυσικό περιβάλλον της Β. Αμερικής.

Η δράση των βαθιά οικολόγων και κυρίως της Οργάνωσης Earth first, χαρακτηρίζεται από το «οικοσαμποτάζ», την καταστροφή του εξοπλισμού της βιομηχανικής κοινωνίας, κάθε δημιουργήματος του ανθρώπου. Πρόκειται για ένα «πόλεμο» ανάμεσα στους φύλακες αγγέλους της φύσης και στον ανθρώπινο κατακτητικό πολιτισμό.

Περιβαλλοντικές οργανώσεις

Ο όρος περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφέρεται σε οικολογικές ομάδες με τοπικές αναφορές ή με ενασχόληση με μεμονωμένα περιβαλλοντικά θέματα και κατά κανόνα χωρίς συνολική ιδεολογική και κοινωνική θεώρηση.

Τέτοιες οργανώσεις είναι:

Όμιλοι καταναλωτών βιολογικών προϊόντων,

υγιεινολόγοι,

εταιρείες για την μελέτη και την προστασία των υγροτόπων,

ομάδες προστασίας των άγριων ζώων,

εταιρείες ανακύκλωσης,

όμιλοι για μια οικολογική (βιοκλιματική) αρχιτεκτονική,

ομάδες εθελοντικής πυροπροστασίας των δασών,

βιοκαλλιεργητές,

χορτοφάγοι,

φίλοι οικολογικών μέσων μεταφοράς (ποδήλατο), κλπ.

Τέλος έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε σε οργανώσεις με πολύπλευρη δραστηριότητα όπως η Γκρηνπής, που έχει αναπτύξει αξιόλογη δράση και έχει προσφέρει και στον τομέα της επιστημονικής μελέτης.

Συμπερασματικά: Είναι κοινή η διαπίστωση ότι το οικολογικό κίνημα έχει συνεισφέρει στην διερεύνηση των σχέσεων κοινωνίας και φύσης, στην κριτική της ανάπτυξης, παρότι το ζήτημα αυτό παραμένει θεωρητικά ανοικτό (περιορισμός της ανάπτυξης ή μηδενική ανάπτυξη) κλπ.

Στα πλαίσια του οικολογικού κινήματος αναπτύχθηκαν δύο κυρίαρχα ρεύματα, αυτό της θεσμικής οικολογίας και το ρεύμα της ριζοσπαστικής οικολογίας.

Το ρεύμα της θεσμικής οικολογίας, της οικολογικής μεταρρύθμισης, ενσωματώνεται σήμερα στους κυρίαρχους μηχανισμούς της οικονομίας της αγοράς και αυτό είναι αποτέλεσμα του ότι δεν θεωρεί ότι οι αιτίες της οικολογικής κρίσης πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την οικονομία της αγοράς και της επιδίωξης του κέρδους. Άλλοι στα πλαίσια αυτού του ρεύματος επιδιώκουν να επιλύσουν τα οικολογικά προβλήματα με τεχνολογικά μέσα, θεωρώντας δεδομένες τις καπιταλιστικές δομές και άλλοι προσπαθούν να γίνουν καταναλωτές οικολογικών προϊόντων, να λύσουν τα οικολογικά προβλήματα με την αλλαγή απλώς του καταναλωτικού πρότυπου.

Η ριζοσπαστική οικολογία, που περιλαμβάνει τμήματα της πολιτικής, της κοινωνικής και της επιστημονικής οικολογίας, τη μη θεσμικής αριστεράς, κλπ., αποτελεί μια από τις πιο ελπιδοφόρες πλευρές της οικολογικής κριτικής, που είναι απαραίτητο όμως να συνδέσει την κριτική της και με άλλες όψεις του καπιταλιστικού συστήματος (φτώχεια, εργασία, κλπ.).

 

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΕΣΕΙΣ, Θέσεις 59, Απρίλιος – Ιούνιος 1997

http://www.theseis.com/1-75/theseis/t59/t59f/naxaki.htm,


[1] Μ. Μπούκτσιν, «Τι είναι κοινωνική οικολογία», Βιβλιόπολις, 1992, σελ.28.

[2] Κ. Καστοριάδης, «Ελευθεροτυπία», 14/12/1993.

[3] A. Coase, «The problem of social cost», «Journal of Law and Economics», 1960, σελ.50.

[4] Π. Μ. Ζυλι, «Ρίο Η διάσκεψη της αλήθειας», <Π>Νέα οικολογία<Π>, τ.93-94, 1992, σελ.18-20.

[5] Σ. Καράγιωργας, «Δημόσια Οικονομική, Οικονομικές λειτουργίες του κράτους», Παπαζήσης, 1979, σελ.191-221.

[6] E. Mishan, «The cost of economic growth», Staples Press, 1967, σελ.68.

[7] Τ. Βλάχου, «Ανάπτυξη και Φύση», «Θέσεις», Απρίλιος – Ιούνιος 1992, σελ.109-115.

[8] Α. Γκορζ, «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός, Οικολογία», Εναλλακτικές εκδόσεις, 1993, σελ.80-88.

[9] Κ. Μαρξ, «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα», Γλάρος, 1975, σελ.97.

[10] Φ. Ένγκελς, «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου», Διαλεκτά Έργα, Τ. ΙΙ, Αναγνωστίδης, 1975, σελ.90.

[11] Φ. Ένγκελς, «Εισαγωγή στη διαλεκτική της φύσης», Διαλεκτά Έργα, Τ. ΙΙ, Αναγνωστίδης 1975, σελ.75.

[12] R. Richta, «Ο πολιτισμός στο σταυροδρόμι», Ράππας, 1978, σελ.20.

[13] Κ. Κορφιάτης, «Επιστήμη, περιβάλλον και οικολογικό κίνημα», στο: «Οικολογικοποίηση της σκέψης», Εναλλακτικές εκδόσεις, 1990, σελ.72-80.

[14] Ζ. Ρομπεν, «Ενάντια στη θέληση για δύναμη», στο: «Οικολογικοποίηση της σκέψης», Εναλλακτικές εκδόσεις, 1990, σελ.40-52.

[15] Π. Ζυκιεν, κ.ά., «Το μανιφέστο των οικοσοσιαλιστών», Εποχή, 1991, σελ.191.

[16] Ε. Μορεν, «Η οικολογικοποίηση της σκέψης», Εναλλακτικές εκδόσεις, 1990, σελ.19-38.

[17] Μ. Μπουκτσίν, όπ. π (1), σελ.30.

[18] Η. Ευθυμιόπουλος, «Μετά την συνάντηση της γης», «Νέα οικολογία», τ. 93-94, σελ.24-25, 1992.

[19] Μ. Μοδινός, «Μύθοι ανάπτυξης στους τροπικούς», Στοχαστής, 1986, σελ.80.

[20] Π. Ζυκιέν, κ.ά. όπ. π., σελ.142.

Ο άτλαντας της ορθοδοξίας

Θα παρουσιάζουμε τα στοιχεία που αποτελούν τον άτλαντα της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα στοιχεία θα ανανεώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ


Τα ορθόδοξα πατριαρχεία είναι εννέα:

(Σ. Σ. 4 πρεσβυγενή και 5 νεωτερικά)

το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και

τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας,

Αντιοχείας,

Ιεροσολύμων,

Ρωσίας,

Σερβίας,

Ρουμανίας,

Βουλγαρίας και

Γεωργίας.

 

* ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ:

agiasofiapolhs.jpg

Η δικαιοδοσία του εκτείνεται από την Κωνσταντινούπολη, όπου είναι η έδρα του,

ως τα πέρατα του κόσμου. Εκτός από τις πέντε «περιφέρειες»

της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, έχει δικαιοδοσία:

α) Στις τέσσερις εντός Τουρκίας επαρχίες του θρόνου.

Δηλαδή: Χαλκηδόνος, Ιμβρου και Τενέδου, Πριγκηποννήσων και Δέρκων.

β) Στη Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους.

γ) Στις οκτώ επαρχίες της Κρήτης.

δ) Στις 4 επαρχίες της Δωδεκανήσου.

ε) Στις 14 επαρχίες της ορθόδοξης διασποράς.

Δηλαδή Αμερικής,

Αυστραλίας,

Θυατείρων και Μ. Βρετανίας,

Γαλλίας και εξαρχίας πάσης Ιβηρίας,

Γερμανίας και εξαρχίας Κεντρώας Ευρώπης,

Αυστρίας και εξαρχίας Ουγγαρίας,

Βελγίου και εξαρχίας Κάτω Χωρών,

Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας,

Ν. Ζηλανδίας,

Ελβετίας και εξαρχίας Ευρώπης,

Ιταλίας,

Καναδά,

Νοτίου Αμερικής,

Κεντρώας Αμερικής,

Χονγκ-Κονγκ και

Άπω Ανατολής.

στ) Στις 35 επαρχίες των λεγομένων Νέων Χωρών της Ελλάδος, οι οποίες παραχωρήθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιτροπικώς.

Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αναφέρονται και

οι αυτόνομες Εκκλησίες Φιλανδίας, Εσθονίας και Λετονίας.

 

* ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ:

Είναι το δεύτερο κατά την Εκκλησιαστική Τάξη Πατριαρχείο και έχει τις εξής μητροπόλεις:

Μέμφιδος με έδρα το Κάιρο,

Λεοντοπόλεως με έδρα την Ισμαηλία Αιγύπτου,

Πηλουσίου (Πορτ Σάιντ),

Αξώμης (Τύνιδα),

Ζιμπάμπουε (Χαράρε),

Καμπάλας (στην Ουγκάντα),

Κένυας και Ειρηνουπόλεως (Ναϊρόμπι),

Ιωαννουπόλεως και Πρετόριας (Γιοχάνεσπουργκ),

Ακρωτηρίου Καλής Ελπίδος (Κέιπ Τάουν),

Χαρτούμ (Σουδάν),

Ερμουπόλεως (Τάντα Αιγύπτου),

Νταρ Ες Σαλαάμ (Νταρ Ες Σαλαάμ),

Καμερούν (Γιαουντέ) και περιλαμβάνει 12 ανεξάρτητα κράτη Κεντρικής και Δυτικής Αφρικής, Κεντρώας Αφρικής (Κινσάσα Κονγκό).

Επίσης υπάρχουν και πέντε επισκοπές:

Μαδαγασκάρης, Νιγηρίας, Γκάνας, Μπουκόμπα και Ζάμπιας.

 

* ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ:

Περιλαμβάνει 23 επαρχίες από τις οποίες

6 στη Συρία,

6 στο Λίβανο,

3 στην Τουρκία,

1 στην Αραβία,

5 στην Αμερική,

μία στην Αυστραλία και

μία στην Ευρώπη

Οι μητροπόλεις είναι:

Ιερά Αρχιεπισκοπή (έδρα Δαμασκός),

Βεροίας (Χαλεπίου) και Αλεξανδρέττας,

Βόστρων (Πετρώα Αραβία),

Εμμέσης (Χομς),

Επιφανείας (Χάμα, Συρία),

Λαοδικείας.

 

Στον Λίβανο:

Βηρυττού,

Βύβλου και Βοτρύων (Λίβανος),

Ηλιουπόλεως (Ζάχλε, Συρία),

Τριπόλεως και Χώρας,

Τύρου και Σιδώνος, Αρκαδίας.

 

Στην Τουρκία:

Αμίδης (Ντιαρμπακίρ),

Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ),

Ταρσού και Αδάνων.

Στην Αραβία η μητρόπολη Βαγδάτης και Κουβέιτ.

 

Στον υπόλοιπο κόσμο επαρχίες του Πατριαρχείου Αντιοχείας:

Σαν Πάολο Βραζιλίας,

Βορ. Αμερικής,

Μπουένος Αϊρες,

Μεξικού, Σαντιάγκο (Χιλή),

Αυστραλίας,

Δυτικής και Κεντρώας Ευρώπης (Παρίσι).

 

* ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ:

Έχει εν ενεργεία τις εξής μητροπόλεις:

Πτολεμαΐδος (Ακρα),

Ναζαρέτ,

Φιλαδελφείας (Αμμάν Ιορδανίας).

Διαθέτει πατριαρχικές επιτροπείες ακόμη

στην Αμερική,

καθώς και ναούς και προσκυνήματα

στο Ισραήλ,

την Αμερική και

την Ελλάδα.


Στην περιφέρειά του βρίσκεται η Μονή Σινά, με αντιπροσωπείες

στην Αίγυπτο,

την Ελλάδα,

την Κύπρο,

τον Λίβανο και

την Τουρκία.

* ΜΟΣΧΑΣ:

Περιλαμβάνει

82 μητροπόλεις στη Ρωσία,

38 στην Ουκρανία,

10 στη Λευκορωσία και

επισκοπές στην Αυστρία,

την Αργεντινή,

το Βέλγιο,

τη Μ. Βρετανία,

τη Γερμανία,

το Καζακστάν,

το Αζερμπαϊτζάν,

τον Καναδά,

τη Λετονία,

τη Λιθουανία,

στη Μολδαβία,

στις ΗΠΑ,

στο Ουζμπεκιστάν,

τη Γαλλία,

Εσθονία,

Ιαπωνία.

* ΣΕΡΒΙΑΣ:

Περιλαμβάνει 36 μητροπόλεις ή επισκοπές.

* ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ:

 

Περιλαμβάνει

41 μητροπόλεις ή επισκοπές.

Η Ρουμανία έχει 22 επαρχίες,

8.400 ενορίες,

3.400 υποενορίες,

9.400 ιερείς και διακόνους και

στις 324 μονές και σκήτες ζουν περίπου 4.100 μοναχοί.

* ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ:

Περιλαμβάνει

15 μητροπόλεις στη Βουλγαρία και στον υπόλοιπο κόσμο.

Διαθέτει συνολικά 4.720 ναούς,

600 παρεκκλήσια,

250 μοναχούς και

1.545 εφημέριους.

* ΓΕΩΡΓΙΑΣ:

 

Περιλαμβάνει

36 μητροπόλεις ή επισκοπές

 

με 486 ναούς,

1.004 εφημερίους και

65 μοναστήρια.


ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ


* ΕΛΛΑΔΟΣ:

Η Εκκλησία της Ελλάδος περιλαμβάνει 81 μητροπόλεις.

Έχει 8.515 ιερείς,

7.945 ενοριακούς ναούς,

ανδρικά μοναστήρια 216, γυναικεία 259 και

66 ησυχαστήρια,

καθώς και 1.041 μοναχούς και

2.500 μοναχές.

* ΚΥΠΡΟΥ:

Εκτός της Αρχιεπισκοπής, διαθέτει

5 μητροπόλεις:

Πάφου,

Κιτίου,

Κηρύνειας,

Λεμεσού,

Μόρφου.

* ΠΟΛΩΝΙΑΣ:

Περιλαμβάνει έξι επισκοπές ή μητροπόλεις,

έχει 263 ενορίες,

στις οποίες υπηρετούν 330 εφημέριοι,

4 ανδρικά μοναστήρια και τρία γυναικεία,

ενώ ο αριθμός των πιστών είναι περίπου 600.000.

* ΑΛΒΑΝΙΑΣ:

Εκτός από την Αρχιεπισκοπή Τιράνων,

στη δύναμή της ανήκουν οι μητροπόλεις

Κορυτσάς,

Βερατίου και

Αργυροκάστρου.

Στη «δύναμή» της έχει 130 ιερείς και

δύο μοναστήρια με επτά μοναχούς.

* ΤΣΕΧΙΑΣ – ΣΛΟΒΑΚΙΑΣ:

Περιλαμβάνει εκτός από την Αρχιεπισκοπή Πράγας,

μία ακόμη επισκοπή στην Τσεχία και

δύο στη Σλοβακία.

Επίσης 4 μονές.

1η ΠΗΓΗ: ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 15/05/2005, απόσπασμα από άρθρο της Μαρίας Παπουτσάκη, http://www.enet.gr/online/online_print.jsp?id=74796600,