Προς το manitari.tou.bounou@gmail.com:
Παρακολούθησα στο μπλόγκ σας την κριτική και την ανταλλαγή απόψεων γύρω από όσα συνέβησαν πριν και μετά την παρουσίαση του βιβλίου «Η Πατερικὴ στάση στους θεολογικούς διαλόγους και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος». Παρακολουθώ, επίσης, τη συνέχεια της συζήτησης, με αναφορά στον «π. Ιουστίνο Πόποβιτς και τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο».
Βέβαια, ο αντίλογος έπεται του λόγου, στην περίπτωση όμως αυτή προηγήθηκε, αφού οι απόψεις μου ήσαν άγνωστες στους (επι)κριτές μου. Εν τούτοις στέλνω τις θέσεις που εκτέθηκαν στην παρουσίαση του παραπάνω βιβλίου για ενημέρωσή σας, και αν κρίνετε, την παράθεση μέρους ή όλου του κειμένου, για την ενημέρωση όσων σας παρακολουθούν.
Ο προβληματισμός από τις θέσεις των Πατέρων, που επιτυχώς ή ανεπιτυχώς παρουσιάζω, πάντα είναι γόνιμος.
Με εκτίμηση
Σημάτης Παναγιώτης
Παρουσίαση του βιβλίου
«Η Πατερική στάση στους θεολογικούς διαλόγους
και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος»
Σημάτη Παναγιώτη
Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι[1]
Κάτω από αντίξοοες συνθήκες, που δημιούργησε η έμφοβη εξουσιαστική νοοτροπία κάποιων κύκλων και οι ύβρεις ανθρώπων, που ούτε κατ’ όψιν μας εγνώριζαν, γίνεται τελικά η παρουσίαση ενός βιβλίου που δεν φιλοδοξεί τίποτ’ άλλο, παρά να παρουσιάσει ένα υπαρκτό πρόβλημα, αυτό των Θεολογικών Διαλόγων με τους ετερόδοξους. Με την έρευνα αυτή, προσπάθησα να καταγράψω, ποια είναι η παρακαταθήκη των Πατέρων της Εκκλησίας μας για το θέμα. Και επειδή ο όγκος των Πατερικών κειμένων ήταν τεράστιος και παράλληλα το βιβλίο δεν έχει αυστηρώς επιστημονικό-Ακαδημαϊκό χαρακτήρα, δόθηκε το βάρος σ’ αυτούς που διαμορφώνουν και δίνουν τη γραμμή για τους Διαλόγους.
Πρωτεύοντα και καθοριστικό ρόλο, ως γνωστό, στους Διαλόγους παίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος έχει εκφράσει δια πολλών τις απόψεις του γι’ αυτούς, και κατευθύνει την όλη προσπάθεια δια του λόγου του και των ποικίλων ενεργειών του. Οι ενέργειές του αυτές έχουν από πολλές πλευρές κατακριθεί ως αντιπατερικές, αφού οδήγησαν ανεπαισθήτως στην υιοθέτηση και υλοποίηση µιάς οικουµενιστικού και ουνιτικοῦ τύπου θεολογίας —όπως φαίνεται και διά γυµνού οφθαλµού, από την απλή ανάγνωση των παρατιθέμενων στο βιβλίο πατερικών κειµένων— αφού καταστρατηγούνται µεθοδικά έως καταργήσεως αποστολικά παραγγέλµατα, δόγµατα και Ιεροὶ Κανόνες -και όχι µόνο «κατ’ οικονοµίαν»- παρά τις συχνές διαβεβαιώσεις του Πατριάρχη, ότι «ουδέν θυσιάζοµεν και ουδέν απεµπολούµεν», ο οποίος στηρίζει τα αντιπατερικά ανοίγµατά του προς το Βατικανό και στα αναπόδεικτο επιχείρηµα ότι οι αιρετικοί έχουν ειλικρίνεια!
Οι Πατέρες, όµως, -οµόφωνα και διαχρονικά- διαφορετική στάση εκράτησαν προς τους αιρετικούς και είχαν καθαρά και αγιοπνευµατικά κριτήρια για να ελέγξουν την ειλικρίνειά των αιρετικών. Απαιτούσαν έλεγχο και όχι ανοχὴ των «αιρετικών αναπλασµάτων», αποκάλυψη της αιρετικής «πονηρίας και δολιότητος» και όχι συγκάλυψη, αντίσταση σθεναρή και αποστροφή της αιρέσεως, «παραίτηση» από τους ετερόδοξους µετά εύλογο χρονικό διάστηµα, κατά την Παύλεια προτροπή «αιρετικόν άνθρωπον µετά µίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού». Γύρω, κυρίως, απ’ αυτό το αποστολικό χωρίο -που κακοποίησε ερμηνευτικά ο Πατριάρχης-, επικεντρώθηκε η έρευνα. Και δυστυχώς για τον Πατριάρχη, οι δεκάδες Πατέρες, των οποίων τα κείμενα διεξήλθα και παρουσιάζονται στο βιβλίο, διαφωνούν με την ερμηνεία που ο ίδιος δίδει και εφαρμόζει.
Είναι ανάγκη να τονιστεί εδώ, ότι οι Πατέρες δεν απέφευγαν το Διάλογο, αλλά τον διενεργούσαν με αγιοπατερικά κριτήρια και προϋποθέσεις. Δεν θυσίαζαν την Αλήθεια χάριν τάχα της Αγάπης, αφού ο χριστιανός δεν ακολουθεί ιδέες και αλήθειες άσαρκες, αλλά το σαρκωμένο Θεό-Λόγο, που είναι και η Αλήθεια, και η Αγάπη, και η Οδός, και η Ζωή και η Σωτηρία του ανθρώπου. Έτσι, η Εκκλησία δεν αποκλείει το Διάλογο. Ο Διάλογος της Εκκλησίας, όμως, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», από αγάπη προς όλους τους ανθρώπους και εκείνους που ευρίσκονται εκόντες-άκοντες στις αιρετικές «εκκλησίες». Τώρα, ποια σχέση και ομοιότητα έχει αυτή η Εντολή, με τους σύγχρονους θεολογικούς Διαλόγους «επί ίσοις όροις», αναλύεται εμπεριστατωμένα στις σελίδες αυτού του βιβλίου.
Εκεί εξηγείται, πως η αγάπη προς τους ετερόδοξους και οι μετ’ αυτών Διάλογοι, έχει νόηµα για τους Πατέρες, όταν βοηθούνται να κατανοήσουν την πλάνη τους και όχι, όταν αφήνονται να εφησυχάζουν µε τους εναγκαλισµούς και τις συµπροσευχές, την παραδοχή εκ µέρους των ορθοδόξων, ότι κι εκείνοι αποτελούν την «Εκκλησία». Γιατί έτσι δίνεται η ευκαιρία στους ηγέτες τους, να εργάζονται απροκάλυπτα για την εφαρµογή των αιρετικών στόχων τους.
Ασφαλώς, η πατερική τοποθέτηση δεν κλείνει την πόρτα του Διαλόγου. Κλείνει µόνο την πόρτα των αυθαίρετων και καινοτόµων πρωτοβουλιών και ανοίγει θεαρέστως τον δρόµο της εντάξεως των ετεροδόξων στην ΜΙΑ Εκκλησία «εξ ης απεκόπησαν», αφού φανερώνει υπακοή στις Εντολές του Ευαγγελίου και καλεί σε έντιµη αντιµετώπιση των Διαλόγων.
Η αδιάκριτη, αδόκιµη και κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων αντιµετώπιση των ετεροδόξων κατά τις τελευταίες δεκαετίες, συνιστά εισαγωγή ιδεολογήµατος ξένου προς την Πατερική Παράδοση και ελέγχεται ως υποβολή των ετεροδόξων, µέσω των σπουδασάντων θεολόγων σε παπικ






