Προς το manitari.tou.bounou@gmail.com:
Παρακολούθησα στο μπλόγκ σας την κριτική και την ανταλλαγή απόψεων γύρω από όσα συνέβησαν πριν και μετά την παρουσίαση του βιβλίου «Η Πατερικὴ στάση στους θεολογικούς διαλόγους και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος». Παρακολουθώ, επίσης, τη συνέχεια της συζήτησης, με αναφορά στον «π. Ιουστίνο Πόποβιτς και τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο».
Βέβαια, ο αντίλογος έπεται του λόγου, στην περίπτωση όμως αυτή προηγήθηκε, αφού οι απόψεις μου ήσαν άγνωστες στους (επι)κριτές μου. Εν τούτοις στέλνω τις θέσεις που εκτέθηκαν στην παρουσίαση του παραπάνω βιβλίου για ενημέρωσή σας, και αν κρίνετε, την παράθεση μέρους ή όλου του κειμένου, για την ενημέρωση όσων σας παρακολουθούν.
Ο προβληματισμός από τις θέσεις των Πατέρων, που επιτυχώς ή ανεπιτυχώς παρουσιάζω, πάντα είναι γόνιμος.
Με εκτίμηση
Σημάτης Παναγιώτης
Παρουσίαση του βιβλίου
«Η Πατερική στάση στους θεολογικούς διαλόγους
και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος»
Σημάτη Παναγιώτη
Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι[1]
Κάτω από αντίξοοες συνθήκες, που δημιούργησε η έμφοβη εξουσιαστική νοοτροπία κάποιων κύκλων και οι ύβρεις ανθρώπων, που ούτε κατ’ όψιν μας εγνώριζαν, γίνεται τελικά η παρουσίαση ενός βιβλίου που δεν φιλοδοξεί τίποτ’ άλλο, παρά να παρουσιάσει ένα υπαρκτό πρόβλημα, αυτό των Θεολογικών Διαλόγων με τους ετερόδοξους. Με την έρευνα αυτή, προσπάθησα να καταγράψω, ποια είναι η παρακαταθήκη των Πατέρων της Εκκλησίας μας για το θέμα. Και επειδή ο όγκος των Πατερικών κειμένων ήταν τεράστιος και παράλληλα το βιβλίο δεν έχει αυστηρώς επιστημονικό-Ακαδημαϊκό χαρακτήρα, δόθηκε το βάρος σ’ αυτούς που διαμορφώνουν και δίνουν τη γραμμή για τους Διαλόγους.
Πρωτεύοντα και καθοριστικό ρόλο, ως γνωστό, στους Διαλόγους παίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος έχει εκφράσει δια πολλών τις απόψεις του γι’ αυτούς, και κατευθύνει την όλη προσπάθεια δια του λόγου του και των ποικίλων ενεργειών του. Οι ενέργειές του αυτές έχουν από πολλές πλευρές κατακριθεί ως αντιπατερικές, αφού οδήγησαν ανεπαισθήτως στην υιοθέτηση και υλοποίηση µιάς οικουµενιστικού και ουνιτικοῦ τύπου θεολογίας —όπως φαίνεται και διά γυµνού οφθαλµού, από την απλή ανάγνωση των παρατιθέμενων στο βιβλίο πατερικών κειµένων— αφού καταστρατηγούνται µεθοδικά έως καταργήσεως αποστολικά παραγγέλµατα, δόγµατα και Ιεροὶ Κανόνες -και όχι µόνο «κατ’ οικονοµίαν»- παρά τις συχνές διαβεβαιώσεις του Πατριάρχη, ότι «ουδέν θυσιάζοµεν και ουδέν απεµπολούµεν», ο οποίος στηρίζει τα αντιπατερικά ανοίγµατά του προς το Βατικανό και στα αναπόδεικτο επιχείρηµα ότι οι αιρετικοί έχουν ειλικρίνεια!
Οι Πατέρες, όµως, -οµόφωνα και διαχρονικά- διαφορετική στάση εκράτησαν προς τους αιρετικούς και είχαν καθαρά και αγιοπνευµατικά κριτήρια για να ελέγξουν την ειλικρίνειά των αιρετικών. Απαιτούσαν έλεγχο και όχι ανοχὴ των «αιρετικών αναπλασµάτων», αποκάλυψη της αιρετικής «πονηρίας και δολιότητος» και όχι συγκάλυψη, αντίσταση σθεναρή και αποστροφή της αιρέσεως, «παραίτηση» από τους ετερόδοξους µετά εύλογο χρονικό διάστηµα, κατά την Παύλεια προτροπή «αιρετικόν άνθρωπον µετά µίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού». Γύρω, κυρίως, απ’ αυτό το αποστολικό χωρίο -που κακοποίησε ερμηνευτικά ο Πατριάρχης-, επικεντρώθηκε η έρευνα. Και δυστυχώς για τον Πατριάρχη, οι δεκάδες Πατέρες, των οποίων τα κείμενα διεξήλθα και παρουσιάζονται στο βιβλίο, διαφωνούν με την ερμηνεία που ο ίδιος δίδει και εφαρμόζει.
Είναι ανάγκη να τονιστεί εδώ, ότι οι Πατέρες δεν απέφευγαν το Διάλογο, αλλά τον διενεργούσαν με αγιοπατερικά κριτήρια και προϋποθέσεις. Δεν θυσίαζαν την Αλήθεια χάριν τάχα της Αγάπης, αφού ο χριστιανός δεν ακολουθεί ιδέες και αλήθειες άσαρκες, αλλά το σαρκωμένο Θεό-Λόγο, που είναι και η Αλήθεια, και η Αγάπη, και η Οδός, και η Ζωή και η Σωτηρία του ανθρώπου. Έτσι, η Εκκλησία δεν αποκλείει το Διάλογο. Ο Διάλογος της Εκκλησίας, όμως, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», από αγάπη προς όλους τους ανθρώπους και εκείνους που ευρίσκονται εκόντες-άκοντες στις αιρετικές «εκκλησίες». Τώρα, ποια σχέση και ομοιότητα έχει αυτή η Εντολή, με τους σύγχρονους θεολογικούς Διαλόγους «επί ίσοις όροις», αναλύεται εμπεριστατωμένα στις σελίδες αυτού του βιβλίου.
Εκεί εξηγείται, πως η αγάπη προς τους ετερόδοξους και οι μετ’ αυτών Διάλογοι, έχει νόηµα για τους Πατέρες, όταν βοηθούνται να κατανοήσουν την πλάνη τους και όχι, όταν αφήνονται να εφησυχάζουν µε τους εναγκαλισµούς και τις συµπροσευχές, την παραδοχή εκ µέρους των ορθοδόξων, ότι κι εκείνοι αποτελούν την «Εκκλησία». Γιατί έτσι δίνεται η ευκαιρία στους ηγέτες τους, να εργάζονται απροκάλυπτα για την εφαρµογή των αιρετικών στόχων τους.
Ασφαλώς, η πατερική τοποθέτηση δεν κλείνει την πόρτα του Διαλόγου. Κλείνει µόνο την πόρτα των αυθαίρετων και καινοτόµων πρωτοβουλιών και ανοίγει θεαρέστως τον δρόµο της εντάξεως των ετεροδόξων στην ΜΙΑ Εκκλησία «εξ ης απεκόπησαν», αφού φανερώνει υπακοή στις Εντολές του Ευαγγελίου και καλεί σε έντιµη αντιµετώπιση των Διαλόγων.
Η αδιάκριτη, αδόκιµη και κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων αντιµετώπιση των ετεροδόξων κατά τις τελευταίες δεκαετίες, συνιστά εισαγωγή ιδεολογήµατος ξένου προς την Πατερική Παράδοση και ελέγχεται ως υποβολή των ετεροδόξων, µέσω των σπουδασάντων θεολόγων σε παπικά και προτεσταντικά πανεπιστήµια. Αυτό το ιδεολόγηµα, πως δηλαδή πέρασε πια ο καιρός της αντιρρητικής απολογητικής, πως σήµερα χρειάζεται ανοχή και προσπάθεια συνδιαλλαγής µετά των ετερόδοξων, κανένα στήριγµα δεν ευρίσκει στην Πατερική θεολογία και ποιµαντική πρακτική, αντίθετα ευνοεί την γέννηση ενός αλλόκοτου µορφώµατος που δεν είναι η Εκκλησία των Οικουµενικών Συνόδων. Αποτελεί τον δούρειο ίππο των οικουµενιστών για την άλωση της Ορθοδοξίας.
Από την πλευρά του Πατριαρχικού περιβάλλοντος οι αντιδρώντες περιφρονούνται ή χαρακτηρίζονται ως αντιδραστικοί, οι υπόλοιποι δε εκκλησιαστικοί φορείς ή σιωπούν ή προτρέπουν υπακοή στο εμπερίστατο Φανάρι.
Προσπαθώντας, λοιπόν, να διακριβώσω πού βρίσκεται η αλήθεια, ποια είναι η σωστή αντιμετώπιση του θέματος, συναντήθηκα με κείμενα Πατέρων που αντιμετώπισαν τα ίδια ή και χειρότερα προβλήματα από τα δικά μας.
Πολλά απ’ αυτά τα κείμενα αναφέρονταν στις σχέσεις με τους ετερόδοξους και τον τρόπο που αντιμετώπιζαν οι Πατέρες τους αιρετικούς και αιρετίζοντες της εποχής τους, όπως και το πώς διελέγοντο μαζί τους. Γιατί οι Πατέρες είχαν διακρίνει τον μεγάλο κίνδυνο που υπάρχει στις σχέσεις με ανθρώπους που διαστρέφουν τις Εντολές του Χριστού και εμφαντικά επεσήμαιναν αυτό, που και οι αρχαίοι Έλληνες είχαν παρατηρήσει∙ πως δηλαδή, «ομιλίαι-συναναστροφαί κακαί φθείρουσι ήθη χρηστά». Βέβαια, αυτό σήμερα -ποιμένες και ποιμαινόμενοι- το έχουμε υποβαθμίσει μέχρι εξαφανίσεως και συναναστρεφόμαστε άνετα και άφοβα με κάθε «ρίζα πικρίας», είτε αυτή είναι πρόσωπο που εμφορείται από κακόδοξες ιδέες, είτε κοινωνική ομάδα, είτε εικονική-τηλεοπτική παρουσία, αγνοούντες και εδώ ηθελημένα τις φιλάνθρωπες αγιογραφικὲς διδασκαλίες, που θέλουν να μας προφυλάξουν από την εξοικίωση με τον “κόσμο” και “τα του κόσμου”.
Όποιος μελετά τα κείμενα των Πατέρων, τα τόσο παλαιά μα και τόσο επίκαιρα, είναι αδύνατο να μη προχωρήσει σε συγκρίσεις με σύγχρονες καταστάσεις και πρόσωπα∙ είναι αδύνατο να σιωπήσει και να μη θελήσει να μεταδώσει -με όποιο τρόπο του είναι δυνατόν- τη συγκλονιστική μαρτυρία τους στο σύγχρονο κόσμο. Μια μαρτυρία που ήταν και διαμαρτυρία και μαρτύριο και όχι απλώς μια θεολογική συγγραφή. Ήταν αυτό που τόσο περιεκτικά είχε διατυπώσει ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος: «πράξις γάρ επίβασις θεωρίας». Η «πράξη» της πίστεως και επροηγείτο και έπετο του λόγου τους. Ο λόγος τους, ποτέ δεν ήταν μόνο «λόγια πτερόεντα». Αντίθετα, ο λόγος πολλών σύγχρονων Επισκόπων δεν ακολουθείται από «πράξη». Τη θέση της πράξεως έχει καταλάβει μια παρατεταμένη και εκκωφαντική σιωπή.
Στην ομιλία αυτή θα παρουσιάσω κάποιες θέσεις του βιβλίου, ή καλύτερα κάποιες Πατερικές θέσεις που αναπτύσσονται στο βιβλίο, ξεκινώντας με το παρακάτω πολυσήμαντο κείμενο, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, αποτελεί συμπερίληψη της Πατερικής τοποθέτησης στο θέμα και απαντά εύγλωττα, στο ποια πρέπει να είναι η στάση των ποιμένων και κάθε πιστού προς τους αιρετικούς.
Γράφει ο ιερός πατήρ: Πρόσεξε την σύνεση με την οποία ο άγιος του Θεού «κάνει γνωστούς και αποκαλύπτει… τους κακοδόξους (αιρετικούς), αποβλέποντας στο να μας προφυλάξει «ίνα μη και ημείς πλανηθώμεν. Ακούσατε, οι ορθόδοξοι, και τοις αιρετικοίς μη συγκαταβαίνετε· ακούσατε, ποιμένες και μη σιγήσητε, αλλά κηρύξατε τον λόγον· μη δότε τόπον τω διαβόλω».
Και συνεχίζει μελαγχολικά: Αλλά πολλή μεγάλη είναι η διαφορά των ποιμένων εκείνης της εποχής, από τους σύγχρονους ποιμένες. «Εκείνοι ήσαν πολεμισταί, ούτοι φυγάδες· εκείνοι την ψυχήν αυτών έθηκαν υπέρ των προβάτων, μιμησάμενοι τον ποιμένα τον καλόν», ενώ τώρα, όταν κάποιος από τους αιρετικούς λαλεί διεστραμμένα, ο αντιλέγων (εκ των ποιμένων) ουδείς, ο πολεμών ουδαμού· πάντες πτωχοί τότε γίνονται, πάντες σιωπητικοί, πάντες φυγάδες!» Και ερωτά: Συμποσιαζόμενοι, «μεθύοντες και μετεωριζόμενοι βούλεσθε νικάν τας αιρέσεις; Αλλ’ ουαί υμίν, οι τρυφώντες και μετεωριζόμενοι, εν χρυσώ και ιματίοις ποικίλοις καλλωπιζόμενοι· πώς άλλοις δείξετε την καλήν πτωχείαν του Χριστού του δι’ ημάς πτωχεύσαντος, του εντειλαμένου τοις μαθηταίς αυτού μη έχειν χαλκόν εν ταις ζώναις…. Ο πλούτος σας επληθύνθη και ο λόγος σας εξέλειπε· τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γεγόνασι· περί ων λόγον δώσετε τω αρχιποιμένι Χριστώ… Ανανήψατε ουν λοιπόν, κηρύξατε τον λόγον, απορρίψατε πάσαν βιωτικήν μέριμναν, βλέπετε ακριβώς πώς περιπατεῖτε» (Χρυσοστόμου Ιω., Λόγος περί ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων και αθέων αιρετικών και περί σημείων της συντελείας του αιώνος τούτου (http://patrologia.ct.aegean.gr/PG_Migne).
* * *
Πριν παρατεθούν άλλες πατερικές μαρτυρίες, νομίζω πως είναι αναγκαία μια μικρή αναδρομή στα πεπραγμένα του 20ου αιώνος, που θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη σημερινή ζοφερή εκκλησιαστική πραγματικότητα, όσον αφορά τις αντιπατερικές ενέργειες Πατριαρχών, Επισκόπων και θεολόγων στους ποικίλους Διαλόγους που διεξάγονται, εν ονόματι τάχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ο 20ος αιώνας ξεκίνησε με δυσοίωνες προοπτικές για την υπόθεση της ακεραιότητας και γνησιότητας της ορθοδόξου πίστεως. Κάποιοι από τους Πατριάρχες, λόγω και του εμπερίστατου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διαχειρίστηκαν τα “θέματα” της Ορθοδοξίας με τρόπο μη παραδεδομένο, διαφορετικό από άγιες και ηρωϊκές πατριαρχικές μορφές προηγούμενων αιώνων, οι οποίες αντιστάθηκαν υπό αντίξοες συνθήκες και διωγμούς, για την διατήρηση αλώβητης της ορθοδόξου πίστεως.
Με τις πρώτες αβαρίες του Φαναρίου σε θέματα πίστεως -όπως ήταν λογικό- προκλήθηκαν πολλές αντιδράσεις από Πατριάρχες και Επισκόπους των άλλων Πατριαρχείων, από ιερείς, μοναχούς και τον πιστό λαό. Οι αντιδράσεις αυτές ανάγκαζαν τους καινοτόμους Επισκόπους του Φαναρίου -προς καιρόν τουλάχιστον- να αναδιπλώνονται και να διαβεβαιώνουν, ότι την πίστη και την ορθοδοξία θα διαφυλάξουν ως κόρην οφθαλμού∙ μόνο για την προώθηση των κοινωνικών θεμάτων -υποστήριζαν- συνεργαζόμαστε μαζί τους. Παρά ταύτα, ο επόμενος βηματισμός του Πατριαρχείου προς τον Οικουμενισμό δεν αργούσε, οι παραχωρήσεις ζωτικού ορθόδοξου χώρου στους ετερόδοξους και η καταπάτηση των Ι. Κανόνων από τους Πατριαρχικούς, αποτελούσε καθημερινή πρακτική. Τις νέες διαμαρτυρίες για τήρηση της Παραδόσεως και των Ι. Κανόνων, ακολουθούσε μια ακόμα αναδίπλωση και μια ακόμα διαβεβαίωση, ότι ουδέν «απεμπολούμεν, ουδέν προδίδουμε».
Έστω ως παράδειγμα ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος το 1952, απαιτούσε με Εγκύκλιό του από τους κληρικούς, να ειναι προσεκτικοί στις λατρευτικές συνάξεις μετά των ετεροδόξων. Οι συμπροσευχές, ετόνιζε, καταδικάζονται από τους Ι. Κανόνες, αφού αμβλύνουν το ορθόδοξο φρόνημα των πιστών. Συγκεκριμένα έγραφε σε εκείνη την Εγκύκλιο: να είστε «όσω το δυνατόν εφεκτικοί εν ταις λατρευτικαίς μετά των ετεροδόξων συνάξεσιν, ως αντικειμένας προς τους ι. Κανόνας και αμβλυνούσαις την ομολογιακὴν ευθιξίαν των Ορθοδόξων».
Μετά από λίγο όμως, άλλαξε τακτική, έγινε θαυμαστής του Πάπα, αγάπησε μια πλούσια γυναίκα -όπως έγραψε ο π. Παΐσιος- και ντρέπεται για τη φτωχή γυναίκα, την Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι, όχι μόνο συμπροσηύχετο με τον Πάπα, αλλά και μετέδιδε τη Θ. Κοινωνία σε Παπικούς, όπως ο ίδιος ομολόγησε σε προσκυνητές στο Φανάρι. Την πληροφορία παρουσιάζει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός στο φυλλάδιο «Οι Διάλογοι χωρίς προσωπείο».
Εκείνη ακριβώς την περίοδο οι αντιδράσεις έγιναν εντονότερες και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος δημοσίευσε ανοικτή επιστολή, διά της οποίας τον εχαρακτήριζε μειοδότην της πίστεως και τον ερωτούσε: «Παναγιώτατε, τίς Υμάς ηλλοίωσεν ούτω βαθέως; Τίς Υμάς εβάσκανε έκτοτε…τη αληθεία μη πείθεσθαι και μη έπεσθαι, αλλ’ εις τα έσχατα μειοδοτείν περί αυτήν;» (Τα δύο άκρα, σελ. 29).
Εντονότατη ήταν και η αντίδραση του π. Ιουστίνου Πόποβιτς στην όλη δράση του Αθηναγόρα. Το παρακάτω κείμενό του είναι χαρακτηριστικό και επίκαιρο, γιατί ταιριάζει στις μεγαλυτέρου βαθμού μειοδοτικές για την ορθοδοξία κινήσεις του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχου. Αρκεί μόνο να αλλάξει κανείς το όνομα και αντί Αθηναγόρας να γράψει Βαρθολομαίος. Διαβάζουμε στο κείμενό του τα εξής για τον Πατριάρχη Αθηναγόρα:
«Αυτός με την νεοπαπιστικήν συμπεριφοράν του εις τους λόγους και εις τας πράξεις σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν Αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Πίστεως, αναγνωρίζων τας Ρωμαϊκάς και άλλας αιρέσεις ως ισοτίμους με την Αλήθειαν, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον Άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειάν του. Και προετοιμάζει με αυτοκτονικήν ταχύτητα και επιπολαιότητα, κατά το παράδειγμα του Βατικανού, αυτήν την ιδικήν του λεγομένην «Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον», όχι όμως με το βασικόν ευαγγελικόν και αγιοπαραδοσιακόν θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά με καθαρώς σχολαστικο-προτεσταντικήν θεματολογίαν. Την προετοιμάζει μάλιστα εις τον Πύργον της Βαβελ του συγχρόνου αναρχικού και μηδενιστικού κόσμου άνευ της συμμετοχής των πραγματικών ορθοδόξων ομολογητών, φορέων της Ορθοδόξου Πίστεως, Θεολογίας, Παραδόσεως και Εκκλησιαστικότητος. Τον τελευταίον καιρόν αυτός έχει γίνει πηγή αναρχισμού και μηδενισμού εις τον ορθόδοξον κόσμον. Οι Αγιορείται δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην» (Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 145-146, Σεπ. 1971).
Όμως, όπως και σήμερα ο κ. Βαρθολομαίος, έτσι και τότε ο Αθηναγόρας, αντιπαρερχόμενος τις φωνες που του υπενθύμιζαν την ευαγγελική διδασκαλία, προχωρούσε μεθοδικά στην εφαρμογή των αποφασισθέντων σε μυστικά διαβούλια. Αυτή η τακτική, τα προοδευτικά, δηλαδή, ανοίγματα προς τον Παπισμό και τον Οικουμενισμό και η αναδίπλωση μετά από κάθε διαμαρτυρία των πιστών, συνεχίστηκε καθ’ όλην την διάρκεια του 20ου αιώνος. Σε κάθε τέτοια διαδικασία, τα όρια της Πίστεως υπερβαίνοντο, η ορθοδοξία εσυρρικνούτο και αντίθετα, ο Παπισμός, οι Προτεσταντικές Ομολογίες και γενικότερα ο Οικουμενισμός επεκτείνοντο, δημιουργούσαν προσβάσεις σε πλατιές κοινωνικές μάζες με λαϊκίστικες εκδηλώσεις, που στόχευαν να καθιερώσουν το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και το Βατικανό, ως υπερασπιστές της παγκόσμιας ειρήνης, πολέμιους της οικολογικής ασυδοσίας, αρωγούς στις ανάγκες των φτωχών του τρίτου κόσμου. Έτσι, ο χριστιανισμός παρουσιαζόταν ως ένα άνευρο και απνευμάτιστο κατασκεύασμα, ένα κοινωνικό κίνημα με επίχρισμα χριστιανικό, και όχι ως η ζωοποιός Αλήθεια, οδός, λύτρωση και η σωτηρία του ανθρώπου από τα νύχια του θανάτου διά της Αναστάσεως.
Σύντομα όμως, εκτός από κάποιους πνευματικούς Πατέρες, και κορυφαίοι ορθόδοξοι θεολόγοι, διαπίστωσαν ότι τα κίνητρα των ετεροδόξων δεν ήσαν αγαθά∙ διείδαν, ότι σκοπός του Οικουμενισμού ήταν η αφομοίωση της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό και διαφοροποιήθηκαν. Ένας απ’ αυτους ήταν και ο κορυφαίος θεολόγος του 20ου αιώνος, όπως εχαρακτηρίσθη, Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Ο Φλωρόφσκυ συμμετείχε αρχικά στην Οικουμενική κίνηση, με αγαθή πρόθεση. Όταν όμως κατάλαβε την πονηρία των αιρετικών, εξέφρασε την αντίθεσή του, θεωρώντας ότι μια επίσημη συνεργασία της Εκκλησίας μας με τους ετερόδοξους σε κοινωνικά θέματα, πριν αυτοί επιστρέψουν στην Εκκλησία, θα επέφερε τη σύγχυση και θα απέβαινε εις βάρος της Αλήθειας της Εκκλησίας. Όπως και πολλοί άλλοι θεολόγοι, υπενθύμιζε ότι ο Χριστός ίδρυσε ΜΙΑ Εκκλησία, όχι πολλές. Γι’ αυτό έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας «ότι μια ικανοποιητική συνεργασία των διηρημένων χριστιανών επί κοινωνικών θεμάτων, ή στο πεδίο των διεθνών υποθέσεων, χωρίς κάποια βαθύτερη ώθηση για τελική ένωση σε μια Εκκλησία, μπορεί να αμαυρώσει ή ακόμα και να καταστρέψει το όραμα της αληθούς χριστιανικής Ενότητας, η οποία είναι …η ένωση της Εκκλησίας και εντός της Εκκλησίας».
«Δεν θα ήτο –ερωτούσε– μία παράλογος κατάστασις, εάν οι χριστιανοί ηδύναντο να έχουν συμφωνίαν εις πράγματα εγκόσμια, τα οποία από πνευματικής απόψεως είναι επουσιώδη και όμως να διαφωνούν εις πράγματα ουσιώδη και πνευματικά; Δεν θα υπεδήλωνε ότι όλαι αι δογματικαί ή ομολογιακαί διαφωνίαι είναι άνευ ουδεμίας ζωτικής σπουδαιότητος;».
Και ο Μουρατίδης διεπίστωνε, ότι στο χώρο του Π.Σ.Ε. πραγματοποιείται αυτό ακριβώς, πού με κατηγορηματικό τρόπο υπό «του ι. Χρυσοστόμου αποκλείεται και καταδικάζεται, ήτοι η συνεργασία μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως… επί θεμάτων πίστεως, ως και η εν συνεργασία σύνταξις θεολογικών κειμένων και η από κοινού συμετοχή εις λατρευτικάς συνάξεις και η από κοινού εκπροσώπησις της χριστιανικής θρησκείας επί των μεγάλων προβλημάτων της ανθρωπότητος…».
Αλλά και άλλοι επώνυμοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, πνευματικοί Πατέρες και οι πιστοί της Εκκλησίας μας τότε, έβλεπαν τον κίνδυνο στις -παρά τους Ι. Κανόνες- επαφές Πατριάρχη Αθηναγόρα και Πάπα, αφού θεωρούσαν τον Παπισμό (αλλά και τον Οικουμενισμό) ως αιρέσεις, που είχαν καταδικαστεί σε πάνω από 120 Οικουμενικές, Πατριαρχικές και τοπικές Συνόδους της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.
Ένας από αυτούς, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κονιδάρης, που δεν ανήκε σε κάποια ομάδα χαρακτηρισμένη ως συντηρητική, δεχόταν ότι ο Προτεσταντισμός, όχι μόνο δεν αποτελεί Εκκλησία, αλλά διεργάζεται την διάσπαση και την διαίρεση, όπου εισχωρήσει. Συγκεκριμένα έγραφε: «ο Προτεσταντισμός μεταφέρει την διαίρεσίν του εις το Π.Σ.Ε. …Ούτω το Π.Σ.Ε. είναι ατυχώς, εν τοις πράγμασι Παγκόσμιον Συμβούλιον μη Εκκλησιών, ήτοι Προτεσταντικών Ομολογιών πολυαρίθμων, καί τινων Εκκλησιών» (στο Ο Ορθοδοξο-προτεσταντικός διάλογος, περιοδ. “ΘΕΟΛΟΓΙΑ”, 1988, σ. 646).
Ο δε καθηγητής Γιανναράς, στην καλύτερη θεολογική του μελέτη «Αλήθεια και Ενότητα της Εκκλησίας» εκφράζει την μελαγχολία του, που τα Πατριαρχεία «Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, φορείς και εκφραστές μιας θεολογίας αιώνων αγιότητας…, έχουν την ίδια ψήφο στη Κεντρική Επιτροπή του Π.Σ.Ε. με τον αντιαλκοολικό αντιπρόσωπο του “Στρατού Σωτηρίας”», μιας “εκκλησίας” δηλαδή, οι αντιπρόσωποι της οποίας «δηλώνουν συνήθως αποχή από συζητήσεις σχετικές με το Ποτήριον της Ευχαριστίας, επειδή στις δικές τους συνάξεις το έχουν καταργήσει» αφού «είναι …αντιαλκοολικοί»! (Γιανναρά Χρ., Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας, 200, υποσ. 141).
Συμπληρωματικά θα αναφέρω και τη γνώμη ενός ακόμη Καθηγητή Πανεπιστημίου, που ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα, του Μουρατίδη∙ τόνιζε από τη δεκαετία του ‘70 τον ξεπεσμό των ορθοδόξων, οι οποίοι εδέχοντο να συμπαρίστανται στο Π.Σ.Ε. με εκπροσώπους θρησκευτικών ομάδων, που έφεραν το όνομα “Εκκλησία του Χριστού”, οι οποίες «διακωμωδούσαν και ενέπαιζαν και τα ιερώτερα των μυστηρίων, χειροτονούντες επισήμως ως ιερείς “ομοφυλοφίλους” και “ευλογούντες” γάμους μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου» (Μουρατίδου Κ., Οικουμενική Κίνησις, σ. 18-19).
* * *
Θα προχωρήσω, τώρα, σε μια άλλη πατερική θέση, που περιέχεται στο βιβλίο και βοηθά να καταλάβουμε την επικινδυνότητα της αιρέσεως. Είναι η διάκριση που γίνεται μεταξύ των καθημερινών αμαρτιών που ο καθένας μας διαπράττει και της αμαρτίας της αιρέσεως. Οι Πατέρες δίνουν άλλη διάσταση στις καθημερινές μας αμαρτίες και άλλη βαρύτητα στην αμαρτία της αιρέσεως. Αυτους που παραβαίνουν τις Εντολες του Θεού τους χαρακτηρίζουν «παραβάτες νόμου», ενώ αυτους που παραβαίνουν τις Εντολες εκείνες, που έχουν σχέση με την πίστη και τα δόγματα, δηλαδή τους αιρετικούς, τους ονομάζουν «παραβάτες Θεού». Και είναι, λέγει ο ι. Χρυσόστομος «πολλή μεγάλη η διαφορά μεταξύ αυτων των δύο παραβάσεων. Γιατί όσοι αμαρτάνουν, έχουν ακόμα ελπίδα σωτηρίας, αφού μέσα τους υπάρχει η ρίζα της του Θεού γνώσεως, οι αιρετικοί όμως, έχουν τελείως εκπέσει της σωτηρίας, αφού έχουν αρνηθεί αυτόν τον αίτιον της σωτηρίας» τον Χριστό, ασεβούντες πρός αυτον με το να διαστρέφουν τους λόγους Του και εμμένοντες στην ασέβειά τους.
Είναι δε άξιο επισημάνσεως, ότι οι πατέρες έχουν διαπιστώσει -και οι σύγχρονες αιρέσεις επιβεβαιώνουν-, πως όσο περνά ο χρόνος, οι αιρετικοί σκληρύνονται περισσότερο, αυξάνουν τις αιρέσεις τους και επιδιώκουν το Διάλογο μόνο και μόνο για να κερδίζουν χρόνο και να αλλοιώσουν προοδευτικά το φρόνημα περισσότερων πιστών, ώστε να επιτύχουν το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος, παρά η υποταγή της ορθοδοξίας στον Πάπα (και συνεπακόλουθα στη Νέα Τάξη πραγμάτων). Το ότι αυτή είναι η από αιώνων επιδίωξη του Παπισμού, δεν συνάγεται από υποψίες και συνωμοσιολογίες κάποιων φανατικών κύκλων της ορθοδοξίας, αλλά αποτελεί επίσημη απόφαση και διακήρυξη της δεύτερης Βατικανής Συνόδου του 1965.
Γνωρίζοντας την ψυχολογία των αιρετικών και τις πονηρές μεθοδεύσεις τους, γράφει ο ιερός Χρυσόστομος αναλύοντας τους Ψαλμούς: ο ψαλμωδός μας διδάσκει να φεύγουμε τρέχοντας μακριά από τους αιρετικούς, να τους θεωρούμε εχθρούς του Θεού, διότι «επήρθησαν κατά της του Θεού δόξης, ότι παρηνόμουν, ότι βλάσφημα εφθέγγοντο ρήματα. …Ούτω και ο Θεός επηγγείλατο, εχθραίνειν τοις εχθροίς».
Μήπως εξ αυτών συμπεραίνουμε, πως πρέπει να μισήσουμε τους ανθρώπους, ερωτά; Και απαντά ο ίδιος άγιος: Θα μισήσουμε «μέν, ουκ εκείνους δέ, αλλά το δόγμα, ου τον άνθρωπον, αλλά την πονηράν πράξιν, την διεφθαρμένην γνώμην. Ο μεν γάρ άνθρωπος έργον Θεού, η δε πλάνη έργον του διαβόλου. Μη τοίνυν αναμίξῃς τα του Θεού και τα του διαβόλου»[2].
Και συνεχίζει: Δυστυχώς όμως, εμείς όχι μόνο δεν αποστρεφόμαστε τους αιρετικούς, «αλλά και ως φίλους ασπαζόμεθα» και επί πλέον «μετ’ αυτων εσθίομεν και πίνομεν», ενώ «οφείλομεν» από τις ευαγγελικές προτροπές να τους αποφεύγουμε, να τους ελέγχουμε και να τους αποστομώνουμε.
Και επιλέγει: Ας μιμηθούμε «τον προφήτην, και ας μισήσωμεν τους ποιούντας τας παραβάσεις, ίνα μη διά της αδιαφόρου ημών κοινωνίας προς αυτούς συνεργοί της παραβάσεως αυτων ευρεθώμεν. Κατά πάντα γάρ μισητέον την προς αυτούς κοινωνίαν, ότι το φως αποστραφέντες εν τω σκότει πορεύονται»[3].
Φαίνεται, λοιπόν, εδώ καθαρά, πως το θέμα της αιρέσεως είναι σοβαρότερο απ’ ότι νομίζουν οι πολλοί. Δεν πρόκειται για παράβαση εξ αδυναμίας κάποιας Εντολής, αλλά για ανθρώπους (τους ηγέτες των αιρέσεων) που είναι συνειδητοί εχθροί του θελήματος του Θεού και των Εντολών Του, που υποτιμούν, διαστρέφουν και παραβαίνουν κατάφορα τους λόγους του ιδίου του Χριστού, ο οποίος είπε καθαρά και κοφτά: «Δεν θα αλλάξετε τίποτα από τις Εντολές μου, ούτε ένα γιώτα ή μια υπογεγραμμένη. Θα κρατήσετε ανόθευτη τη διδασκαλία μου έως τη συντέλεια του κόσμου. Πουθενά δεν είπε ο Χριστός, ότι «τον 20ο και 21ο αιώνα, που οι συνθήκες της ζωής θα αλλάξουν και η αμαρτία θα πληθυνθεί, τότε μπορείτε να μεταβάλλετε την διδασκαλία Μου και να διαφοροποιήσετε την θεοπαράδοτη ποιμαντική πρακτική». Και όμως, αυτή την θέση υποστηρίζουν ο Πατριάρχης και οι ομοϊδεάτες τους, όπως, μόλις προχθες σε βιβλιοπωλείο της Πάτρας εφάνη -σε συζήτηση που είχαμε- με έγκριτο και σεβαστό κατά τα άλλα θεολόγο.
Για την άρση πάσης παρεξηγήσεως, ας τονιστεί ότι οι Πατέρες, την αυστηρή και απόλυτη αυτή στάση, επιδεικνύουν και επιφυλάσσουν κατ’ εξοχήν στους αρχηγούς των αιρέσεων, οι οποίοι γνωρίζουν, αλλά δεν μετανοούν.
Και δυστυχώς, ο Πατριάρχης δεν ασχολείται με την διαφώτιση των απλών πιστών, αφού κατόπιν συμφωνιών με τους Οικουμενιστές, αυτό απαγορεύεται, θεωρούμενο ως προσηλυτισμός(!), αλλά συζητά μόνο με τα ηγετικά στελέχη του Βατικανού και του Π.Σ.Ε., και συζητά τα ίδια πράγματα, που έχουν χιλιοσυζητηθεί, που υπάρχουν καταγεγραμμένα σε εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία, τα γνωρίζουν καλύτερα από μας οι ηγέτες των παπικών, κι αν είχαν καλή διάθεση θα μετανοούσαν. Γίνεται δηλαδή μια μάταια και επιβλαβής για το πλήρωμα της Εκκλησίας συζήτηση, αφού ήδη οι περισσότεροι -κατ’ όνομα χριστιανοί- έχουν μπολιαστεί με την οικουμενιστική νοοτροπία που ο Πατριάρχης και οι σύν αυτώ υποστηρίζουν, και μας λέγουν εκλαϊκεύοντάς την: γιατί να μη ενωθούμε με όλους, περίπου τα ίδια πιστεύουμε.
Αγνοούν όλοι αυτοί, ότι άνευ της ορθής ομολογίας της Πίστεως, κατά την Πατερική διδασκαλία, δεν υπάρχει θεραπεία των παθών και σωτηρία. Και όμως, πολλοί φημισμένοι ορθόδοξοι πνευματικοί συμβουλεύουν «να κοιτάμε τη σωτηρία της ψυχής, να κόβουμε τα πάθη και να κάνουμε υπακοή στους ποιμένες μας. Για τα θέματα της πίστεως είναι άλλοι υπεύθυνοι». Αλλά με αυτού του τύπου τις συμβουλές, δεν είναι σύμφωνοι οι Πατέρες, που διά στόματος Ιωσήφ του Βρυέννιου λέγουν: «Πας ο δυνάμενος λέγων την αλήθειαν και μη λέγων κατακριθήσεται υπό του Θεού. Και ταύτα ένθα πίστις εστι το κινδυνευόμενον …Το γάρ εφησυχάζειν εν τοις τοιούτοις αρνήσεως ίδιον, το δε λέγειν, ομολογίας ειλικρινούς».
Άρα λοιπόν, δεν πρέπει οι Ποιμένες πρώτα -και όλοι οι πιστοί στη συνέχεια- να εφησυχάζουμε, αλλά να έχουμε μια άγια ανησυχία για τα θέματα της πίστεως και να μη πιάνουμε τη γωνιά μας. Κι αν οι ποιμένες σιωπούν, δεν απαλασσώμεθα της ευθύνης οι πιστοί. Γράφει ο μαθητής του αγίου Μάρκου του Ευγενικού Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος: «Τους επισκόπους υμών επιτηρείτε, ίνα ώσιν Ορθόδοξοι και μη διδάσκουσι δόγματα εναντίον της Ορθοδόξου Πίστεως, μηδε τοις αιρετικοίς ή τοις απεσχισμένοις συλλειτουργώσι».
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από τις «ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ», που προτρέπει να δεχόμαστε -ως Εκκλησία-, όσους μετανοούν, αλλά να χωριζόμαστε από τους αμετανόητους αιρεσιάρχες∙ και δίνει τις εξής Εντολές στους Ποιμένες: «τους αθέους αιρεσιώτας αμετανοήτως έχοντας διαστείλαντες αφορίσατε από των πιστων… και παραγγείλατε τοις πιστοίς παντοίως αυτών απέχεσθαι και μήτε λόγω μήτε προσευχαίς κοινωνείν αυτοίς. Οὗτοι γάρ εισιν αντίδικοι και επίβουλοι της Εκκλησίας, … Ούτοί εισιν, περί ων ο Κύριος πικρώς και αποτόμως απεφήνατο λέγων, ότι εισιν ψευδόχριστοι και ψευδοδιδάσκαλοι…Φεύγετε ουν της κοινωνίας αυτών και της προς αυτούς ειρήνης αλλότριοι τυγχάνετε…Ούτοι γάρ εισιν οι κρύφιοι λύκοι, οι οποίοι νυν μεν εισιν ολίγοι», όταν όμως περάσουν τα χρόνια, «της συντελείας εγγιζούσης», οι αιρετικοί θα γίνουν πάρα πολλοί και φοβερότεροι απ’ ό,τι παρουσιάζονται τώρα∙ μέσα σ’ αυτούς θα συγκαταλέγονται και πολλοί ποιμένες σας. Γι’ αυτούς «ο Κύριος έλεγεν, ότι “Άρα ο Υιός του ανθρώπου ελθών ευρήσει την πίστιν επί της γής;». Και στη συνέχεια γράφουν: «Διά το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών και ελεύσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία εν τῷ ουρανώ, ώστε ει δυνατον και τους εκλεκτούς απατήσαι».
Θα συνεχίσω την επιλεκτική παρουσίαση θεμάτων του βιβλίου με μια ακόμα παραπλανητική θέση των φιλοπατριαρχικών, πως οι Διάλογοι που διεξάγει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι απόφαση Πανορθοδόξου Συνεδρίου της Ρόδου και πρέπει να κάνουμε υπακοή στις αποφάσεις της Εκκλησίας.
Μα δεν καταλαβαίνουν, όσοι το επικαλούνται αυτό ότι είναι εις βάρος τους, ότι εκτίθενται; Και εκτίθενται, διότι στην απόφαση της Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Ρόδου (1963), ως βασική προϋπόθεση για την έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς ετίθετο η καταδίκη και κατάργηση της Ουνίας, ως ένα ελάχιστο δείγμα “μετανοίας” και καλής θελήσεως των Παπικών. Και όμως, χωρίς να καταργηθεί η Ουνία ο Διάλογος άρχισε, καταστρατηγώντας απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου! Ποιος λοιπόν, κάνει υπακοή στις αποφάσεις της Εκκλησίας και ποιος κάνει του κεφαλιού του;
Αν βέβαια το Βατικανό είχε, έστω, παγώσει το θέμα της Ουνίας, θα είχαν κάποια δικαιολογία να τα λένε αυτά, ελπίζοντες στο θαύμα της μεταστροφής του Βατικανού. Όμως ο Πάπας αποδεικνύει συνεχώς, ότι είναι σχεδόν αδύνατο να μετανοήσει∙ κι αυτή είναι θέση που έχουν διατυπώσει πολλοί Πατέρες. Προκαλεί οδύνη η προφητική ρήση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ότι εθελοντικώς οι Λατίνοι παραμένουν εις την πλάνην τους και καμία δύναμις δεν είναι ικανή να τους μετακινήση έστω και εάν παρέμβουν Άγγελοι: «Ονίνησι το παράπαν ουδεν καν παρ’ αυτών των ουρανίων νόων σκευάζηται και προσάγεται το της ψευδοδοξίας ίαμα». Στο ίδιο πνεύμα των Πατέρων έγραφε τότε, ως Καθηγούμενος της Ι. Μ. Ιβήρων, ο π. Βασίλειος Γοντικάκης: «Ένας ΡΚαθολικός μπορεί να βαπτισθεί και να γίνει ορθόδοξος…το Βατικανό, δεν βαπτίζεται …Αυτο φανερώνεται ξεκάθαρα σήμερα (1991)… με την πρoώθηση με μεσαιωνικό τρόπο της ουνίας εκ μέρους του Βατικανού. Οπότε φάνηκε τί είναι οι θεολογικοι διάλογοι της αγάπης, οι οποίοι διεξάγονται εκ μέρους του Βατικανού» (Στο συλλογικό τόμο: Αναζητώντας την Ταυτότητά μας, 1997, σ. 101-102).
Και αυτές τις θέσεις επιβεβαιώνει το Βατικανό και ο κάθε Πάπας με την επιμονή στις αιρετικες θέσεις τους, τον πολλαπλασιασμό των αιρέσεων, την ασυνεπή στάση του και την καταπάτηση των συμφωνηθέντων για την συνέχιση των Διαλόγων. Και για να επανέλθουμε στο θέμα της Ουνίας. Ο Πάπας, όχι μόνο δεν κατάργησε την Ουνία -κατα τα συμφωνηθέντα-, αλλά την αναβάθμισε.
Και καλά ο Πάπας, επανέλαβε ό,τι αιώνες τώρα κάνει. Ποια ήταν η αντίδραση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου; Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, έδειξε να θυμώνει με την ανακολουθία του Πάπα, ο οποίος ούτε κατάργησε την Ουνία, ούτε έβαλε φραγμό στον ύπουλο τρόπο δράσεώς της, και δήλωσε: «Για την απόκρουση της επιθέσεως των Ουνιτών θα υπάρξῃ ένα μέτωπο ολόκληρης της Ορθοδοξίας. Σε περίπτωση πού οι φόβοι μας επαλήθευαν, η Ορθοδοξία ομοφωνούσα, δεν θα διστάση να διακόψη τον διάλογο» με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Έγινε μάλιστα και έκτακτη σύσκεψη στο Πατριαρχείο Κων/λεως με τα μέλη της διορθοδόξου αντιπροσωπείας και αποφασίστηκε ο «διάλογος να διακοπεί ως προς την συζήτηση θεολογικών διαφορών και να επικεντρωθεί στο πρόβλημα της Ουνίας…» (Ζήση Θεόδωρου, πρωτοπρ., Ουνία, Η Καταδίκη της, σελ. 38-39).
Όμως, απεδείχθη, ότι αυτα δεν ήσαν παρά λόγια και κοινώς «στάχτη στα μάτια» των αυτόχθονων ορθοδόξων. Γιατί και στο Κείμενο της Ραβέννας πάλι παρεκάμφθη το θέμα της Ουνίας και χωρίς να καταργηθεί η Ουνία ο Διάλογος συνεχίζεται. Δεν φαίνεται λοιπόν, ότι όλα είναι μια συμπαιγνία;
Αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, που έλεγε το 1990, ότι αν συνεχίσουν τη δράση τους οι Ουνίτες «η Ορθοδοξία ομοφωνούσα, δεν θα διστάση να διακόψη τον διάλογο» με τους Παπικούς, λοιπόν ο Πατριάρχης, όχι μόνο συνέχισε το Διάλογο, υποχωρώντας συνεχώς στις απαιτήσεις του Βατικανού και παρά την αναβάθμιση της Ουνίας από τον Πάπα, αλλά και επέτρεψε το 2007 «την παρουσία του εκπροσώπου της Ουνίας κατα την Θ. Λειτουργίαν» στο Φανάρι και –το φοβερότερον– επέδωσε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, εν πάσῃ επισημότητι τιμητικό δώρο στον Ουνίτη Επίσκοπο!
Όμως, η ουνιτίζουσα συμπεριφορά του Πατριάρχη Βαρθολομαίου δεν έχει τέλος. «Ένα άγιο ποτήριο προσέφερε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ως δώρο, το καλοκαίρι του 2008, στον επίσκοπο των …Ουνιτών της Ελλάδος κ. Δημήτριο Σαλάχα, που για πρώτη φορά εγκαθίσταται στην Ελλάδα κατά την επιθυμία του πάπα». Δεν είναι φανερός ο συμβολισμός αυτής της πράξεως του Πατριάρχη;
Εδώ σκόπευα να περατώσω την παρουσίαση κάποιων από τα θέματα του βιβλίου∙ μα μια ερώτηση που χθες το πρωί (31/10/08) διετυπώθει σε κεντρικό σημείο της Πάτρας από συναδέλφους, με υποχρέωσαν να συμπληρώσω και τα εξής:
Ισχυρίζονται κάποιοι, αποδεχόμενοι την δικαιολόγηση του Πατριάρχη και κάποιων Επισκόπων, ότι ο Οικουμενισμός δεν έχει καταδικαστεί ως αίρεση από Οικουμενική Σύνοδος, άρα ως τη στιγμή που θα καταδικαστεί, μπορούμε να προβαίνουμε σε κάποιες εκκλησιαστικές οικονομίες. Αυτό, βέβαια, είναι σόφισμα για να παραπλανούνται, όσοι πιστοί αγνοούν την εκκλησιαστική ιστορία, στοιχειοθετεί δε το αδίκημα της απάτης γι’ αυτούς πού το διαδίδουν και το χρησιμοποιούν.
Δεν είναι η κατάλληλη ώρα, τώρα, να συζητήσουμε, αν πρακτικά διαφοροποιείται η στάση της Εκκλησίας απέναντι στους επιμένοντες χρονίως και αμετανοήτως στην Αίρεση ή το Σχίσμα. Πρέπει, όμως, να εξεταστεί με βάση την εκκλησιαστική Παράδοση, ποια θέση ελάμβανε και λαμβάνει η Εκκλησία σε κάθε μορφή απόκλισης από την αλήθεια της, ποιους μηχανισμούς χρησιμοποιεί για την αντιμετώπιση της διαστροφής της διδασκαλίας της.
Να ερωτήσουμε λοιπόν, τα εξής: Μετά το 787 μ.Χ., χρονολογία συγκλήσεως της θεωρούμενης ως τελευταίας Συνόδου, της οποίας οι αποφάσεις θεωρούνται υποχρεωτικές, της Ζ΄ δηλαδή Οικουμενικής Συνόδου, μετά λοιπόν το 787, η ζωή της Εκκλησίας σε επίπεδο Συνόδων νεκρώθηκε; Δεν ελήφθησαν αποφάσεις που έχουν Οικουμενική ισχύ και εφαρμόζονται από όλη την Εκκλησία; Δεν έλυσε η Εκκλησία, στις Συνόδους του 1341-1351 διά των διδασκαλιών του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, το πρόβλημα της διακρίσεως Ουσίας και Ενεργειών στο Θεό, πού είχαν διαστρέψει οι Παπικοί; Ποιος έκρινε αν η διδασκαλία του ουνίτη μοναχού Βαρλαάμ είναι κακόδοξη; Δεν το έκρινε η ανεπίσημα αποκαλούμενη Θ΄ (9η) Οικουμενική Σύνοδος; Ασφαλώς ναι, και τις αποφάσεις της αποδέχτηκαν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες και είναι δεσμευτικές για τα μέλη της. Και αυτό είναι φυσικό, αφού όπως γράφει ο Φλωρόφσκυ «η διδασκαλία του Παλαμά επηρεάζει το όλον θεολογικόν σύστημα, ολόκληρον το χριστολογικόν δόγμα».
Άλλο παράδειγμα. Η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) αποφάσισε την Ένωση των Εκκλησιών. Η Σύνοδος αυτή όμως, καταργήθηκε, δεν ισχύει, όχι γιατί κάποια άλλη επίσημα «οικουμενική» Σύνοδος την κατάργησε, αλλά γιατί δεν την αποδέχτηκε ο Λαός του Θεού. Αφού όμως, δεν την κατάργησε Οικουμενική Σύνοδος, -κατά την λογική όσων αναμένουν μια νέα Σύνοδο Οικουμενική- μήπως πρέπει να την θεωρήσουμε ως ισχύουσα; Σ’ αυτό τον παραλογισμό οδηγεί η αθεολόγητη άποψη, όσων ισχυρίζονται ότι πρέπει να περιμένουμε τη σύγκληση μιας Οικουμενικής Συνόδου για να θεωρούμε τους Λατίνους ως αιρετικούς.
Όμως: παρότι δεν απαιτείται Οικουμενική Σύνοδος για να χαρακτηρισθεί και καταδικασθεί μια αίρεση, αλλά αρκούν οι τοπικές Σύνοδοι, υπάρχει και Οικουμενική Σύνοδος που κατεδίκασε τον Παπισμό, αφού Οικουμενική ονομαζόταν στα χρόνια του Βυζαντίου, εκείνη η Σύνοδος που συνεκαλείτο από τον αυτοκράτορα και στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι και των πέντε Πατριαρχείων (Ιω. Ρωμανίδης). Αυτά τα γνωρίσματα, για να χαρακτηρισθεί Οικουμενική, πληρεί η Σύνοδος του 879 επί Πατριάρχου Φωτίου. Σ’ αυτή καταδικάσθηκε και η φραγκοπαπική αίρεση του filioque, και όπως σημειώνει ο Ρωμανίδης, η Εκκλησία της Ρώμης ετάχθει παρά το πλευρόν των Ελλήνων, έλαβε μέρος στη Σύνοδο «και εδέχθη επισήμως τας αποφάσεις…». Άρα η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος του 879 είναι καθ’ όλα νομότυπος, αφού συμμετείχαν σ’ αυτη και τα πέντε Πατριαρχεία, είναι δηλαδή μια Οικουμενική Σύνοδος.
Ας ρωτήσουμε και κάτι ακόμα: αν απαιτείται απόφαση Οικουμενικής ή Πανορθοδόξου Συνόδου για να χαρακτηρίσουμε ότι κάποιος είναι αιρετικός, τότε: ποια Πανορθόδοξος Σύνοδος, αλήθεια, αποφάσισε ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Πεντηκοστιανοί και οι διάφορες Προτεσταντικές παραφυάδες είναι αιρετικοί; Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε και το χαρακτηρισμό όλων αυτών ως αιρετικών; Μήπως η Εκκλησία της Ελλάδος, που στα αντιαιρετικά της έντυπα τους χαρακτηρίζει αιρετικούς, μας παραπλανά;
Επίσης, στο εορτολόγιο της Εκκλησίας έχουμε αγίους πού βασανίστηκαν αγωνιζόμενοι όχι μόνο εναντίον των Λατίνων, αλλά και των ορθόδοξων μεν, λατινόφρονων δε; Όλοι αυτοί λοιπόν, μάταια αγωνίστηκαν; Για να υπερασπίσουν μια αμφιλεγόμενη ή θεολογούμενη άποψη θυσιάστηκαν οι άγιοι επί «ορθόδοξου» Πατριάρχου Βέκου ή για να υπερασπίσουν την αλήθεια της Πίστεως; Και αφού η Εκκλησία μας καλεί να ομολογούμε την πίστη και να τους μιμηθούμε, χωρίς να περιμένει την έγκριση μιας Οικουμενικής ή Πανορθοδόξου Συνόδου, μήπως πρέπει να θεωρηθεί και ηθική αυτουργός των εις μάτην θυσιασθέντων και όσων θα τους μιμηθούν;
Το συμπέρασμα είναι, πως δεν χρειάζεται κάποια νέα, τάχα, Οικουμενική Σύνοδος για να επικυρώσει τις αποφάσεις εκατοντάδων Πατριαρχικών και τοπικών συνόδων, που έχουν καταδικάσει τις αποκλίσεις τόσων και τόσων αιρετικών (και των Παπικών) που εμφανίστηκαν μετά την σύγκλιση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. Αρκούν οι Σύνοδοι αυτοί, αφού έγιναν αποδεκτές από το σώμα της Εκκλησίας.
Είναι βέβαια, αλήθεια, ότι υπάρχει στο λαό σύγχυση για το, ποιοι είναι αιρετικοί και ποιοι δεν είναι, ποια στάση πρέπει να κρατήσουμε προς τους μεν και προς τους άλλους. Αυτά, όμως, συνέβαιναν σε κάθε περίοδο της ζωής της Εκκλησίας∙ όταν εμφανιζόταν μια αίρεση, δεν είχαν όλοι οι πιστοί ξεκαθαρισμένη άποψη γι’ αυτήν. Πάντα υπήρχαν οι αμφιβολίες, πάντα υπήρχαν εκείνοι που ήθελαν να τα έχουν καλά με όλους, ήσαν δηλαδή πολλοί χριστιανοί διχασμένοι ως προς βασικά θέματα πίστεως. Ακόμα και τον ίδιο το Χριστό παρερμήνευσαν οι σύγχρονοί του, τον ακολούθησαν δε ελάχιστοι. Οι άλλοι -παρά τα θαύματα και τις νεκραναστάσεις που έκανε- τον αποδοκίμασαν και τελικά τον σταύρωσαν. Παρόμοια συνέβησαν, όταν εμφανίστηκαν οι αιρέσεις του Αρείου, του Νεστορίου, των Παπικών κ.λπ.
Αλλά οι ανά τους αιώνες Ορθόδοξοι δεν περίμεναν να καταδικαστεί κάποιος αιρετικός ή κάποια αίρεση και μετά να απομακρυνθούν απ’ αυτόν. Μόλις εγίνετο φανερή η αίρεση, οι Ορθόδοξοι πιστοί αντιδρούσαν αμέσως. Απεμακρύνοντο όχι μόνο από τους αιρετίζοντες, αλλά και από τους φιλοαιρετικούς Επισκόπους και Πατριάρχες. Με τη στάση τους αυτή προκαλούσαν τη σύγκληση Συνόδου, στην οποία οι θεοφώτιστοι άγιοι Πατέρες απεδείκνυαν την πλάνη των αιρετικών, προστρέχοντες στα κείμενα των παλαιοτέρων Πατέρων και συμβουλευόμενοι ζώντες Αγίους.
Αυτή τη συμμετοχή του όλου σώματος της Εκκλησίας αποφεύγει σήμερα η ηγετική ομάδα που στελεχώνεται από έμπιστους ομοϊδεάτες του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Όσοι εκφράζουν δημοκρατικά και ελεύθερα διαφορετική θέση, χαρακτηρίζονται φανατικοί και ταλιμπάν, αγνοείται η άποψή τους, ως μη ανταποκρινόμενη στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις. Κι όμως τα κριτήρια της Εκκλησίας δεν είναι κοινωνικοπολιτικά∙ η Εκκλησία ποτέ δεν αποφάνθηκε ερήμην του Λαού της, από ένα εξουσιοδοτημένο ιερατείο, που τάχα έχει εξουσιοδοτηθεί να την εκφράζει.
Εν προκειμένω είναι αξιοσημείωτα, όσα ο π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος έχει διατυπώσει σε ομιλία του, που παραθέτω κατ’ απομαγνητοφώνηση: «Αν είναι (να λύσω) βαθύ θεολογικό θέμα, δεν σημαίνει μαζεύω μια τοπική Σύνοδο και αποφασίζω και λέω: το αποφασίσαμε. (Αντίθετα) θα μελετήσει (πρώτα) ο λαός, θα μελετήσουν οι Πατέρες, οι γέροντες, οι μοναχοί, όλος ο λαός θα κάνει προσευχή, …θα καταθέσει τη γνώμη του, και θα βγή μια θεολογία, μια πρόταση θεολογίας. Όλα αυτά θέλουνε ζύμωση. Θέλουμε καμιά φορά να δείξουμε ότι είμαστε μοντέρνοι κι ακολουθούμε το συρμό των πραγμάτων, βιαζόμαστε να πάρουμε αποφάσεις για πολύ μεγάλα πράγματα, που θέλουν θεολογία …χρειάζεται αγαπητική προσμονή και θεολογία γι’ αυτά τα πράγματα. Όποτε η Εκκλησία βιάζεται να θεολογήσει πάνω στα πράγματα κάνει λάθος, και είναι αποσπασματική η άποψή της, γιατί δεν άφησε να λειτουργήσει το πνεύμα της καρδιάς όλων και να γίνει ζύμωση…
Γιατί όλοι μας έχουμε λόγο για τα δρώμενα της Εκκλησίας. Μπορεί να μη παίρνουμε μέρος, εμφανώς δηλαδή διά προσωπικής συμμετοχής, σε μια Σύνοδο τοπική ή ευρύτερη, αλλά η Εκκλησία θα προσμένει τη ζύμωση πού θα γίνει στις καρδιές των λαών ή των πνευματικών ή οποιονδήποτε ανθρώπων… Έχουν λόγο για τα πράγματα, αφού είναι ορθόδοξοι, θα ακούσει τη φωνή τους, έτσι αποδώ κι αποκεί, ο πρεσβύτερος, ο Επίσκοπος, θα ακούνε φωνές, θα τις πάνε παρακάτω, και πρέπει να προσμένει τις φωνές αυτές∙ κι όχι να πουν, εμείς αποφασίζουμε και τελειώσαμε. Δεν είναι ορθόδοξα μεγέθη αυτά. Άλλο για τα διοικητικά και άλλο για τα θεολογικά. Για τα θεολογικά χρειάζεται προσμονή και βαθειά ακοή από όλο το λαό. Ο λαός πρέπει νάχει φωνή χωρίς άλλα μεγέθη. Και η Εκκλησία για να ακούσει τη φωνή του πρέπει να περιμένει.
Θα γίνει ζύμωση στην ενορία μέσα, θα γίνει πιο βαθειά. Είναι ένας τρόπος που λειτουργεί το Άγιο Πνεύμα. Η βιασύνη καταργεί πάντοτε κι αναιρεί αυτό το κάλλος». (Στρατηγόπουλου Κων/νου, Ομιλίες για Νέους, (14. ΣΤ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ, ΣΑ 29-01-2005, http://www.floga.gr/gianeous2004-5.htm)».
Η παραπάνω όμως, τοποθέτηση του π. Κωνσταντίνου, που έχει πατερικά και θεολογικά ερείσματα, δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπ’ όψιν από τους περί τον Πατριάρχη. Στη πρόσφατη Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Κωνσταντινούπολη (10-12/10/2008), αποφάσισαν να συνεχιστούν οι Διάλογοι με ταχύτατους, μάλιστα, ρυθμούς, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη «καλής διαθέσεως» εκ μέρους των ετεροδόξων, όπως απαιτούν οι Πατέρες (τα κείμενά τους υπάρχουν στο παρουσιαζόμενο βιβλίο) καὶ μὴ λαμβάνοντας υπόψιν τις έντονες αντιδράσεις πολλών μελών του σώματος της Εκκλησίας. Επίσης, αποφασίστηκε να προχωρήσουν οι διαδικασίες για την προετοιμασία σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου που εκκρεμεί και την οποία όλοι προσμένουμε, αλλά οι συνθήκες και η βιασύνη με την οποία διαφαίνεται πως προετοιμάζεται δεν μας αναπαύουν.
* * *
Συμπερασματικά: Προσπάθησα μέσα από τα πατερικά κείμενα πού παρατίθενται στο βιβλίο “Η πατερική στάση στους θεολογικούς Διαλόγους και ο Οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος”, να παρουσιαστεί η καθαρή και ομόφωνη στάση των Ορθοδόξων προς την αίρεση και τους Διαλόγους, αφού η ορθόδοξη αυτή στάση διεφύλαξε επί τόσους αιώνες την Αλήθεια της Εκκλησίας, συνετέλεσε, ώστε να παραδοθεί -με αμέτρητες θυσίες- ανόθευτη σε μας.
Σ’ όλους αυτούς τους αιώνες, δεν παρασύρθηκαν στις αιρέσεις εκείνοι που ακολούθησαν τους αγίους. Και σήμερα εμείς, αν δεν μπορούμε λόγω των παθών μας να καταλήξουμε στο ποια στάση πρέπει να κρατήσουμε στις σχέσεις μας με τους ετερόδοξους, αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε τη φθορά πού προκαλούν οι σύγχρονοι αιρετικοί, Παπικοί και Προτεστάντες, (αλλά και όσοι ορθόδοξοι τους σιγοντάρουν και τους ακολουθούν), δεν έχουμε άλλη επιλογή -για να διαπιστώσουμε αν βαδίζουμε σωστά- παρά την προσφυγή στους αγίους μας, στα Πατερικά έργα, που σήμερα είναι προσιτά στον καθένα με μετάφραση, στους σύγχρονους πνευματικούς Πατέρες, που η διδασκαλία τους συμφωνεί με την πρακτική των Πατέρων και όχι τους καινοτόμους Επισκόπους και θεολόγους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον τους Ι. Κανόνες με πολιτικούς, κοινωνιολογικούς και επικοινωνιακούς όρους, και το μόνο «θεολογικό» επιχείρημα πού ψελλίζουν, είναι, πως ό,τι κάνουμε, το κάνουμε από αγάπη, ανταποκρινόμενοι στα κελεύσματα των καιρών και χρησιμοποιώντας την εκκλησιαστική Οικονομία∙ δεν μπορούμε, λένε, να εφαρμόζουμε σήμερα Ι. Κανόνες, πού γράφτηκαν για να θεραπεύσουν ανάγκες άλλων εποχών.
Και ξεχνούν, ότι οι Ι. Κανόνες δεν είναι παρά ερμηνεία και εφαρμογή των λόγων του Κυρίου και των Αποστόλων, και ότι ο Κύριος απαγορεύει να αλλάξει ακόμα και ένα γιώτα ή μία κεραία από το νόμο Του, και (είπε ακόμη) πως όποιες παραβλέψει τις Εντολές Του διακινδυνεύει τη σωτηρία του. Ξεχνούν πως ο άνθρωπος είναι στην ουσία του ο ίδιος, η θεραπεία η ίδια, ο Χριστός «χθες και σήμερα ο αυτός», με τις ίδιες Εντολές «και εις τους αιώνες».
Γι’ αυτό και οι άγιοί μας, επειδή ακολουθούν ορθόδοξα τον Χριστό δεν είναι χαλαροί και άνευροι στην εφαρμογή των Εντολών, αλλά είναι απόλυτοι: τα δόγματα και οι Ι. Κανόνες είναι θεόπνευστοι, αιώνιοι και υποχρεωτικοί για όποιον ελεύθερα θέλει να ανήκει στην Εκκλησία. Μόνο η ίδια η Εκκλησία, μέσα από αγιοπνευματικές διαδικασίες, μπορεί να ερμηνεύσει και να τροποποιήσει διατάξεις Ι. Κανόνων, αλλά και αυτή η παρέμβαση γίνεται, χωρίς να θιγεί το πνεύμα, ο σκοπός για τον οποίο οι Ι. Κανόνες εθεσπίστηκαν.
Έτσι, όταν νομίζουμε ότι παραβαίνονται οι Ι. Κανόνες από Επισκόπους σε θέματα Πίστεως -κυρίως με βάση όσα ξέρουμε από τους αγίους Πατέρες και όχι με βάση τη δική μας γνώμη- να ζητάμε από τους πνευματικούς μας και τους Επισκόπους να μας εξηγήσουν πού στηρίζουν τις πράξεις τους ή τις παραλείψεις τους. Γιατί δεν είναι δυνατόν, όταν αυτοί είναι παραβάτες, ταυτόχρονα ζητούν από μας -μονόπλευρα- υπακοή. Η ορθόδοξη όμως συνείδηση, πρέπει να είναι ευαίσθητη σε θέματα πίστεως.
Αξιόλογο είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο καθηγητής του Κανονικού Δικαίου κ. Μπούμης:
«Τοιαύτη είναι η ευαισθησία του χριστιανικού πληρώματος εις ζητήματα πίστεως και εκκλησιαστικής δεοντολογία (γράφει ο καθηγ. Μπούμης), ώστε δεν ανέχεται την παραμικράν υπεκφυγήν ή ασάφειαν ή αμφιβολίαν, αλλά επιμένει εις την συγκεκριμένην και βεβαίαν αντιμετώπισιν αυτων. Εύγλωττος είναι επί τούτω η στάσις την οποίαν επέδειξε το πλήθος των πιστών της Κωνσταντινουπόλεως τω 518, όταν εκάλεσε τον Πατριάρχην Ιωάννην Β΄ τον Καππαδόκην… “να κηρύξη απ’ άμβωνος την αναγνώρισιν της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, να εγγράψη εις τα δίπτυχα τα ονόματα των ορθοδόξων προκατόχων αυτού…και να αναθεματίση τον μονοφυσίτην Πατριάρχην Αντιοχείας Σεβήρον”.
Οι πιστοι δεν ηρκέσθησαν εις την διαβεβαίωσιν του Πατριάρχου, ότι δεν εκινδύνευεν η πίστις και ότι θα προβή εις τας σχετικάς ενεργείας, αλλά την στιγμή πού εδιαβάζοντο τα δίπτυχα “μετά πολλής ησυχίας συνέδραμαν άπαν το πλήθος κύκλω του θυσιαστηρίου και ηκροώντο, και μόνον», όταν διαπίστωσαν με τα αυτιά τους ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε «φωνή μεγάλη έκραξαν άπαντες· δόξα σοι Κύριε”» και επέστρεψαν στις θέσεις τους.
Και καταλήγει ο κανονολόγος καθηγητής: «Τους λόγους, λοιπόν, και τας πράξεις των εκκλησιαστικών ηγετών οφείλει να διακρίνη η σαφήνεια και η συνέπεια, πράγμα το οποίον αποτελεί βάσιν οικοδομής και ενότητας των Χριστιανών και δοξολογίας αυτών προς τον Θεόν » (Μπούμη Π., Τα Αναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως).
Με όσα ως τώρα ελέχθησαν νομίζω πως έγινε αντιληπτο το στίγμα του βιβλίου. Εφ’ όσον αυτή είναι η διδασκαλία όλων των Πατέρων, είναι ολοφάνερο πως η πατριαρχική τακτική στους Διαλόγους και τα πατριαρχικά σχέδια αντιβαίνουν στην Πατερική ποιμαντική και θεολογία.
Και το δίλημμα που προκύπτει για μας είναι: Ως χριστιανοί οφείλουμε υπακοή στους Πατέρες και το Χριστό, ή σ’ αυτούς που παραποιούν τη διδασκαλία Του;
Πάτρα 1 Νοεμβρίου 2008, Σημάτης Παναγιώτης
[1] Το κείμενο αυτό περιέχει κάποιες διορθώσεις και κάποιες προσθήκες που δεν εκφωνήθηκαν το Σάββατο βράδυ, 1/11/2008, κατά την παρουσίαση βιβλίου («Η Πατερικὴ στάση στους θεολογικούς διαλόγους και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος»), στην αίθουσα του «Πάτρα Παλλάς». Η ελλειπής παρουσίαση οφειλόταν στην πολλαπλή παρασκηνιακή επιχείρηση της Μητροπόλεως Πατρών, να ματαιώση την παρουσίαση του βιβλίου, και στην επί μία βδομάδα, δική μας προσπάθεια, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που σε κάθε μας βήμα συναντούσαμε.
[2] Χρυσοστόμου Ιω., Εις A’ πρός Κορινθίους v. 61, pg 282, ln 6. –Και Θεοδώρητου Κύρου γράφει: Μισώ μεν τους αορετικούς ως παρανόμους, οικτείρω δε ως ανθρώπους. Και πενθείν μεν αυτους διά την φυσικήν συμπάθειαν αναγκάζομαι· βδελύττομαι δε πάλιν αυτους διά την πολλήν πονηρίαν».
[3] Χρυσοστόμου Ιωάννου, Εις τον 100ο Ψαλμό, [Sp.], v. 55, pg 633, ln 15.







Σε αυτό το θεολογικό άρθρο ας καταθέσουν τα θεολογικά τους επιχειρήματα και θέσεις κι ας μην ειρωνεύονται και λασπολογούν μόνο.Αρκετά ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες.Επιτέλους ας κάνουν θεολογικό διάλογο.
Πιστεύω ότι το κριτήριο για τη στάση πολλών ανώτερων κληρικών έναντι των ετεροδόξων δεν είναι ούτε η αγάπη προς αυτούς, ούτε η αγάπη προς την Εκκλησία, αλλά οι δημόσιες σχέσεις και η συμμόρφωση με το πολιτικώς ορθό.
Συγχαίρουμε τον θεολόγο Παναγιώτη Σημάτη για τον αγώνα που δίδει κατα του Οικουμενισμού!