Γιώργος Κεκαυμένος
Το Κρυφό Σχολειό κι η Ιστορία: Οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια.
«Όποιος ελέγχει το παρελθόν,
ελέγχει το μέλλον»
Γεώργιος Όργουελ, 1984.
Διονυσίου Καλλιάρχου, του τιθέντος την ψυχήν
υπέρ των προβάτων, αιωνία η μνήμη.
Είναι γνωστό ότι οι αναθεωρητές ιστορικοί θέλουν με κάθε θυσία να αποσυνδέσουν τελείως την εκκλησία από την επανάσταση του 1821, και συνακόλουθα, από όλα τα ιστορικά γεγονότα, στα οποία το σύγχρονο Ελληνικό κράτος χρωστάει την ύπαρξή και την ελευθερία του. Γι’ αυτό οτιδήποτε συνδέει τον Ελληνισμό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη χαρακτηρίζεται αυτόματα ως μύθος. Ένας από αυτούς τους «μύθους» είναι και το κρυφό σχολειό. Και μάλιστα όχι ένας της σειράς, αλλά ίσως ο κυριότερος. Ο μύθος.
Είναι αλήθεια πως σχετικά με το κρυφό σχολειό είχα κάποια στιγμή κλονιστεί από τα λεγόμενα των αναθεωρητών ιστορικών, γιατί τα επιχειρήματά τους έμοιαζαν απόλυτα και αναντίρρητα και ο λόγος τους απέπνεε τέτοια σιγουριά και βεβαιότητα, που πραγματικά δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο αμφισβήτησης και αμφιβολίας. Από την άλλη, μου φαίνονταν πολύ «ύποπτη» και η συμπεριφορά των ιστορικών του πατριωτικού χώρου, τους οποίους έβλεπα, όταν γίνονταν λόγος για το κρυφό σχολειό, ή να μασάνε τα λόγια τους ή να χαμογελάνε «πονηρά» και με νόημα…
Άλλωστε, ακόμη και ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, ο οποίος είναι γνωστός και για τις βαθιές ιστορικές του γνώσεις, ειδικά στο θέμα του κρυφού σχολειού είναι σαφής και στην τοποθέτησή του: Το θεωρεί ξεκάθαρα μύθο, διότι πιστεύει πως είναι «ατεκμηρίωτο ιστορικά ως προς τη διαθρυλούμενη μορφή του». Βέβαια, «θρύλος» αυτός, προσθέτει, «έχει οπωσδήποτε υπόσταση», αλλά «με την έννοια ότι την οργανωμένη παιδεία, αδύνατη για την εποχή αυτή, αναπλήρωνε η ανεπίσημη και ταπεινή φροντίδα της εκκλησίας, στους νάρθηκες των ναών και στις μονές. Τίποτε όμως δεν αποδεικνύει επίσημα καθιερωμένη και συστηματική δίωξη της παιδείας από τους Τούρκους» . Και για τα περαιτέρω παραπέμπει στην «σπουδαία ανάλυση του Άλκη Αγγέλου στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» . Δηλαδή, ο παπα-Γιώργης αναπαράγει εδώ τον σκληρό πυρήνα της αναθεωρητικής επιχειρηματολογίας για την απόρριψη του κρυφού σχολειού, μια επιχειρηματολογία που θα δούμε σε όλες της τις λεπτομέρειες αμέσως παρακάτω.
Καθώς όμως συνέχιζα να ασχολούμαι με το θέμα και να «ψάχνομαι» σχετικά, ήρθε σε γνώση μου μια παράγραφος από την ιστορία του ’21, του μεγάλου μας ιστορικού Διονύση Κόκκινου, ο οποίος λέει εκεί επί λέξει τα εξής:
«Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και δια τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσι τόσων αμέσων αναγκών που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη» .
Η διαβεβαίωση αυτή του Δ. Κόκκινου, πως «το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος», γυρόφερνε συνέχεια στο μυαλό μου και δε μ’ άφηνε στιγμή να ησυχάσω και να πιστέψω έτσι ήσυχα κι απλά τα επιστημονικά θέσφατα των αναθεωρητών ιστορικών, αλλά και εκείνων του πατριωτικού ρεύματος. Και αυτό γιατί ήξερα και ξέρω τι σημαίνει Δ. Κόκκινος για τα θέματα της τουρκοκρατίας και του 1821: Η σχεδόν μοναδική και απόλυτη αυθεντία, μιας και ήταν ο μόνος ίσως άνθρωπος που γνώριζε αυτήν την εποχή τόσο καλά και σε τέτοιο βάθος.
Από τότε αποφάσισα να ψάξω το θέμα του κρυφού σχολειού όσο λεπτομερέστερα και πιο αναλυτικά μπορούσα. Για να καταλάβω από πού αντλούσε ο Κόκκινος τούτη δω την βεβαιότητά του. Αλλά, όταν αποφασίζεις να ασχοληθείς με ένα τόσο αμφιλεγόμενο και δύσκολο θέμα, είσαι υποχρεωμένος να διεξέλθεις όλες τις σχετικές με το θέμα σου απόψεις. Και όχι μόνον αυτό, αλλά πρέπει επιπλέον να τις αναλύσεις, να τις αξιολογήσεις και φυσικά, πρώτ’ απ’ όλα, να αναζητήσεις και να παραθέσεις όλες τις υπάρχουσες πηγές. Μια τέτοια δουλειά δεν είναι δυνατόν να εξαντληθεί στα ασφυχτικά όρια μιας μικρής και συνοπτικής εργασίας. Αντίθετα, απαιτούνται δεκάδες σελίδες με τα παραθέματα από τις πηγές, την βιβλιογραφία και με την σχετική ανάλυση.
Έτσι προέκυψε αυτή εδώ η μελέτη, η οποία απευθύνεται σε όλους εκείνους που θέλουν πραγματικά να μάθουν ποια είναι η ιστορική αλήθεια για το κρυφό σχολειό, ένα ιδιαίτερα δύσκολο και περίπλοκο θέμα. Γι’ αυτό και όσοι θα μπουν στον κόπο να την διαβάσουν, δεν θα πρέπει να υπολογίσουν ούτε τον κόπο που θα χρειαστεί να καταβάλουν, ούτε τις πολλές (ηλεκτρονικές!) σελίδες που θα πρέπει να διαβάσουν, όσο κι αν κάτι τέτοιο τους φανεί ιδιαίτερα βαρετό ή κουραστικό. Γιατί, δυστυχώς, ούτε για την ιστορία υπάρχει βασιλική οδός…
Άλλωστε, οι αναθεωρητές ιστορικοί όλους εμάς που υπερασπιζόμαστε τον «μύθο» του κρυφού σχολειού μας έχουν ψέξει, με το δίκιο τους, για «πολλαπλές και μικρές σε έκταση δημοσιεύσεις» . Ήρθε λοιπόν η ώρα μια και καλή να τους διαψεύσουμε.
Το κρυφό σχολειό στην σύγχρονη έρευνα.
Όπως ξεκαθαρίζουν οι αναθεωρητές ιστορικοί, «για το «κρυφό σχολειό» η ιστοριογραφία έχει αποδείξει οριστικά πλέον ότι δεν υπήρξε» , «καθώς δεν υπάρχει καμία μαρτυρία από την εποχή της τουρκοκρατίας που να αφήνει περιθώρια για παρόμοιες υποθέσεις» . Ξεκινώντας «με του Crusius το βασικό έργο Turcograecia (1584), σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία δεν σώζεται καμία πληροφορία, ακόμη και έμμεση, που να μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού, έστω και για τα πιο δύσκολα –ως προς τις σχέσεις με τον κατακτητή– για τον Ελληνισμό χρόνια, δηλαδή την περίοδο αμέσως μετά την Άλωση» .
Αν όμως είναι έτσι τα πράγματα, τότε πώς δημιουργήθηκε αυτός ο «μύθος»; Ποιο ήταν το βασικό υπόστρωμα, το οποίο επέτρεψε την ανάπτυξή του; Στα ερωτήματα αυτά μας απαντούν και πάλι οι αναθεωρητές ιστορικοί: «Η διαδικασία παραγωγής του μύθου του κρυφού σχολειού επιτυγχάνεται […] με την κατασκευή μιας λόγιας παράδοσης που βασίζεται στο μύθευμα της απαγόρευσης και καταδίωξης της εκπαίδευσης των Ελλήνων από τους Τούρκους και προβάλλει το κρυφό σχολειό ως διαδικασία διατήρησης της εθνικής συνείδησης και του πόθου της ελευθερίας, υπό τη σκέπη της ορθοδοξίας» . Αυτός ακριβώς είναι και ο «πυρήνας του μύθου». Από την μια οι «βάρβαροι» και «απολίτιστοι» «Τούρκοι», που εμποδίζουν τους Έλληνες να μάθουν γράμματα και από την άλλοι οι Έλληνες, «που έχουν μέσα τους τη φλόγα της φιλομάθειας και κάνουν τα πάντα για να μορφωθούν. Έτσι, σε όλες τις επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ζουν Έλληνες, δημιουργούνται τα «κρυφά σχολειά» σε εκκλησίες και μοναστήρια» . Με άλλα λόγια «ο κατασκευασμένος μύθος του κρυφού σχολειού υπονοεί τη ρητή απαγόρευση προς τους Έλληνες υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να φοιτούν σε σχολεία, να ιδρύουν τέτοια και να τα στελεχώνουν, παραποιώντας, έτσι, όψεις της καθημερινής ζωής των ανθρώπων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας» .
Αυτό όμως που κατά τους αναθεωρητές ιστορικούς συνέβαινε, ήταν ακριβώς το αντίθετο: «Οι Τούρκοι ποτέ δεν απαγόρεψαν τα σχολεία» . Γι’ αυτό «καμιά απαγόρευση σχολείου δεν έχει επισημανθεί, κανένας, ούτε ο ελάχιστος υπαινιγμός δεν έχει εντοπισθεί στα χρόνια της τουρκοκρατίας» . «Ούτε βρέθηκε κανένα φιρμάνι ή άλλη διαταγή του κυριάρχου που να απαγορεύει τη λειτουργία χριστιανικών σχολείων και να καθιστά αναγκαία την καταφυγή στο «κρυφό σχολειό» . Και ενώ «υπάρχουν πάμπολλες ιστορικές μαρτυρίες για αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, […] όμως δεν υπάρχει καμιά που να σχετίζεται με άρνηση ιδρύσεως ή με κλείσιμο σχολείων» . Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο «δεν υπάρχει καμιά ιστορική πηγή που να μαρτυρεί ότι οι τουρκικές αρχές απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων ή ότι έκλεισαν κάποιο σχολείο» .
Γιατί άλλωστε οι Τούρκοι «να ενοχληθούν από την ύπαρξη σχολείων» ; Πραγματικά, «δεν είχαν» κανέναν «λόγο να εμποδίσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση» . «Όχι βέβαια γιατί διαπνέονταν από φιλελεύθερες αρχές, αλλά γιατί αδιαφορούσαν εντελώς για τις εσωτερικές υποθέσεις των ραγιάδων» . Αυτή «η αδιαφορία των Οθωμανών για τη μόρφωση και η σχετική ανεκτικότητα έναντι των υποδούλων επέτρεψε την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή τους και τη λειτουργία εκπαίδευσης, στοιχεία που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» . «Η επιστημονική έρευνα διαθέτει πλήθος τεκμηρίων για τη λειτουργία σχολείων. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας γνωρίζουμε κατά καιρούς δεκάδες σχολεία –στοιχειώδη, μεσαία ή ανώτερα- σε όλο το γεωγραφικό πλάτος και μήκος του ελληνικού χώρου, που λειτουργούσαν ανεμπόδιστα, καθώς και δεκάδες δασκάλων, μαθητών, χορηγών σχολείων και εγγράφων σχετικών με την εκπαίδευση» .
«Ποτέ, λοιπόν, ο Τούρκος, ο αγράμματος, δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιάνονταν από τα μαλλιά και γινόνταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά» . Και αφού «ο Οθωμανός κατακτητής δεν είχε απαγορεύσει τη λειτουργία σχολείων, τι χρειάζονταν [λοιπόν] τα «κρυφά» ;
Αντίθετα, «η εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα ήταν ευρέως διαδεδομένη (υπό την σκέπη του Πατριαρχείου) και δεν διωκόταν ουδαμού στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Απόδειξη ότι υπήρχαν εκατοντάδες σχολεία στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία, επιπλέον της περίφημης Πατριαρχικής Ακαδημίας στο Φανάρι» , τα οποία «λειτουργούσαν ανενόχλητα και επίσημα […] (στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στις Κυδωνιές αλλά και στον ελλαδικό χώρο)» . «Μάλιστα, κατά τον 18ο αιώνα, η ανανέωση της παιδείας ήταν τόσο αισθητή, ώστε οι Έλληνες (για την ακρίβεια οι Ρωμιοί, τα μέλη του Γένους) να υπερτερούν των πάντων στην Οθωμανική αυτοκρατορία από άποψης μόρφωσης» . Και όχι μόνο αυτό, αλλά «όποιος ήθελε μπορούσε να μάθει ελληνικά, σερβικά, βουλγαρικά κ.ο.κ. χωρίς να παρενοχλείται από τους κατακτητές» . Κανονικό linguaphone η Οθωμανική αυτοκρατορία!
Έτσι, «κατά την τουρκοκρατία […] και μεγάλος αριθμός κανονικών σχολείων λειτουργούσε και κανένας δεν εμπόδιζε τη λειτουργία τους» . Έτσι, «και μόνο το γεγονός ότι λειτουργούσαν –φανερά βέβαια– εκατοντάδες ελληνικά σχολεία σε πόλεις και χωριά δηλώνει ότι δεν υπήρχε λόγος υπάρξεως κρυφών σχολείων» , γι’ αυτό και το κρυφό σχολειό «ουδέποτε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξε –ή συνέτρεχε λόγος για να υπάρξει» . «Οι Έλληνες είχαν την ελευθερία και την ευθύνη να αποφασίσουν για την εκπαίδευσή τους χωρίς άμεσες δυναστικές πολιτιστικές επιρροές» . Και αν έως τα τέλη περίπου του 16ου αιώνα είχαμε έλλειψη σχολείων –μην στεναχωριέστε! Αυτό «εξηγείται από εσωτερικούς λόγους (αγροτικός χαρακτήρας υποδούλων, έλλειψη πόρων και δασκάλων), ενώ οι Οθωμανοί κατακτητές ενδιαφέρονταν μόνο για την υποταγή των υποδούλων και την καταβολή φόρων» .
Βέβαια, η παραπάνω εξήγηση αποτελεί μια κάπως «ουδέτερη» και «συμβιβαστική» θέση για το πρόβλημα της παρακμής των «ελληνικών γραμμάτων», η οποία δεν ικανοποιεί καθόλου τους πιο ριζοσπαστικούς αναθεωρητές ιστορικούς. Σύμφωνα μ’ αυτούς λοιπόν, τούτη η παρακμή «δεν οφείλεται στην οθωμανική διοίκηση, αλλά στην αδιαφορία και την προκατάληψη της εκκλησίας, η οποία ήθελε να περιορίσει τα γράμματα και την παιδεία στις θεολογικές σπουδές για τα στελέχη της και στα κολλυβογράμματα για τους υπόλοιπους» .
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν πως το κρυφό σχολειό είναι ένα «κατασκευασμένο γεγονός» , ένας ακόμη νεοελληνικός μύθος , «ένα ιστορικό ψέμα» , και –ακόμη περσότερο– μια καθαρή «ανοησία» . «Και είναι τόσο πειστικές οι αποδείξεις, ώστε δε μιλούν πια γι’ αυτό ούτε τα σχολικά βιβλία(!)» . Γι’ αυτό πρέπει και η εκκλησία, με αφορμή την εκλογή του νέου αρχιεπισκόπου, «να σεβαστεί την επιστημονική γνώση και την πρόοδο», μιας και «δεν την ωφελεί σε τίποτε να επιμένει, για παράδειγμα, στα Κρυφά Σχολειά» .
Και επειδή ο φόβος φυλάει τα έρμα, επιβάλλεται να ξέρουμε από δω και πέρα με τι θα ασχολούμαστε και με τι όχι. Διότι «είναι μάταιο –και σφάλμα– να αναζητούμε […] ιστορικά επιχειρήματα […] για να καταπολεμήσουμε έναν μύθο(!)» . Έτσι, «το ερώτημα […] που πρέπει πια να μας απασχολήσει συστηματικότερα δεν είναι αν υπήρξε ή όχι Κρυφό Σχολειό. Σε αυτό η απάντηση είναι οριστικά αρνητική» .
Πίσω από τον «μύθο» για το κρυφό σχολειό κρύβεται τελικά μια «ανακρίβεια» και ένα «στερεότυπο», η αντίληψη πως «η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν «απολίτιστη» και «καθυστερημένη», και συνεχώς βίαιη έναντι των Ελλήνων και άλλων χριστιανών» . Όμως ο Ελληνισμός κατά την τουρκοκρατία «δεν κινδύνεψε ποτέ από τον κατακτητή να αφανιστεί», γιατί κάτι τέτοιο ο κατακτητής «όχι μόνον δεν το επιδίωξε, αλλά και δεν το επιθυμούσε» . Τα «περί «400 χρόνων τουρκικού ζυγού» ήταν ένας μεγάλος Μύθος», αφού «η Οθωμανική αυτοκρατορία […] θεωρούσε τους Ρωμιούς και το Πατριαρχείο συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας» . Γι’ αυτό και «η οθωμανική περίοδος ώς και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών» .
Υπεύθυνη για τα παραπάνω «στερεότυπα» είναι η «ιστοριογραφική παράδοση» που «δημιουργήθηκε τον περασμένο αιώνα στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, δεδομένου ότι η ελληνική ιστοριογραφία, επηρεασμένη από τα ρεύματα του ρομαντισμού και του θετικισμού αλλά και από τον θριαμβεύοντα εθνικισμό, αναπτύχθηκε ως εθνική ιστοριογραφία». Γι’ αυτό και «μόνον μετά την επανάσταση του 1821 μερικοί λόγιοι της εποχής, διεκτραγωδώντας τα παθήματα του Ελληνισμού κατά την τουρκοκρατία, υπαινίχθηκαν –χωρίς να αναφέρουν κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα– ότι η παιδεία, όπως και η εκκλησία, ήταν υπό διωγμόν» . Συγκεκριμένα, «η πρώτη διατύπωση της αντίληψης ότι οι Οθωμανοί κατέτρεχαν τα σχολεία των χριστιανών διατυπώνεται από τον Στέφανο Κανέλλο σε μια επιστολή του προς τον Γερμανό Ίκεν το 1822», διότι φυσικά «παρόμοια άποψη δεν έχει διατυπωθεί πουθενά έως τότε» .
Σήμερα η νέα αυστηρά επιστημονική ιστορική τάση «σημαίνει αναθεώρηση της βασικής […] ερμηνείας της οθωμανικής κληρονομιάς: ότι η οθωμανική περίοδος της ιστορίας τους υπήρξε μια «αλλότρια» επιβολή στις αυτόχθονες χριστιανικές κοινωνίες που είχε τη μορφή «ζυγού» , καθώς μέχρι τώρα «η εθνική αφήγηση, από τον Κοραή ως τον Παπαρρηγόπουλο» δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να «αποσιωπά την οθωμανική περίοδο και να τη διανθίζει με ιστορίες για σφαγές, γενίτσαρους, χορό του Ζαλόγγου και κρυφά σχολειά» .
Και ποιος είναι υπεύθυνος για την καλλιέργεια του μύθου του κρυφού σχολειού; Για όλους συνολικά τους αναθεωρητές ιστορικούς, την ευθύνη δεν θα μπορούσε να την έχει κανένας άλλος, παρά μόνον ο «συνήθης ύποπτος», η εκκλησία , καθώς «αυτές οι ιστορίες είναι μύθοι που δημιουργήθηκαν από την Εκκλησία για να ενισχύσει το γόητρό της» . Ο μύθος του κρυφού σχολειού, όπως και οι υπόλοιποι εθνικοί «μύθοι», «κατασκευάστηκε για να υποστηρίξει το ελληνορθόδοξο ιδεολόγημα» . Η εκκλησία είναι αυτή που συντηρεί τους «εθνικούς μύθους» μέχρι και σήμερα, επειδή ακριβώς «η αλήθεια σχετικά με το παρελθόν είναι ο χειρότερος εχθρός της» .
Τα παραπάνω αποτελούν κοινή πίστη και άποψη όλων των αναθεωρητών ιστορικών.
Όλων;
Όχι.
Υπάρχει ένας μοναχικός ερευνητής που διαφοροποιείται πλήρως και με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο από όλους τους υπόλοιπους.
Αυτός δεν είναι άλλος από τον Άλκη Αγγέλου, ο οποίος ως υπεύθυνους για την κατασκευή του «μύθου» του κρυφού σχολειού θεωρεί αποκλειστικά και μόνον τον νεοελληνικό διαφωτισμό και τον ρομαντισμό, όπως επίσης και την ακυριολεξία του ρητορισμού, η οποία τον διαμόρφωσε και τον παγίωσε . Δηλαδή, την νεοτερικότητα αυτοπροσώπως.
Όταν ο καθηγητής Κρεμμυδάς παρουσίασε με θούριους και διθυράμβους στο αναγνωστικό κοινό των Νέων το γνωστό βιβλίο του αείμνηστου καθηγητή Αγγέλου , απέφυγε επιμελώς να αναφέρει ποια θεωρούσε ο Αγγέλου ως την αιτία για την δημιουργία αυτού του «μύθου». Και δεν το παρέλειψε καθόλου τυχαία. Διότι αν ανέφερε ότι σύμφωνα με τον Αγγέλου τον «μύθο» για το κρυφό σχολειό τον έπλασαν αποκλειστικά και μόνον ο νεοελληνικός διαφωτισμός και ο ρομαντισμός, πώς θα μπορούσε μετά ο ίδιος ο Κρεμμυδάς να ισχυρίζεται ότι τον «μύθο» τον έφτιαξε «η εκκλησία» και οι «εθνικιστικοί κύκλοι» ;
Είδαμε πριν πως οι αναθεωρητές ιστορικοί μας λένε –σε όλους τους τόνους– πως το κρυφό σχολειό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας εθνικός μύθος. Όμως, παρ’ όλο που κατά τους αναθεωρητές ιστορικούς η ιστοριογραφία έχει αποδείξει οριστικά πλέον ότι «κρυφό σχολειό» δεν υπήρξε ποτέ, η άποψη πως το κρυφό σχολειό ήταν μύθος, όλως περιέργως, δεν γίνεται αποδεκτή από όλους τους σύγχρονους ιστορικούς. Έτσι, κορυφαίοι ερευνητές όπως ο Δ. Κόκκινος, ο Τ. Γριτσόπουλος ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος ο Β. Σφυρόερας και άλλοι δέχονται απόλυτα την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού, πράγμα που κάνει τους ιστορικούς της αποδόμησης να το ομολογούν, σε στιγμές απρόσμενης ειλικρίνειας, με ιδιαίτερη πικρία και οργή: «Πώς αυτή η ισχυρότατη αποδοχή του μύθου και ακόμη περισσότερο η αντίσταση ακόμη και μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας να δεχθούν την απόρριψη του;» .
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι πως η ιστορικότητα του κρυφού σχολειού γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή από πολλές μελέτες της σύγχρονης διεθνούς βιβλιογραφίας.
Χαρακτηριστικά είναι τα όσα γράφουν οι Aliki Dragona και Carolyn Handa:
«Ακόμη και σε περιόδους μεγάλης πολιτικής καταπίεσης, όπως η Οθωμανική κυριαρχία, αλλά και η ναζιστική κατοχή, οι Έλληνες, με κάποια αίσθηση ανωτερότητας και υπεροχής, φρόντιζαν να διασφαλίζουν την συμμετοχή τους σε κάποιου είδους επίσημων ή ανεπίσημων σχολείων για την εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης. Παράδειγμα, τα «κρυφά σχολεία», τα οποία λειτουργούσαν κρυφά και «παράνομα» σε όλη την Ελλάδα, στα 400 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, και τα οποία ενστάλαζαν ένα ισχυρό ελληνικό ήθος. Το ίδιο και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα επίσημα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία έκλεισαν τις πόρτες τους για τους μαθητές τους, πολλοί διδάσκονταν «κατ’ οίκον», από συγγενείς ή φίλους» .
Σε παρόμοια με τις παραπάνω ερευνήτριες συμπεράσματα καταλήγουν επίσης και οι C. M. Costantakos και J. N. Spiridakis, σύμφωνα με τους οποίους «τα κρυφά σχολειά λειτουργούσαν κρυφά, υπό την κάλυψη που προσέφερε το σκοτάδι, με στόχο την διατήρηση της γλώσσας» . Τα ίδια επίσης υποστηρίζουν για τον ρόλο του κρυφού σχολειού ο James Georgas και ο Nicholas V. Gianaris .
Όμως ο ποιο απρόσμενος υποστηρικτής της ύπαρξης του κρυφού σχολειού, και μάλιστα στα εγκυρότερα διεθνή επιστημονικά φόρα, είναι ο κορυφαίος σε θέματα εκπαίδευσης καθηγητής Γεώργιος Ψαχαρόπουλος, ο οποίος είναι ένας από τους λαμπρότερους εκφραστές του ευρωπαϊσμού και του πολιτικού φιλελευθερισμού στην χώρα μας.
Ο υπεράνω πάσης σκοταδιστικής υποψίας καθηγητής Ψαχαρόπουλος έγραψε σε ειδικό άρθρο του τα εξής ενδιαφέροντα για το κρυφό σχολειό: «Η εκπαίδευση έχει μια μακρά παράδοση στην Ελλάδα. Ο Σωκράτης δίδασκε όταν οι λαοί της δυτικής Ευρώπης ήταν ακόμη αναλφάβητοι. […] Τα όσα συνέβησαν στα 400 χρόνια της τουρκικής κατοχής θα πρέπει να μεγάλωσαν την όρεξη των Ελλήνων για παιδεία. Πάντως, σε κάθε περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι το κρυφό σχολειό βοήθησε στην διάσωση της ελληνικής γλώσσας και της εθνικής ταυτότητας» .
Η παιδεία στην Τουρκοκρατία: Πηγές και μαρτυρίες.
Το πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο «μύθος» για την απαγόρευση από τους Τούρκους της παιδείας και ο μύθος του κρυφού σχολειού, ο καθηγητής Αγγέλου πιστεύει ότι είναι πολύ δύσκολο να το ανακαλύψουμε: «Με ποιον τρόπο διαμορφώνεται γενικότερα αυτή η δοξασία για την απαγόρευση των Τούρκων και την κρυφή καλλιέργεια των γραμμάτων από τους Έλληνες, δεν το γνωρίζουμε, ούτε και είναι εύκολο –με τα σημερινά δεδομένα– να την αναζητήσουμε» .
Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Αγγέλου μας διαβεβαιώνει πως στην Turcograecia του Κρουσίου δεν υπάρχει ούτε ο παραμικρός υπαινιγμός για απαγόρευσης της παιδείας από τους Τούρκους και για κρυφό σχολειό. Γι’ αυτό και εμείς θα ξεκινήσουμε την έρευνά μας στις πηγές, από αυτό ακριβώς το έργο.
Ο Κρούσιος στην Turcograecia δημοσίευσε, μεταξύ άλλων, και τις επιστολές που του είχε στείλει ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς, ο οποίος ήταν «πρωτονοτάριος», δηλαδή αρχιγραμματέας της πατριαρχικής αυλής στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο Ζυγομαλάς περιγράφει στον σπουδαίο φίλο του σε ποια κατάσταση βρίσκονταν οι ελληνικές περιφέρειες και οι ελληνικές πόλεις παλαιότερα και στην εποχή του.
Και ενώ κάποτε αυτές οι περιοχές και οι πόλεις απολάμβαναν αφθονία αγαθών και ευδαιμονία, και ήσαν «λόγων πηγαί», στην εποχή του Ζυγομαλά όλα αυτά ήταν πλέον «ηφανισμένα και λείψανον μονότι φέροντα των πάλαι καλών και της τότε ευδαιμονίας». Και αυτό διότι στον καιρό του είναι «πάντα ταύτα (φευ) δεδουλωμένα δουλεία Αγαρηνών, και ουκ έχοντα τας ελευθέρους επιστήμας, ει μη τι που εφευρίσκεται. Το δ’ αίτιον, ότι αι κακώσεις και αι συζητήσεις των τυραννούντων δειναί» . «Σοφίαν γαρ ή μαθήματα, δούλοι όντες νυν, ουκ έχομεν» . «Τοιούτου καιρού [αρίστου] οι δυστυχείς ημείς Έλληνες χρήζομεν μεν, ουκ ευτυχούμεν δε τυχείν. […] Απολέσαντες γαρ ημείς βασιλείαν, και σοφίας εστερήθημεν, βαρβαρωθέντες εν βαρβάροις χρονίως, και ανανεύειν ταις δυστυχίαις κωλυόμενοι» . «Ημείς γαρ ονόματι Έλληνες. Αυτοί δε (οι φοιτητές του Κρουσίου), σοφία και έργοις αρίστοις και λαμπροίς» .
Όπως μας αναφέρει ο Ζυγομαλάς, το σκοτάδι της σκλαβιάς έφερνε όλες τις πόλεις του Ελληνισμού σε τραγική αντίθεση με το λαμπρό βυζαντινό παρελθόν τους . Και για ποιον λόγο τα ελληνικά μέρη δεν είχαν πια τις ελεύθερες επιστήμες; Αδιαφορούσαν οι Έλληνες; Καθόλου! Το αντίθετο μάλιστα. Γιατί όπως λέει πάλι ο ίδιος:
«Δεκτικώτατοί εισιν οι τοις τοιούτοις τόποις ενοικούντες, ότε διδασκάλου τύχωσι, των μαθημάτων λαμβάνειν, δια την ενούσαν ως οίμαι τω ελληνικώ γένει ευγένειαν και την κράσιν και θέσιν των τόπων αυτών. Α πλεονεκτήματά εισι ΘΕΟΘΕΝ εμπεφυκότα, και σχεδόν ανεξάλειπτα. Τα νέφη δε των επισυμβάντων κακών, τον ήλιον των καλών τούτων ουκ εά και την σοφίαν θάλλειν. Δώη δε Θεός ποτε άνεσιν και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ, τήν τε εις το αρχαίον αποκατάστασιν. Ορώ δε νυν (ως και άλλοτε έγραψα. Και λέγειν τοις ενταύθα πάσιν ου παύομαι, την αλήθειαν κηρύττων) μετοικήσαντα πάντα τα αγαθά από των ελληνικών τόπων και οικήσαντα εν ημίν. Η τε σοφία και των μαθημάτων επιστήμαι, αι τέχναι αι άρισται, η ευγένεια, τα όπλα, ο πλούτος, η παίδευσις και ο λοιπός των χαρίτων χορός. Ελληνικών δε χαρίτων το κλέος βαρύς ώλεσεν αιών, βαρβαρικοίς δαμάσας ήθεσιν αγλαϊνήν. Ώς τις λόγιος ανδρών (Αντώνιος Έπαρχος ούτος, Κερκυραίος) θρηνών την Ελλάδος καταστροφήν, ζυγόν δουλείας ακλεώς υποφέρουσαν, έκλαυσε, στίχοις ηρωελεγείοις δακρυχέων, υπέρ τοις διακοσίοις» .
Διψάνε οι Έλληνες για παιδεία, λέει ο Ζυγομαλάς, διότι το ελληνικό γένος έχει ως έμφυτα από τον Θεό «πλεονεκτήματα» την «ευγένεια» και την φιλομάθεια. Αλλά η βαριά και τυραννική σκλαβιά των Τούρκων δεν αφήνουν την σοφία να ανθήσει… Γι’ αυτό και προσεύχεται στον Θεό να δώσει στο ελληνικό γένος την ελευθερία του!
Σε μια επιστολή του προς τον Κρούσιο, ο Ζυγομαλάς παραθέτει επίσης και ένα άκρως αποκαλυπτικό απόσπασμα από κάποια επιστολή του Γεννάδιου Σχολάριου, του πρώτου πατριάρχη μετά την άλωση της Βασιλεύουσας, ο οποίος παρουσιάζεται σήμερα από κάποιους και ως κατεξοχήν «τουρκόφιλος». Λέει λοιπόν ο Σχολάριος:
«Μνήσθητε, αδελφοί και πατέρες, πόσον τε και ποταπόν υπήρχε το γένος ημών. Ην γαρ σοφόν, ένδοξον, γενναίον, φρόνιμον, ανδρείον, πάσαν την οικουμένην υποτάξαν εις μοναρχία. Και μην, και τη κατ’ αρετήν σπουδή τε και αγιωσύνη. […] Αλλά νυν, φευ των κακών!, απώλετο παν. […] Πού τα παιδευτήρια της σοφίας; […] Κατεπόθησαν υπό του Μωάμεθ» .
Όπως βλέπουμε λοιπόν, ήταν τόσο πολύ καλός «συνεταίρος» του κατακτητή η εκκλησία, ώστε τα κορυφαία στελέχη του Πατριαρχείου να χαρακτηρίζουν στους ξένους τον «συνεταίρο» τους ως φριχτό «βάρβαρο τύραννο»!
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική παρατήρηση. Όπως είδαμε μόλις παραπάνω, οι αναθεωρητές ιστορικοί μας βεβαιώνουν πως τα «στερεότυπα» και οι «ανακρίβειες» σχετικά με την τουρκική βαρβαρότητα και τον τουρκικό ζυγό αρχίζουν να λέγονται από τον Κοραή και μετά. Και όμως, εμείς βλέπουμε εδώ έναν κορυφαίο υπάλληλο της πατριαρχικής αυλής, τον Ζυγομαλά, 200 χρόνια πριν από τον Κοραή, να αποδίδει την άθλια κατάσταση στην οποίαν βρίσκονταν όλες οι ελληνικές περιοχές και πόλεις του καιρού του, ειδικά στο θέμα της παιδείας, στην σκλαβιά και την τυραννία των «Αγαρηνών»!
Για τον Ζυγομαλά λοιπόν, οι Τούρκοι ήταν υπεύθυνοι για την έλλειψη της παιδείας στους Έλληνες, και όχι οι «αργοί ρυθμοί της τουρκοκρατίας», ή ο «αγροτικός χαρακτήρα της κοινωνίας». Γι’ αυτό και τον ακούμε να κάνει λόγο για «καταστροφή της Ελλάδος», για «ζυγό δουλείας», για «κακώσεις», για «τυράννους» και για «βαρβάρους», ενώ ο Σχολάριος μας λέει πως όλες οι χάρες του γένους μας εξαφανίσθηκαν «από τον Μωάμεθ»! Άρα, 200 χρόνια πριν ο Ζυγομαλάς και 300 χρόνια πριν ο Σχολάριος, έλεγαν τα ίδια με τον Κοραή και χειρότερα!
«Η έννοια της εθνικής απελευθέρωσης ήταν απλώς έξω από κάθε δυνατότητα σκέψης στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Ήταν, δηλαδή, αδιανόητη» , μας διαβεβαιώνουν οι αναθεωρητές ιστορικοί. Και όμως, εμείς μόλις είδαμε τον δεύτερης γενιάς πρωτονοτάριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Θεοδόσιο Ζυγομαλά να προσεύχεται στον Θεό με όλη την δύναμη της ψυχής του για την ελευθερία του Ελληνικού γένους! Και δεν θα είναι ο μόνος.
Τόσο ανθελληνικό ήταν το Πατριαρχείο, και τόσο πολύ δίωκε κάθε τι το ελληνικό, για να θυμηθούμε και τους ελληνοκεντρικούς φίλους μας…
Βέβαια, για να μπορείς να διαβάσεις την Turcograecia πρέπει να κατέχεις και λίγο από παλαιογραφία, έτσι πως είναι κι αυτή γραμμένη ! Αλλά, πάλι… Την Turcograecia δυσκολεύονται να την διαβάσουν. Την Ιστορία όμως του Ελληνικού Έθνους τουλάχιστον, θα αποφασίσουν ποτέ να την ανοίξουν; Γιατί αν υποβάλλονταν ποτέ στον κόπο να την διαβάσουν, θα έβρισκαν εκεί την αναφορά του ιησουίτη François Richard, ο οποίος εν έτει 1657, εκατό χρόνια μετά τον Ζυγομαλά, απορούσε για το πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν χριστιανοί στην Τουρκία, αφού οι διωγμοί που υφίσταντο οι χριστιανοί από την «οθωμανική διοίκηση» ήταν χειρότεροι ακόμα και από τους διωγμούς του Νέρωνα και του Διοκλητιανού(!):
«Πολλές φορές απορώ πώς κατόρθωσε να επιβιώσει η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πώς υπάρχουν στην Ελλάδα 1.200.000 ορθόδοξοι. Και να σκεφτεί κανείς, ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει να υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς που αντιμετωπίζει σήμερα [δηλαδή το 1650] η ανατολική Εκκλησία. […] Και όμως, οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν χριστιανοί» .
Οι μαρτυρίες για την απίστευτη ωμότητα και βιαιότητα του τουρκικού ζυγού δεν σταματούν εδώ. Τώρα θα παραθέσουμε μια μαρτυρία που αποδεικνύει πως οι Έλληνες κατά την διάρκεια της «οθωμανικής διοίκησης» είχαν όχι μόνον κρυφά σχολειά, μα και κρυφές εκκλησιές!
Ο Στίβεν Ράνσιμαν έγραψε για την εποχή της τουρκοκρατίας ένα έργο-κεφαλάρι, με τον τίτλο Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία . Σ’ αυτό το έργο του ο Ράνσιμαν εκθέτει αναλυτικά, μέσα από τις πηγές, ποια ήταν η κατάσταση του Ελληνισμού κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Ανάμεσα στις πηγές του Ράνσιμαν συγκαταλέγεται και το βιβλίο του Άγγλου διπλωμάτη Sir Paul Rycaut, The Present State of the Greek and Armenian Churches. A.D. 1678, που εξέδωσε το 1679. Το βιβλίο αυτό ο Άγγλος αξιωματούχος το έγραψε με εντολή του βασιλιά Καρόλου του Β΄, και αποτελεί ουσιαστικά την επίσημη αναφορά του προς εκείνον. Εκεί ο Άγγλος ευγενής αναφέρει, ανάμεσα στα άλλα, και τα εξής:
«Είναι τραγική η μετατροπή των ιερών της θρησκείας, η αποπομπή του βασιλικού ιερατείου και η μετατροπή των ναών σε τζαμιά. Τα μυστήρια του θυσιαστηρίου τελούνται κρυφά σε μυστικές και σκοτεινές τοποθεσίες. Τέτοιες είδα στις πόλεις και τα χωριά που ταξίδεψα και μοιάζουν μάλλον με κρύπτες ή τάφους παρά με εκκλησίες. Οι στέγες τους είναι σχεδόν στο ύψος της επιφάνειας του εδάφους, για να μην κατηγορηθεί και η ελάχιστη έξαρση του οικοδομήματος ως θρίαμβος της θρησκείας και πρόκληση προς την υπερηφάνεια των τεμενών. […] Δεν είναι λοιπόν παράδοξο για την ανθρώπινη λογική, που βλέπει την καταπίεση και την περιφρόνηση στην οποίαν είναι εκτεθειμένοι οι καλοί χριστιανοί, και την αμάθεια στις εκκλησίες τους, που οφείλεται στην πενία του κλήρου, το ότι βρέθηκαν πολλοί που εγκατέλειψαν την πίστη. Μάλλον είναι θαύμα, και επαλήθευση των λόγων του Χριστού πως πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής, που η εκκλησία εξακολουθεί να διατηρείται μέσα σε τόσο μεγάλη καταπίεση, και παρά την τυραννία και τα τεχνάσματα που στρέφονται εναντίον της» .
Και όπως σημειώνει ο Ράνσιμαν, ο Rycaut «κατάλαβε καλά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ελληνική εκκλησία […] και ήταν καλά πληροφορημένος» .
Τέτοια, λοιπόν, «άνεση» και «ελευθερία» απολάμβαναν οι αξιολύπητοι Έλληνες κατά την τουρκοκρατία, όπως μας λένε ο Richard και ο Rycaut, ώστε να μπορούν να έχουν ελεύθερα και ανεμπόδιστα τα σχολεία όπως και τις εκκλησίες τους!
Στο τέλος του 17ου αιώνα, ο διακεκριμένος Άγγλος θεολόγος Thomas Smith, εταίρος, κοσμήτορας και αντιπρόεδρος του Magdalen College της Οξφόρδης , όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη έγραψε μια ειλικρινή και καλά πληροφορημένη αφήγηση για την ελληνική και την αρμενική εκκλησία . Εκεί εκφράζει τον θαυμασμό του και την απορία του για το πώς «οι ταλαίπωροι Έλληνες» ενώ βρίσκονταν κάτω από μια τέτοια «οδυνηρή καταπίεση από τους ανόητους και βλάσφημους Τούρκους», διατηρούσαν «με όλη τους την σταθερότητα» την «ακέραιη την ομολογία των μυστηρίων της πίστεως, όπως αυτά πιστεύονταν και γίνονταν αποδεκτά κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες» .
Ο καταιγισμός των μαρτυριών για την «υπέροχη» ζωή των Ελλήνων κατά την εποχή της «οθωμανικής διοίκησης» δεν σταματά εδώ. Έναν αιώνα μετά το Ζυγομαλά, ο Νεκτάριος πατριάρχης Ιεροσολύμων γράφει, γύρω στα 1660, τα εξής αποκαλυπτικά για την «πρότυπη αρμονική συμβίωση» Ελλήνων και Τούρκων και κυρίως για την παροιμιώδη «ανεκτικότητα» των «Οθωμανών» προς τους χριστιανούς υπηκόους τους:
«Και μην, τοιαύτη της Ανατολίδος νυν η κατάστασις. Ου γαρ εστι πόλις και τόπος, όπη των ορθοδόξων ημών ου προχέονται υπέρ της ευσεβείας τα αίματα. […] Πώς οίεσθε [εσείς οι Λατίνοι] τους υπέρ Χριστού κακοχουμένους και δια την ομολογίαν καθ’ εκάστην ταλαιπωρουμένους, πεινώντάς τε και δειψώντας και γυμνητεύοντας, […] διωκομένους τε και βλασφημουμένους; […] Και ει τι προσκτώνται [οι ορθόδοξοι] ιδρώτι του προσώπου, ουκ εις τρυφήν ουμενούν, ουκ εις δόξαν, ουκ εις θέλημα σαρκός, αλλ’ εις το τελείν βασιλικούς φόρους, υπέρ δύναμιν όντας. […]
Ίδε, τοιγαρούν, οποία νυν η Ελλάς και η ορθόδοξος Ανατολίς. […] Τεταπεινωμένη μεν κατά τον κόσμον, δεδοξασμένη δε κατά τον Θεόν. […] Εις έκπληξιν και θάμβος των ειδότων υμων [των καθολικών] και αυτών των απίστων [δηλαδή των Τούρκων]. Η εκκλησία […] δόξα χριστιανών αναδείκνυται, άμα και καύχημα. Ει και εάλω η Κωνσταντινούπολις και εδουλώθει, το έθνος ουδαμώς εξερριζώθει» .
Ποτάμι χύνονταν τα αίματα των ορθοδόξων Ελλήνων από την «ανεκτική οθωμανική διοίκηση», μας λέει ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων. Και βρίσκονται οι Έλληνες μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία στην πιο άθλια και αξιοθρήνητη κατάσταση, ακριβώς διότι δεν δέχονται να αρνηθούν την πίστη τους. Και είναι τόσο φριχτή και ανυπόφορη η ζωή τους, ώστε ακόμη και αν βγάλουν κάποια χρήματα με τον ιδρώτα του προσώπου τους, δεν μπορούν να τα χαρούν ούτε στο ελάχιστο, αφού τους τα παίρνει όλα ο σουλτάνος μέσα από την βαρύτατη φορολογία.
Και είναι το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι πως ο πατριάρχης αναφέρει ξεκάθαρα πως η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε και υποδουλώθηκε σε έναν «άπιστο» και χριστιανομάχο κατακτητή! Γι’ αυτό άλλωστε και οι Έλληνες υφίστανται όλα αυτά τα δεινά, διότι είναι δούλοι των «άπιστων» Τούρκων και όχι συνεταίροι τους. Σκλαβιά είναι η κυριαρχία των «Οθωμανών», όχι «πρότυπη συνύπαρξη»! Σκλαβιά που κάνει τα αίματα των χριστιανών να τρέχουν σαν ποτάμι, και τους ίδιους να ζουν μια πικρή και «μαύρη» ζωή, αφού η βαρύτατη φορολογία των Οθωμανών δεν τους άφηνε ούτε στιγμή να νιώσουν την πιο μικρή χαρά και απόλαυση. Και όμως. Το ελληνικό έθνος, παρά τα όσα υποφέρει και πάσχει, καθόλου δεν ξεριζώθηκε, μας λέει με πολύ συγκίνηση ο πατριάρχης. Και γιατί αυτό; Γιατί το στηρίζει η εκκλησία, η δόξα και το καύχημα των χριστιανών.
Είναι πολύ εντυπωσιακό να ακούμε έναν πατριάρχη να μιλάει το 1660 για Ελληνικό έθνος, 100 ολόκληρα χρόνια πριν τον διαφωτισμό και τα ορλωφικά.
Τον ίδιο αιώνα, περίπου 50 χρόνια πιο πριν, ο μαρτυρικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρης απαντώντας στην κατηγορία των «Λατίνων» σχετικά με την έλλειψη «σοφίας» στους Έλληνες, έγραψε τα παρακάτω για το πρόβλημα του μαρασμού της παιδείας στο ελληνικό γένος:
«Πως η ανατολική εκκλησία και όλον το γένος των Ελλήνων είναι κακά καταστρεμμένον, τούτο δεν το αρνούμεθα. […] Όσον πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα, αλήθεια είναι. […] Αν [όμως] είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγγίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν [θα] εύρισκες(!). Και εις την Ελλάδα τώρα διακόσιους χρόνους ευρίσκεται. Και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται δια να στέκουν εις την πίστιν τους, και λάμπει η πίστις του Χριστού. […] Και σεις μου λέγετε πως δεν έχομεν σοφίαν;» .
Κι αν δεν έχουμε σοφία παράξενο δεν είναι, λέει στους Ευρωπαίους ο οικουμενικός πατριάρχης. Αν είχατε εσείς τους Τούρκους μόνον για δέκα χρόνια, δεν θα είχε μείνει στην Δύση ούτε ένας χριστιανός. Εμείς οι Έλληνες τους έχουμε εδώ διακόσια χρόνια. Και όμως, η πίστη μας λάμπει κάθε μέρα σαν τον ήλιο, μ’ όλη την φρίκη της τουρκικής κτηνωδίας που υφιστάμεθα. Και μετά έρχεστε εσείς, μετά από όλα αυτά που υποφέρουμε, να μας πείτε ότι δεν έχουμε σοφία; Πώς θα μπορούσαμε να είχαμε σοφία, λέει ο πατριάρχης, μέσα σε τέτοια βαρβαρότητα που ζούμε;
Είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο να βλέπουμε έναν ακόμη ορθόδοξο πατριάρχη να κάνει λόγο για Ελλάδα, 150 χρόνια πριν τον διαφωτισμό.
Ήταν ακριβώς αυτή η εποχή, ο 17ος αιώνας, οπού οι Γερμανοί κυριολεκτικά έτρεμαν μην τυχόν τους κατακτήσουν οι Τούρκοι και μεταβληθούν κι αυτοί, σαν τους Έλληνες, σε έναν «βάρβαρο, αμόρφωτο και σκαιό λαό» !
Γιατί, δεν έφτανε που ήταν οι ίδιοι οι Τούρκοι βουτηγμένοι ολοκληρωτικά μέσα στην απόλυτη αθλιότητα, βύθιζαν σ’ αυτήν και όλους τους λαούς που κατακτούσαν. Πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να χάνουν οριστικά κάθε ίχνος παιδείας και πολιτισμού, ώστε να καθίστανται το ίδιο βάρβαροι και αμόρφωτοι με τους εξαχρειωμένους κατακτητές τους.
Την ανείπωτη φρίκη του τουρκικού ζυγού περιέγραψε με τον πιο γλαφυρό τρόπο και ο μεγάλος διδάχος της τουρκοκρατίας Ηλίας Μηνιάτης, επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων, ο οποίος πέθανε το 1714 σε ηλικία μόλις 45 ετών. Το 1716 κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά οι περίφημες Διδαχές του σε μια υπέροχη δημοτική γλώσσα, οι οποίες αποτελούν λαμπρό παράδειγμα του εκκλησιαστικού ρητορικού λόγου, όπως όλοι οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας με πραγματικό θαυμασμό αναγνωρίζουν. Γι’ αυτό και είχαν αμέσως καταπληκτική επιτυχία και διάδοση, κάνοντας αλλεπάλληλες επανεκδόσεις σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Εκεί όμως που είχαν γίνει πάρα πολύ δημοφιλείς ήταν στα μοναστήρια, στις τράπεζες των οποίων διαβάζονταν και ξαναδιαβάζονταν συνεχώς κατά τους επόμενους δύο αιώνες.
Λέει λοιπόν ο Μηνιάτης στις Διδαχές, τα εξής αποκαλυπτικά για την «οθωμανική διοίκηση»:
«Έως πότε, πανακήρατε Κόρη, το τρισάθλιον γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφέρτου δουλείας; Έως πότε να του πατή τον ευγενικόν λαιμόν ο βάρβαρος Θραξ; […] Λοιπόν, εύσπλαγχνε Μαριάμ, […] χάρισέ του την προτέραν τιμή. Ασήκωσέ το από την κοπρίαν της δουλείας εις τον θρόνο του βασιλικού αξιώματος. Από τα δεσμά εις το σκήπτρον, από την αιχμαλωσίαν εις το βασίλειον. Και αν ετούτες μας οι φωνές δεν σε παρακινούσιν εις σπλάγχνοις, ας σε παρακινήσωσιν ετούτα τα πικρά δάκρυα, πού μας πέφτουν από τα μάτια. Αλλ’ ανίσως και ετούτα δεν φτάνουν, ας σε παρακινήσωσιν αι φωναί των και οι παρακάλεσες των αγίων σου, όπου ακαταπαύστως φωνάζουσιν από όλα τα μέρη της τρισαθλίου Ελλάδος. […] Και δείχνοντάς σου την σκληροτάτην τυραννίδα των αθέων Αγαρηνών ελπίζουσιν, από την άκραν σου ευσπλαγχνίαν, του ελληνικού γένους την απολύτρωσιν. […] Αποδέξου λοιπόν, Παναγία Παρθένε, τα δάκρυά μας, […] δώσε τόσην δύναμιν του ευσεβεστάτου ημών Δουκός των Ενετών εναντίον των ανθρωποκτόνων και αιμοβόρων βαρβάρων, ώστε να σβησθή τελείως το φως του φεγγαρίου» .
«Ανυπόφερτη δουλεία» και «σκληρότατη τυραννίδα» υφίστατο το «γένος των Ελλήνων», σύμφωνα και με τον επίσκοπο Ηλία Μηνιάτη, από τους «ανθρωποκτόνους και αιμοβόρους βαρβάρους», όπως αποκαλεί τους «πολιτισμένους» και «ανεκτικούς», κατά τα άλλα, «Οθωμανούς». Και να σκεφτεί κανείς ότι οι παραπάνω ολόθερμες προσευχές του Μηνιάτη για την λευτεριά της Ελλάδας διαβάστηκαν από χιλιάδες χριστιανούς ραγιάδες σ’ όλη την αυτοκρατορία, ενώ εκφωνήθηκαν δημόσια πολλές εκατοντάδες φορές στις τράπεζες των μοναστηριών καθ’ όλην την διάρκεια της τουρκοκρατίας. Λόγια που περιγράφουν ωμά και απροκάλυπτα όχι μόνον την τουρκική κτηνωδία αλλά και τον ασίγαστο πόθο των Ελλήνων για τη λευτεριά τους. Τόσο τουρκόφιλη ήταν τότε η εκκλησία και οι λειτουργοί της…
Η επόμενη μαρτυρία για το θέμα που διερευνάμε προέρχεται και πάλι από έναν πατριάρχη Ιεροσολύμων, τον Χρύσανθο Νοταρά, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας διαφωτιστής, αλλά και ένας από τους πρώτους διαφωτιστές στην παγκόσμια ιστορία, αφού πέθανε το 1731, δηλαδή τότε που μόλις ξεκινούσε την δράση του ο Βολταίρος !
Η σχετική αναφορά του πατριάρχη υπάρχει σε ένα από τα πλέον επίσημα έγγραφα του, στο Σιγιλλιώδες Γράμμα που απέστειλε το 1728 στον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Γρηγοράσκο Γκίκα, με το οποίο τον προτρέπει να ανεγείρει στην ηγεμονία του «φροντιστήρια», δηλαδή ανώτατες σχολές. Εκεί, εξαίροντας την σπουδαιότητα των σχολείων, περιγράφει με τον πιο θερμό τρόπο τα αγαθά που φέρνει στους ανθρώπους η παιδεία και οι επιστήμες. Για να δείξει λοιπόν, και εκ του αντιθέτου, ποια είναι τα αποτελέσματα που επιφέρει η έλλειψη των σχολείων, αναφέρει μεταξύ πολλών άλλων και τα εξής:
«[Με τα «φροντιστήρια» και τις ακαδημίες που είχαν παλιά,] Αθήναι και Ελλάς ξύμπασα, επί μέγα ευκλείας και δόξης παρήλασεν. Εφ’ όσω γαρ ταύτη γυμνάσια περιφανή και ακαδημίαι ήκμαζον, τοσούτω διατεθρυλλημένη […] ετύγχανε, ως και παροιμία παρ’ Έλλησι κεκρατηκέναι, τον μη Έλληνα βάρβαρον αποφαίνουσα. Εξ ότου δε τούτων εστέρηται, ζυγώ δουλείας βαρυτάτω και τυραννικοτάτω υποπετωκυία, […] δύστηνος και αξία θρήνων αποκατέστη» .
Όσο η Αθήνα και όλη η Ελλάδα είχαν «φροντιστήρια», «γυμνάσια» και «ακαδημίες» είχαν φτάσει σε μεγάλη δόξα. Αλλά όταν μπήκαν κάτω από τον «βαρύτατο» και «τυραννικότατο» «ζυγό» της «δουλείας», όλα αυτά τα έχασαν και η «δυστυχισμένη» «Ελλάδα» κατάντησε άξια μόνον για «θρήνους», λέει εδώ ο πατριάρχης Χρύσανθος. Πολύ παράξενη αντίληψη για τον «συνεταιρισμό» τους με τους Τούρκους είχαν όλοι αυτοί οι ανώτατοι αξιωματούχοι της εκκλησίας, μιας και δεν έχαναν ευκαιρία να εκφράζονται για τους «Οθωμανούς» συνεταίρους τους με τον πιο αρνητικό και υποτιμητικό τρόπο!
Ελλάδα, Έλληνες και εκκλησία.
Εδώ ακριβώς πρέπει να κάνουμε την εξής παρατήρηση. Ο καθηγητής Πασχάλης Κιτρομηλίδης διατυπώνει την θέση πως στο τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας άνθρωποι σαν τον Πλήθωνα υποστήριζαν ότι οι κάτοικοί της αυτοκρατορίας αυτής ήταν «Έλληνες το γένος». Αυτές όμως οι απόψεις, οι οποίες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ένας «νεοελληνικός πρωτο-εθνικισμός», καταποντίσθηκαν τελείως με την άλωση της Πόλης, του Μυστρά και της Τραπεζούντας. Δηλαδή, μέχρι το 1461 οι παραπάνω απόψεις, κατά τον καθηγητή Κιτρομηλίδη, είχαν εξαφανιστεί πλήρως. Και αυτό γιατί «η οθωμανική κατάκτηση, αποκλείοντας την ελληνική κοινωνία από την δυτική αναγέννηση, […] συνέβαλε στην επιβολή της παραδοσιακής, αυστηρά ορθόδοξης κοσμοθεωρίας». Και με το που επικράτησε η «ορθόδοξη κοσμοθεωρία», «η πρώτη υποδήλωση μιας νέας ελληνικής ταυτότητας, προσδιορισμένης σε σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό […] εξοβελίστηκε πλήρως» .
Αυτός ο «νεοελληνικός πρωτο-εθνικισμός» είχε διαμορφώσει τις απόψεις «ελάχιστων και χωρίς καμία επιρροή διανοουμένων του ύστερου Βυζαντίου που κατασκεύασαν αμήχανα τα πρώτα υποτυπώδη ιστορικά στοιχεία της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από τον 15ο αιώνα, ως τους επιγόνους τους επαναστάτες των ευρωπαϊκών στοών των αρχών του 19ου αιώνα.[…] Αυτοί πρώτοι, ενώπιον του πολιτικού και πολιτισμικού αδιεξόδου που δημιουργούσε η οθωμανική κατάκτηση, αναγκάστηκαν να στραφούν στην ιστορία προκειμένου να αυτοπροσδιοριστούν» .
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Νεκτάριου Ιεροσολύμων, τον οποίον επέλεξε ο καθηγητής Κιτρομηλίδης να προβάλει ως παραδείγματα της «ορθόδοξης κοσμοθεωρίας». Έτσι, σύμφωνα με τον σεβαστό καθηγητή, ο πατριάρχης Νεκτάριος στο έργο του Επιτομή της Ιεροκοσμικής Ιστορίας εξέφραζε ξεκάθαρα μια «πολιτική ταύτιση με την οθωμανική μοναρχία. [Γι’ αυτό και] αναφερόμενος στην οθωμανική κατάκτηση της Μέσης Ανατολής, τον 16ο αιώνα, πανηγύριζε τις νίκες του Σουλτάνου, που είχαν επιτέλους επαναφέρει αυτές τις περιοχές υπό το σκήπτρο της βασιλίδας των πόλεων. [...]
Ούτε για μια στιγμή δεν φαίνεται να πέρασε από το νου του ευσεβούς συγγραφέα η σκέψη ότι η βασιλίδα των πόλεων (Κωνσταντινούπολη), στην κυριαρχία της οποίας είχαν υποταχθεί η Παλαιστίνη και η Αραβία, βρισκόταν και η ίδια αιχμάλωτη ενός ξένου και χριστιανομάχου δυνάστη. Εντοπίζεται και στο σημείο αυτό η πολιτική ταύτιση της ηγεσίας της ελληνικής κοινωνίας με το οθωμανικό καθεστώς, η οποία είναι εμφανής και στη στάση των Φαναριωτών. […] Συλλογικό πνεύμα και εθνική μνήμη δηλώνονταν με την αναφορά «εμείς οι Έλληνες», που υπήρχε μόνο για να τονίσει τη δογματική αντιπαράθεση των Ελλήνων με τους αιρετικούς της Δύσης» .
Πολύ εντυπωσιακό το παράδειγμα του καθηγητή. Μόνον που όταν θέλουμε να έχουμε την ολοκληρωμένη εικόνα της σκέψης ενός ανθρώπου, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν μας όλα τα έργα του και τα γραφτά του. Γιατί αν το κάνουμε αυτό, τότε βλέπουμε να αλλάζει πολύ το τοπίο και κάποιες βεβαιότητές μας να ανατρέπονται από τα θεμέλια τους. Λέει ο καθηγητής Κιτρομηλίδης πως ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων είχε «πολιτική ταύτιση με την οθωμανική μοναρχία», ενώ δεν φαίνεται να πέρασε από το νου του η σκέψη ότι η βασιλίδα των πόλεων (Κωνσταντινούπολη) […] βρισκόταν και η ίδια αιχμάλωτη ενός ξένου και χριστιανομάχου δυνάστη».
Και όμως είναι ο ίδιος ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων, ο οποίος είδαμε παραπάνω να λέει πως «ουκ […] εστι πόλις και τόπος, όπη των ορθοδόξων ημών ου προχέονται υπέρ της ευσεβείας τα αίματα. […] Ίδε, τοιγαρούν, οποία νυν η Ελλάς και η ορθόδοξος Ανατολίς. […] Τεταπεινωμένη μεν κατά τον κόσμον, δεδοξασμένη δε κατά τον Θεόν. […] Ει και εάλω η Κωνσταντινούπολις και εδουλώθει, το έθνος ουδαμώς εξερριζώθει» .
Όχι μόνον περνάει από το μυαλό του, αλλά γνωρίζει πολύ καλά ο πατριάρχης το πόσο χριστιανομάχος είναι ο δυνάστης. Και επειδή ακριβώς ξέρει πολύ καλά ο πατριάρχης με τι βάρβαρο κατακτητή έχει να κάνει, φροντίζει στα κείμενά που δημοσιοποιεί ο λόγος του να ακούγεται «φιλικός» και «ευχάριστός» στα αυτιά του κατακτητή. Όμως, στα κείμενα που ξέρει πως δεν πρόκειται να τα δει πότε ο Τούρκος δυνάστης, εκφράζει αυτό ακριβώς που πιστεύει και αισθάνεται για τον κτηνώδη και αιμοχαρή τύραννο του έθνους.
Είναι πραγματικά προς τιμήν του καθηγητή Κιτρομηλίδη το ότι αναφέρει πως ο πατριάρχης Νεκτάριος αποκαλούσε τους συγχρόνους του και τον εαυτό του «Έλληνες». Όμως δεν είναι καθόλου πειστικός ο τρόπος με τον οποίον προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτήν την πολύ άβολή για την αναθεωρητική ιστορία αναφορά του πατριάρχη. Ο καθηγητής Κιτρομηλίδης υποστηρίζει πως αυτές οι αναφορές του Νεκτάριου σε «Έλληνες» γίνονται μόνον «για να τονίσει τη δογματική αντιπαράθεση των Ελλήνων με τους αιρετικούς της Δύσης». Όμως, αν σκοπός του πατριάρχη ήταν να τονίσει την διαφορά μεταξύ ορθοδόξων και δυτικών, τότε μόνον σε Έλληνες δεν θα έπρεπε να αναφερθεί. Άλλωστε, οι ίδιοι οι αναθεωρητές ιστορικοί είναι που με ιδιαίτερη έμφαση τονίζουν πως «η σχέση της ρωμαίικης συνείδησης με την ορθόδοξη είναι ταυτόσημες και αντιθετικές σε κάθε έννοια «ελληνικότητας». Γι’ αυτό και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός στα τέλη του 18ου αιώνα έλεγε: «Δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί» . Άρα, αν ο Νεκτάριος είχε ως στόχο του να τονίσει τις διαφορές των ορθοδόξων με τους δυτικούς, έπρεπε να κάνει λόγο αυστηρά και μόνον σε Ρωμιούς, σύμφωνα με τα στερεότυπα της «προοδευτικής» και αναθεωρητικής ιστοριογραφίας.
Ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων δεν αναφέρεται σε Έλληνες ούτε τυχαία, ούτε ευκαιριακά. Το κάνει ενσυνείδητα, ακριβώς διότι πιστεύει πως οι χριστιανοί ραγιάδες του σουλτάνου που μιλούν ελληνικά δεν είναι απλά και μόνον ελληνόφωνοι, αλλά καθαροί Έλληνες κατά την εθνική τους καταγωγή και προέλευση, όπως και ο ίδιος. Και αυτό δεν το πίστευε μόνον ο Νεκτάριος αλλά και όλα τα άλλα ανώτατα στελέχη της εκκλησίας, όπως είδαμε.
Όταν λοιπόν ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε στους χριστιανούς που τον άκουγαν «δεν είστε Έλληνες» δεν το εννοούσε εθνικά, αλλά μόνον θρησκευτικά. Και αυτό διότι η λέξη «Έλληνας» για την ορθόδοξη κοσμοθεωρία ενώ στην εθνική διάστασή της σήμαινε τον άνθρωπο που ανήκει στο ελληνικό έθνος, στην θρησκευτική διάσταση σήμαινε «ειδωλολάτρης». Έτσι, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία της εκκλησίας κατά την τουρκοκρατία, οι ελληνόφωνοι ραγιάδες του σουλτάνου ως προς την θρησκευτική τους πίστη δεν ήταν «Έλληνες», ακριβώς επειδή ήταν χριστιανοί. Όμως, ως προς την εθνική τους ταυτότητα ήταν, για την εκκλησία πάντα, καθαροί Έλληνες, μέλη του πανάρχαιου και ζωντανού, παρά τον αφόρητο ζυγό, Ελληνικού έθνους. Γι’ αυτό ήταν ο άγιος Κοσμάς πάλι που έλεγε στους χριστιανούς που τον άκουγαν ότι «η εκκλησία μας είναι ελληνική και το γένος μας είναι ελληνικόν» .
Οι απόψεις του καθηγητή Κιτρομηλίδη είναι ιδιαίτερα προσφιλείς στους αναθεωρητές ιστορικούς και συγκροτούν την συνολική τους θέση για το ζήτημα της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Κατ’ αυτούς, οι σημερινοί Έλληνες μέχρι το 1770 ούτε ονόμαζαν τον εαυτό τους «Έλληνες», ούτε ελληνική εθνική συνείδηση είχαν. Έτσι, μέχρι και τον 17ο αιώνα δεν υπήρχαν ούτε Έλληνες, ούτε Τούρκοι ως ξεχωριστές εθνότητες . Γι’ αυτό και «μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, η αντίληψη της καταγωγής από τους αρχαίους Έλληνες δεν ήταν διαδεδομένη παρά σε λιγοστούς λόγιους. Ο όρος «Έλληνες» δήλωνε μόνο τους αρχαίους Έλληνες και ταυτιζόταν με τους ειδωλολάτρες. Το σύνολο των ορθοδόξων συναποτελούσε ανεξαρτήτως γλώσσας μια ιδιαίτερη φαντασιακή κοινότητα με θρησκευτικά – κοσμικά χαρακτηριστικά, το γένος των Ρωμιών ή το Ρουμ-μιλέτ για τις οθωμανικές αρχές». Έτσι, «η σχέση της ρωμαίικης συνείδησης με την ορθόδοξη είναι ταυτόσημες και αντιθετικές σε κάθε έννοια «ελληνικότητας» . Ορθοδοξία και Ελληνικότητα ήταν λοιπόν δυο έννοιες τελείως αντίθετες μεταξύ τους.
Γι’ αυτό και η εκκλησία ήταν πάντοτε αντίθετη σε κάθε απόπειρα για επανάσταση και ανεξαρτησία, και στην επανάσταση του 1821 , διότι «για την εκκλησία το σύστημα της κατάκτησης και η κραταιά βασιλεία του σουλτάνου αντιπροσώπευε την εκ Θεού προνενοημένη τάξη του κόσμου» . Γι’ αυτό και «το πατριαρχείο […] συνεβούλευε απειλητικά την υποταγή, διότι πάσα απείθεια ήταν αμαρτία και εναντίωση στο «θέλημα του θεού» . Έτσι, «η έκρηξη της Επανάστασης του 1821 βρήκε την Ελληνική Εκκλησία να προπαγανδίζει, επί ποινή αφορισμού και διώξεων, τη συνέχιση της υποταγής στη θεόπεμπτη σουλτανική εξουσία» . Πράγμα που είχε ως συνέπεια οι άνθρωποι να κατακτήσουν «το δικαίωμα να είναι ελεύθεροι […] με πολύ αίμα και με αντίπαλο την Εκκλησία» , η οποία, όπως ήταν φυσικό, απουσίαζε «από την προετοιμασία και οργάνωση της Επανάστασης» .
Η λέξη Έλληνας αρχίζει να χρησιμοποιείται από τους Ρωμιούς ραγιάδες του σουλτάνου μόνον μετά το 1770, χάρις στην επίδραση του γαλλικού διαφωτισμού . Και αυτό είναι απόλυτα φυσικό, αφού «Το ελληνικό έθνος συγκροτείται σταδιακά ανάμεσα στο 1770 και το 1820, από μερίδες τριών εθνοπολιτισμικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Ρωμιών, Αρβανιτών, Βλάχων), υπό την ιδεολογική ηγεμονία του νεοελληνικού διαφωτισμού και υπό την ηγεσία τριών κοινωνικών κατηγοριών (λογίων, έμπορων, οπλαρχηγών)» . Και «με την αναγωγή ενός ακατέργαστου παρελθόντος σε σύστημα ιστορικής εξέλιξης, θεμελίωσαν οι δημιουργοί του διαφωτιστές διανοούμενοι μια φαντασιακή, αρχικά, ταυτότητα-κοινότητα, τους Έλληνες». Και ήταν τόσο κυρίαρχη η ιδεολογία του εθνικισμού στον νεοελληνικό διαφωτισμό, ώστε ακόμη και οι κληρικοί που εντάχθηκαν στον σ’ αυτόν «ασπάστηκαν την εθνική ιδέα, αρνούμενοι την αυτοκρατορική τυραννία και τον πολιτικά δίδυμο πατριαρχικό οικουμενισμό» .
Γι’ αυτό και «το ιδεώδες της εθνικής ανεξαρτησίας δεν αποτελεί πάγιο και διαχρονικό πολιτικό όραμα, αλλά ιστορικά προσδιορισμένο ιδεολογικό και πολιτικό φαινόμενο της νεοτερικότητας» . Μόνον κάτω από «την κυριαρχία της Εθνικής Ιδέας, το ιδανικό της ελευθερίας (της εθνικής ελευθερίας), για το οποίο είχαν πολεμήσει οι άνθρωποι του Εικοσιένα, παρουσιάζεται ότι ενέπνεε ανέκαθεν τους ίδιους αλλά και τους προγόνους τους, από τους πιο κοντινούς μέχρι τους πλέον μακρινούς» . Δηλαδή, με δυο λόγια, οι ελληνόφωνοι χριστιανοί ραγιάδες άρχισαν να αποζητάνε την ελευθερία τους από τους «Οθωμανούς» μόνον μετά το 1770, κάτω από την επίδραση της εθνικιστικής ιδεολογίας του νεοελληνικού, δηλαδή του γαλλικού διαφωτισμού.
Όμως από τις πηγές που ήδη παραθέσαμε είναι πια ξεκάθαρο πως εξάγονται πολύ διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα του καθηγητή Κιτρομηλίδη και όλων των άλλων αναθεωρητών ιστορικών. Και αυτό διότι μέσα από τούτα δω τα κείμενα είχαμε την ευκαιρία ν’ «ακούσουμε» τον αρχιγραμματέα του οικουμενικού πατριαρχείου Θ. Ζυγομαλά, τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο, τον οικουμενικό πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη, τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Χρύσανθο και τον επίσκοπο Ηλία Μηνιάτη να αποκαλούν «Έλληνες» τους χριστιανούς κατοίκους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που μιλούσαν ελληνικά και να ονομάζουν «Ελλάδα» την χώρα όπου εκείνοι κατοικούν. Και όλα αυτά πάντοτε σε άμεση σύνδεση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν, αιώνες πριν το 1770 και τα ορλωφικά.
Ταυτόχρονα, είδαμε τους «σκοταδιστές» αξιωματούχους της εκκλησίας να αναφέρονται διαρκώς, και με αξιοσημείωτη επιμονή, σε «δεινά», σε «βαρβαρότητα» και σε «βαρύτατο τουρκικό ζυγό» και να προσεύχονται ολόθερμα στον πανάγαθο Θεό για την Ελευθερία της Ελλάδας. Και όλ’ αυτά αιώνες πριν τον γαλλικό διαφωτισμό και την νεοτερικότητα.
Αυτό σημαίνει πως όταν επικράτησε η «ορθόδοξη κοσμοθεωρία» της εκκλησίας όχι μόνον δεν εξαφάνισε την εκδήλωση της νέας ελληνικής ταυτότητας, όπως διατυμπανίζουν οι «μοντέρνοι» και «μεταμοντέρνοι» ιστορικοί, αλλά έκανε ακριβώς το αντίθετο: Η εκκλησία ενθάρρυνε και στήριξε απόλυτα την έκφραση της ελληνικής ταυτότητας των Νεοελλήνων, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε απόλυτη ταύτιση και συνάφεια με τις θέσεις και τις απόψεις του Πλήθωνα.
Μετά από όλα αυτά μπορούμε να καταλάβουμε το πόσο επιστημονικά έγκυρες μπορεί είναι οι απόψεις όλων εκείνων που ομνύουν στην «επιστημονική γνώση και την πρόοδο» .
Η εκκλησία όχι μόνον δεν «ταυτίστηκε πολιτικά με την Οθωμανική μοναρχία», αλλά κατήγγειλε σε όλους την βαρβαρότητα του άπιστου Τούρκου προς κάθε κατεύθυνση. Και βέβαια αυτό το έκανε όχι στα δημόσια κείμενά της, που μπορούσαν να πέσουν στα χέρια των Τούρκων, αλλά σε εκείνα που ήταν βέβαιο πως θα παρέμεναν σε έμπιστα χριστιανικά χέρια.
Και για να βεβαιωθούμε μια και καλή γι’ αυτό, θα παραθέσω μια πολύ μαρτυρία με ιδιαίτερη αξία και σημασία, σχετικά με τον ρόλο που έπαιξε η εκκλησία στην εκδήλωση της επανάστασης του ’21. Πρόκειται για την μαρτυρία που καταθέτει όχι κάποιος τυχαίος, αλλά ο ίδιος ο Έγκελς.
Ο Μαρξ και ο Έγκελς ήταν απόλυτα αντίθετοι στην ελληνική επανάσταση του 21, όπως και σε κάθε άλλη ελληνική επανάσταση. Γι’ αυτό και έπνεαν μένεα ενάντια στην Ρωσσία, επειδή θεωρούσουν πως ήταν η μοναδική υπεύθυνη για την υποκίνηση και το ξέσπασμα της εθνικής μας επανάστασης. Περιγράφοντας ο Έγκελς το πώς οι «Ρώσσοι πράκτορες» υποκίνησαν την επανάσταση, αναφέρει κατά λέξη τα εξής:
«Εκατοντάδες Ρώσσοι πράχτορες περιέρχονταν την Τουρκία, παρουσιάζοντας στους Ελληνορθόδοξους τον ορθόδοξο αυτοκράτορα ως την κεφαλή, τον φυσικό προστάτη και τον τελικό ελευθερωτή της καταπιεσμένης Ανατολικής Εκκλησίας. Ο κλήρος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας πολύ γρήγορα οργανώθηκε σε μια μεγάλη συνομωσία με σκοπό την διάδοση των ιδεών αυτών. Η σερβική εξέγερση του 1804 κι ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821 υποκινήθηκαν άμεσα από ρωσσικό χρυσάφι και ρωσσική επιρροή» .
Τι μας λέει ο Έγκελς; Ότι η εκκλησία όχι μόνον δεν προπαγάνδιζε «την συνέχιση της υποταγής στη θεόπεμπτη σουλτανική εξουσία», αλλά ήταν εκείνη που πρωτοστάτησε στην «συνομωσία» των Ρώσσων για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων και των Σέρβων. Αρχισυνομώτες της επανάστασης οι «παπάδες», κατά τον Έγκλες, και όχι συνεργάτες του σουλτάνου, όπως πάρα πολύ θα ήθελε ο ίδιος. Και γι’ αυτό φυσικά τους «περιποιείται» αναλόγως! Και θέλω να πιστεύω πως ο Έγκελς τουλάχιστον δεν είναι δυνατόν να κατηγορηθεί πως «πρωταγωνιστεί στην παραγωγή ιστορικών μύθων», ή ότι «παραποιεί την Ιστορία και να κατασκευάζει ιστορικούς μύθους» για χάρη της… εκκλησίας!
Μετά από όλα αυτά καταλαβαίνουμε το πόσο μεγάλο δίκιο έχει ο καθηγητής Απόστολος Διαμαντής, όταν μας λέει πως όλες αυτές οι απόψεις των αναθεωρητών ιστορικών απλά «προδίδουν το χαμηλό επίπεδο της κυρίαρχης σημερινής ελληνικής ιστοριογραφίας –η οποία ασθμαίνουσα δείχνει να το υπερασπίζεται– αλλά και την ιδεολογική της πρόσδεση στις στρατηγικές επιλογές της παγκοσμιοποιημένης νέας οικονομικής και πολιτικής τάξης» .
Εξισλαμισμοί.
Το τυραννικό ζυγό της δουλείας ένοιωθαν ιδιαίτερα βαρύ πολλές περιοχές του Ελληνισμού. Μια από αυτές ήταν και ο Πόντος, όπου, και παρά τα προνόμια τα οποία είχαν δοθεί στις κοινότητες των ορυχείων και τους μεταλλωρύχους, τα διαλείμματα ανθρώπινης διακυβέρνησης ήταν ελάχιστα. Η στυγνή βία και η τυραννία ανάγκαζε τις περισσότερες ελληνικές οικογένειες, που αρνούνταν να συμβιβαστούν, να καταφεύγουν στα βουνά, όπου όμως η ελευθερία εκεί είχε πανάκριβο τίμημα, λόγω των δύσκολων καιρικών συνθηκών και της έλλειψης των πλέων βασικών ειδών διατροφής .
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν φυσικό πάρα πολλοί να μην αντέξουν μια τέτοια φριχτή καταπίεση και να εξισλαμισθούν. Όπως παρατηρεί ο R. Glogg, «οι διάφοροι ταπεινωτικοί όροι διαβίωσης για τους χριστιανούς, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα σκληρή μεταχείριση εκ μέρους των τοπικών οθωμανικών αρχών, μπορούσαν να οδηγήσουν σε ατομική ή μαζική προσχώρηση στο Ισλάμ» . Και είναι στ’ αλήθεια αδύνατον να περιγράψει κανείς τις συνθήκες υπό τις οποίες χιλιάδες Έλληνες εξισλαμίσθηκαν. Κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε οικογένεια αποτελεί και μια ιδιαίτερα τραγική ιστορία. Η φριχτή τυραννία των πέρα από κάθε έλεγχο τοπικών Τούρκων διοικητών, ο θρησκευτικός φανατισμός των μουσουλμάνων, οι πιέσεις και οι διωγμοί των ντερεμπέηδων, τα συνεχή βασανιστήρια, λύγιζαν το ανθρώπινο ηθικό και τους ανάγκαζαν μπροστά στην φοβερή κατάσταση να αλλαξοπιστήσουν . Έτσι δημιουργήθηκε και το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως οι εξισλαμισμοί δεν ήταν ένα γεγονός μόνον της «πρώτης» τουρκοκρατίας, του 15ου ή του 16ου αιώνα, αλλά μια τακτική που συνεχίσθηκε από τους Τούρκους απτόητα μέχρι και την τελευταία μέρα πριν την ανταλλαγή . Φυσικά, βίαιοι εξισλαμισμοί δεν υπήρξαν μόνον στον Πόντο, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της αυτοκρατορίας. Ο Κοραής στην Αδελφική Διδασκαλία του κάνει ιδιαίτερη μνεία στους εξισλαμισμούς της Κρήτης, όπως θα δούμε λίγο πιο κάτω.
Και όμως, οι αναθεωρητές ιστορικοί ισχυρίζονται, πάρα πολύ σοβαρά, πως «κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρξαν βίαιοι εξισλαμισμοί στη μετέπειτα ελληνική επικράτεια. Οι Οθωμανοί, εφόσον οι υπόδουλοι λαοί κατέβαλλαν κανονικά τους φόρους που τους αναλογούσαν, δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Οι μαζικοί εξισλαμισμοί που παρατηρούνται στα Βαλκάνια (Βοσνία, Αλβανία κ.λπ. ) έγιναν, κατά κανόνα, με τη θέληση εκείνων που αλλαξοπίστησαν, και ειδικότερα με σκοπό να έχουν καλύτερες σχέσεις με τον κατακτητή και να συμμετέχουν από καλύτερη θέση στη νομή και άσκηση της εξουσίας» .
Μετά όμως απ’ όσα μόλις αναφέραμε, μπορούμε για μια ακόμη φορά να διαπιστώσουμε το πόσο ιστορικά «έγκυρη» και επιστημονικά «ακριβής» είναι η «απομύθευση» των αναθεωρητών ιστορικών και στο θέμα των βίαιων εξισλαμισμών.
Γενίτσαροι.
Ενώ καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας οι Έλληνες υπέφεραν κάτω από τον αβάσταχτο τουρκικό ζυγό, τότε που έγινε ο βίος τους κυριολεκτικά αβίοτος ήταν μετά τα ορλωφικά, το 1770. Τότε, όπως μας λέει ο Κούμας, οι χριστιανοί απλά υπέφεραν την πιο ανείπωτη φρίκη:
«Οι άγριοι γιανίτσαροι κατέτρωγαν τους πτωχούς χριστιανούς ασπλάχνως. Εζήτουν κρασιά, φαγητά, ενδύματα, αργύριον. […] Τις ηδύνατο να αντισταθή εις τιούτους απαιτητάς; Πολλοί έπιπταν θύματα των γιανιτσάρων ατιμωρητί εις τους δρόμους, διότι δεν ηδυνήθησαν να εκπληρώσωσι τα ζητήματά των. Η Λάρισσα έδειξε τρομερότατα παραδείγματα του λεγομένου. Η τιμή των αρρένων εθυσιάζετο εις τα άγρια πάθη των. Και όσοι φιλόστοργοι και οπωσούν ευκατάστατοι γονείς δεν υπέφεραν την αισχύνην ταύτην, ηναγκάζοντο να εξορίζωσι τα τέκνα των από τας πατρικάς των αγκάλας εις κώμας κατοικουμένας υπό μόνων χριστιανών» .
Την μαρτυρία του Κούμα έρχεται, για άλλη μια φορά, να συνεπικουρήσει και ο ιερομόναχος Δανιήλ Φιλιππίδης, στην Νεωτερική Γεωγραφία του, όπου αναφέρει:
«Αχ! Τι βασίλειο ήθελε είναι η Τουρκία! Πόσο φοβερό εις τα έξω, πόσο ευτυχισμένο εις τα μέσα, αν ήταν ευνομία. […] Μα, Αρβανίται εξίσου εις καιρόν ειρήνης και πολέμου να περιπατούν με στρατιωτικές σημαίες, να πατούν χωριά, να καίουν σπίτια, να σκλαβώνουν……. . Μα τι να λέγω εκείνα οπού είναι εις όλους γνωστά;» .
Ανάλογη είναι και η μαρτυρία του Ρήγα:
«Ουρανέ, εσύ είσαι απροσωπόληπτος μάρτυς των τοιούτων κακουργημάτων [του οθωμανικού βλερυρωτάτου δεσποτισμού]. Ήλιε, εσύ βλέπεις καθημερινώς τα τοιαύτα θηριώδη τολμήματα. Γη, εσύ ποτίζεσαι αδιακόπως από τα ρείθρα των αθώων αιμάτων. Ποίος έχει στόμα να με ειπή το εναντίον; Ποίος είναι εκείνος ο τίγρις, ομόψηφος των τοσούτων ανομημάτων, ας εύγη εις το παρόν, και δια πολέμιόν του μάρτυρα, θέλει αποκτήσει όλην την κτίσιν, ήτις αγλώσσως γογγά δια τους αδίκους ώδε εκχυνομένους ρύακας των ανθρωπίνων αιμάτων» .
Αυτά ακριβώς λέει και επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Κοραής:
Α. Κοραής, Αδελφική Διδασκαλία [1798]: «Είναι εις όλους γνωστόν εις πόσην ακμήν έφθασε την σήμερον των Τούρκων η τυραννία. […] Οι ταλαίπωροι Γραικοί δεν είναι πλέον κύριοι μήτε κτημάτων, μήτε τέκνων, μήτε των ιδίων αυτών γυναικών. H τιμή και η ζωή των κρέμαται από την θέλησιν όχι μόνον αυτού του πρωτοτυράννου, αλλά και εκάστου από τους ελαχίστους αυτού δούλους. Tις δεν ηξεύρει το πλήθος των Γραικών της Κρήτης, όσοι, δια να φύγωσι τα τοσαύτα δεινά, ηναγκάσθησαν να αρνηθώσι την πατρικήν αυτών θρησκείαν; Tις αγνοεί τας βίας και τας αρπαγάς των παρθένων, των παίδων, όσαι καθ’ ημέραν συμβαίνουσιν εις την Θεσσαλονίκην, ώστε να αναγκάζωνται οι άθλιοι γονείς να μακρύνωσιν από τον πατρικόν οίκον τα φίλτατα τέκνα, δια να τα ελευθερώσωσιν από την ασέλγειαν των βδελυρών Γιανιτζάρων; […] Tις δεν εθρήνησε τους εκτοπισμούς και τας μετοικεσίας τοσούτων Γραικών, όσοι μην υποφέροντες πλέον τον Ωθωμανικόν ζυγόν εσκορπίσθησαν, εις διαφόρους τόπους της Ευρώπης; […] Όλα ταύτα και άλλα μύρια κακά προέρχονται από την παράνομον των Τούρκων διοίκησιν. Ψεύδεται λοιπόν αναισχύντως ο ψευδώς υπό το όνομα του Ιεροσολύμων κρυπτόμενος φιλότουρκος συγγραφεύς , όταν λέγη, ότι «η υποταγή εις αυτήν την διοίκησιν δεν προξενεί κανένα εμπόδιον ή βλάβην εις την ψυχικήν σωτηρίαν». Ελησμόνησεν άρα τους αποστατήσαντας Γραικούς από την θρησκείαν των ιδίων προγόνων, δια την τυραννίαν των Τούρκων. Τας καταδυναστείας όσας υποφέρουσι καθ’ εκάστην οι αδύνατοι Γραικοί από τους ομογενείς των πλουσίους, από τους ιδίους αυτών ποιμένας. Την δεινήν αμαθίαν των πολλών, και τας απ’ αυτήν γεννηθείσας δεισιδαιμονίας; […] Ας μας ειπή ο φιλόσοφος αυτός αν ευρίσκεται ή ευρέθη πού ποτέ καμμία δημοκρατία, αριστοκρατία, βασιλεία ή και τυραννία οποιαδήποτε άλλη, όπου εχύθη τοσούτον αθώον αίμα, όσον έχυσαν μέχρι του νυν οι Τούρκοι, όπου επράχθησαν τοσαύται αρπαγαί, ληστείαι, καταδυναστείαι γυναικών, παρθένων και παίδων βίαι, όσαι πράττονται κατά πάσαν ώραν εις την οθωμανικήν επικράτειαν».
Α. Κοραής, Σάλπισμα Πολεμιστήριον [1801]: «Tις εξ ημών δεν εδοκίμασε την απάνθρωπον αγριότητα και ασπλαγχνίαν της διεστραμμένης των Oσμανλίδων γενεάς; Αυτοί […] μας εγύμνωσαν από την προγονικήν ημών δόξαν. […] Τους ιερούς ημών ναούς μετέβαλον εις τζαμία, και μη αρκούμενοι εις το να μας στερούσι τα αναγκαία μέσα του να συστήσωμεν σχολεία εις ανατροφήν και φωτισμόν των ημετέρων τέκνων, μας αρπάζουσιν από τους πατρικούς κόλπους και αυτά τα τέκνα, δια να τα κατηχώσιν εις την θρησκείαν του Μωάμεθ, ή να τα μεταχειρίζωνται….. ω Γραικοί, και πώς να προφέρη το στόμα μου τοιαύτην των Γραικών καταισχύνην; Δια να τα μεταχειρίζωνται εις τας ασελγείς και παρανόμους αυτών ηδονάς. Μας κρίνουσιν αδίκως και μας στερούσι την ζωήν χωρίς έλεον ή κρίσιν. Εις τας κεφαλάς των δυστυχών Γραικών έπεσαν σήμερον όλαι αι φρικταί εκείναι κατάραι, με τας οποίας ο Θεός εφοβέριζε πάλαι τους Ιουδαίους».
Με αφορμή την περίφημη Πατρική Διδασκαλία, οι αναθεωρητές ιστορικοί βρίσκουν την χρυσή ευκαιρία για να επιτεθούν λάβροι ενάντια στην εκκλησία για τον «αντιδραστικό ρόλο» του ιερατείου κατά το ‘21, λέγοντας πως η εκκλησία ήταν ο καλύτερος σύμμαχος του σουλτάνου, όπως είδαμε αναλυτικά πιο πάνω. Όμως, όσοι θέλουν να μας πείσουν πως η Πατρική Διδασκαλία προπαγανδίζει την επίσημη εκκλησιαστική θέση στο θέμα των σχέσεων των υπόδουλων Ελλήνων με τον κατακτητή, αγνοούν ή αποκρύπτουν ένα ιστορικό γεγονός. Ότι μόλις ο βαριά άρρωστος πατριάρχης Ιεροσολύμων Άνθιμος πληροφορήθηκε την πλαστογραφία, καταράστηκε το κίβδηλο κατασκεύασμα. Και ότι οι πατριαρχικοί μητροπολίτες αγόρασαν τα υπόλοιπα αντίτυπα του βιβλίου για να τα κάψουν, πράξη που φανερώνει πως δεν συμφωνούσαν καθόλου με το περιεχόμενό του .
Η τουρκική βαρβαρότητα από τα ορλωφικά μέχρι το 1821.
Ακολουθώντας με συνέπεια την ιδεολογική γραμμή των παραπάνω εκκλησιαστικών ανδρών, ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης εξέδωσε το 1798 ένα πραγματικά αντιστασιακό βιβλίο, το Νέον Μαρτυρολόγιον, οπού περιγράφει τα δεινά και τα βασανιστήρια που υπέστησαν πολλές εκατοντάδες μάρτυρες από την «ανεκτική οθωμανική διοίκηση», επειδή δεν ήθελαν να αρνηθούν τον Χριστό και να γίνουν μουσουλμάνοι. Σ’ αυτό το βιβλίο του ο άγιος Νικόδημος, ο οποίος «εκπροσωπούσε λαμπρά την ορθοδοξία» στον καιρό του , θα καταγγείλει, με τον πιο άμεσο και απροκάλυπτο τρόπο την απάνθρωπη τουρκική τυραννία, καθώς θα αναφέρεται στο πλήθος των νεομαρτύρων κατά την τουρκοκρατία:
«Πώς δεν είναι πρέπον να ευχαριστή τινάς (=κάποιος) τον Θεόν, βλέποντας υποκάτω εις τον σκληρόν ζυγόν, και την αιχμαλωσίαν των νυν κρατούντων, τόσους αθλητάς;» .
Όταν λοιπόν ο πνευματικός αδελφός του Αθανάσιου Πάριου κάνει λόγο για «σκληρό ζυγό» και για «αιχμαλωσία των νυν κρατούντων», χρησιμοποιεί φράσεις που ασφαλώς ούτε ως «αυστηρές συμβουλές για υποταγή» μπορούν να εκληφθούν, ούτε βέβαια μας οδηγούν, καθώς τις διαβάζουμε, στο να αποδεχτούμε τον σουλτάνο ως «αντιπρόσωπο του Θεού για την διατήρηση της τάξης του κόσμου». Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι πως οι διατυπώσεις αυτές του αγίου Νικοδήμου παραπέμπουν κατευθείαν στις ανάλογες θέσεις του… Κοραή, που παραθέσαμε παραπάνω. Και όταν αυτοί οι δυο ορκισμένοι εχθροί λένε για ένα θέμα ακριβώς τα ίδια πράγματα, δεν μπορεί παρά αυτό για το οποίο μας κάνουν λόγο να είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Αλήθεια, πόσο πόθο και πόση ελπίδα για την λευτεριά του γένους μπορεί να κρύβει μέσα του αυτό το «νυν»…
Τέλος, κλείνουμε με την μαρτυρία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, η οποία είναι πανομοιότυπη με εκείνες του Κούμα, του Κοραή αλλά και του Ρήγα.
Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος [24-2-1821]: «Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! Ίδετε εδώ τους ναούς καταπατημένους, εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα δια χρήσιν αναιδεστάτην της ασελγούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας, τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τους αγρούς μας λεηλατημένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα!».
Και δεν είναι μόνον αυτοί οι συγγραφείς που αναφέραμε, οι οποίοι καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, κάνουν λόγο για την απάνθρωπη τυραννία που υφίσταντο πάρα πολλές φορές οι Έλληνες από τους ανάλγητους Τούρκους κατακτητές τους. Γι’ αυτό και ο Αντώνιος Μηλιαράκης, «με την ιδιοφυία και την οξυδέρκεια που τον διέκρινε» , ανέφερε το 1885 τα εξής:
«Θα ήτο μακρός ο λόγος αν κατεγράφομεν ενταύτα όλας τας ρήσεις της οδύνης και του πόνου, δι’ ων οι συγγραφείς ή οι μεταφρασταί ανεκούφιζον, γράφοντες, το βαρύνον αυτούς ψυχικόν άλγος. Πάντα τα βιβλία της 15 μέχρι της 18 εκατονταετηρίδος, και μάλιστα οι πρόλογοι αυτών, βρίθουσι τοιούτων σχετλιασμών, δι’ ων χρωματίζεται η οικτρά και ελεεινή εικών της καταστάσεως, εν η διετέλουν πάσαι αι ελληνικαί χώραι, καθ’ όλον το μακρόν διάστημα της δουλείας» .
Ο ίδιος έχει συγκεντρώσει πολλές ακόμη σχετικές και άκρως αποκαλυπτικές μαρτυρίες .
Τις μαρτυρίες των Ελλήνων συγγραφέων για την τουρκική βαρβαρότητα, που μέχρι τώρα παραθέσαμε, συνεπικουρούν και επιβεβαιώνουν πλήρως και οι ξένοι επισκέπτες και περιηγητές της εποχής. Την τουρκική βαρβαρότητα κατά τον 16ο και 17ο αιώνα περιέγραψαν, όπως είδαμε, περιηγητές όπως ο François Richard, ο Sir Paul Rycaut, και o Thomas Smith. Τώρα είναι ο Γάλλος φιλέλληνας πολιτικός Σατωβριάνδος που είδε με τα μάτια του, το 1806, την ερήμωση που επέφεραν στις Πελοπόννησο οι ορδές των Αρβανιτών και η τυραννία των τοπικών Τούρκων διοικητών:
«Από του πολέμου των Ρώσσων, η Πελοπόννησος είναι έρημος. Ο ζυγός των Τούρκων εγένετο βαρύτερος εις τους κατοίκους αυτής. Οι Αλβανοί έσφαξαν μέρος του πληθυσμού. Μόνον χωρία κατεστραμμένα δια πυρός και σιδήρου βλέπει τις. […] Δειναί και παράνομοι εισπράξεις, ύβρεις παντοειδείς αφανίζουσι πανταχόθεν την γεωργίαν και την ζωήν. Ο τυχών αγάς και του μικροτάτου χωρίου δύναται παίζων να διώξη τον χωρικόν εκ της καλύβης του, να αρπάση την σύζυγον αυτού και τα τέκνα και να φονεύσει αυτόν επί προφάσει αναξία λόγου» .
Την ίδια ακριβώς εποχή, μια χρονιά πριν, ο Άγγλος περιηγητής J. Griffiths δημοσίευσε στο Λονδίνο τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του στην «Ευρώπη, την Μικρά Ασία και την Αραβία». Εκεί, σε ειδικό κεφάλαιο, με τον τίτλο «εμπορικοπολιτική κατάσταση των Ελλήνων», αναφέρει και τα εξής ενδιαφέροντα για την «ευτυχισμένη» ζωή των Ελλήνων υπό την «φιλόστοργη» σκέπη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την «αρμονική» τους συνύπαρξη με τους Τούρκους:
«Η πολιτική κατάσταση των Ελλήνων που κατοικούν στην Τουρκία είναι εδώ και πολύ καιρό πραγματικά αξιοθρήνητη, και η ποικιλία των ταπεινώσεων στις οποίες αυτοί είναι εκτιθέμενοι, τους έχει οδηγήσει περισσότερες από μια φορές σε απελπισμένους αγώνες για την απελευθέρωσή τους και την αποκατάσταση των αναμφισβήτητων δικαιωμάτων τους» .
Η ξεκάθαρη αυτή άποψη του Griffiths είναι το άμεσο συμπέρασμά του από όλα όσα ο ίδιος είδε και άκουσε κατά την διάρκεια των περιηγήσεων του στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα του είπε ο κάπος της Awezza , δηλαδή της Αφισιάς της Προποντίδας (σημερινή Avsa) . Παρά τον εντυπωσιακά πλούσιο τρόπο της ζωής του, ο Έλληνας προύχοντας της Αφισιάς δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι κάθε στιγμή κυριολεκτικά έτρεμε την έκρηξη της τουρκικής βαρβαρότητας:
«Κατά την διάρκεια της συνομιλίας μας επαναλάμβανε συνέχεια το πόσο διακαώς εξακολουθούσε να ελπίζει σε μια αλλαγή στην κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης. Γιατί, ενώ η καλλιέργεια των κτημάτων του και τα φυσικά πλεονεκτήματα του νησιού ήταν τέτοια, ώστε να μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη, και να οδηγήσουν ακόμη και στην ανεξαρτησία, οι ετήσιοι εκβιασμοί των Τούρκων είχαν καταστήσει όλες τις προσπάθειές του άκαρπες, ενώ η αγωνία, σε κάθε τους επίσκεψη, της προσωπικής του τιμωρίας ή κακοποίησης, δηλητηρίαζε κάθε στιγμή την ύπαρξή του» .
Η τουρκική θηριωδία έδειξε όλο το «μεγαλείο» της με τα φριχτά της αντίποινα προς όλο τον ελληνικό πληθυσμό της αυτοκρατορίας μετά την έκρηξη της επανάστασης του ’21. Όπως μας πληροφορεί ο Σπυρίδων Τρικούπης, όλοι οι Έλληνες της αυτοκρατορίας, από την μια μέχρι την άλλη της άκρη, «δοκίμασαν» τότε, για μια ακόμη φορά, στο πετσί τους την «ανεκτικότητα» και τα αγαθά της «ευνοϊκής συμβίωσης» με τους «μουσουλμάνους συμπολίτες τους».
Και όταν αναφερόμαστε στον Τρικούπη πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως δεν είναι ένας τυχαίος ιστορικός, αλλά ένας ιστορικός με ιδιαίτερα μεγάλο κύρος, αξιοπιστία και σοβαρότητα , αφού «κήρυξε από την αρχή της συγγραφής του την πίστη του στην αλήθεια και την δικαιοσύνη». Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή Κρεμμυδά, «μερικές φορές ο αναγνώστης ξαφνιάζεται με την ακρίβεια των περιγραφών και την οξύνοια των επισημάνσεων» του Τρικούπη. Γι’ αυτό και βρίσκεται στην πρωτοπορία της ευρωπαϊκής ιστοριογραφικής παράδοσης .
Για να έχουμε λοιπόν ένα μικρό δείγμα του «οθωμανικού πολιτισμού», αναφέρουμε πως μόνο στην Κωνσταντινούπολη εξοντώθηκαν μετά τις 25 Μαρτίου του 1821 δέκα χιλιάδες (10.000) Έλληνες .
Και όπως σημειώνει ο Τρικούπης, δεν ήταν οι Έλληνες της Πόλης οι μόνοι «τυχεροί» που ένοιωσαν στο πετσί τους τα «αγαθά» του «οθωμανικού πολιτισμού», αλλά «τοιαύτη ήτον η κατάστασις, κατά το μάλλον και ήτον, όλων των μερών του Οθωμανικού κράτους τας ημέρας εκείνας, όπου συνέζων αι δύο ετερόθρησκοι και ετερογενείς φυλαί. Και ταύτα πάντα έπασχον οι δυστυχείς χριστιανοί όχι διότι επεβουλεύθησαν τον σουλτάνον, ή τον παρήκουσαν, ή τον επολέμησαν, αλλά διότι άλλοι, κατοικούντες άλλα μέρη της επικρατείας του, τυχόντες να είναι ομογενείς των και ομόθρησκοι, εκίνησαν όπλα κατ’ αυτού» .
Μετά από τον πραγματικά απίστευτο καταιγισμό των μαρτυριών που μέχρι τώρα παραθέσαμε για την ζωή και την βιοτή των υπόδουλων Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία, και για το πόση παιδεία τους επέτρεπε αυτός ο αφόρητος «ζυγός» να έχουν, ας θυμηθούμε και πάλι τι μας έλεγαν σχετικά οι αναθεωρητές ιστορικοί.
Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτούς, η αντίληψη πως «η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν «απολίτιστη» και «καθυστερημένη», και συνεχώς βίαιη έναντι των Ελλήνων και άλλων χριστιανών» είναι πέρα για πέρα «ανακρίβεια» και «στερεότυπο» . Ο Ελληνισμός κατά την τουρκοκρατία «δεν κινδύνεψε ποτέ από τον κατακτητή να αφανιστεί», γιατί κάτι τέτοιο ο κατακτητής «όχι μόνον δεν το επιδίωξε, αλλά και δεν το επιθυμούσε» . Τα «περί «400 χρόνων τουρκικού ζυγού» ήταν [λοιπόν] ένας μεγάλος Μύθος», αφού «η Οθωμανική αυτοκρατορία […] θεωρούσε τους Ρωμιούς και το Πατριαρχείο συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας» . Γι’ αυτό και «η οθωμανική περίοδος ώς και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών» .
Όμως, μετά από την πλημμυρίδα των μαρτυριών που παραθέσαμε, είμαστε πλέον σε θέση να εκτιμήσουμε εμείς οι ίδιοι το πόσο σοβαρή, έγκυρη και αξιόπιστη είναι τούτη εδώ η «επιστημονική» άποψη και θέση των αναθεωρητών ιστορικών.
Οι Τούρκοι και η παιδεία των Ελλήνων ραγιάδων κατά την τουρκοκρατία.
Αυτή η απερίγραπτα βάρβαρη και βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων προς τους υπόδουλους Έλληνες, είχε φυσικά ως άμεσο και πρακτικό ως αποτέλεσμα τα περισσότερα μέρη του Ελληνισμού να βρίσκονται βουτηγμένα στο πηχτό σκοτάδι της απόλυτης αμάθειας. Πράγμα που άλλωστε το γνωρίζουμε ήδη, χάρις στις μαρτυρίες που παραθέσαμε έως τώρα: του Σχολάριου, του Ζυγομαλά, του Κύριλλου Λούκαρη, των Γερμανών κατά τον 17ο αιώνα και του Χρύσανθου Ιεροσολύμων.
Τις ξαναθυμίζω συνοπτικά:
Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος οικουμενικός πατριάρχης μετά την άλωση, αυτός που πήρε από τον Μωάμεθ τον πορθητή τα προνόμια για την εκκλησία (γύρω στο 1460): «Πού τα παιδευτήρια της σοφίας; […] Κατεπόθησαν υπό του Μωάμεθ» .
Θ. Ζυγομαλάς, αρχιγραμματέας του οικουμενικού πατριαρχείου (γύρω στο 1580): «Πάντα δεδουλωμένα δουλεία Αγαρηνών [εισί], και ουκ έχοντα τας ελευθέρους επιστήμας. […] Το δ’ αίτιον, ότι αι κακώσεις και αι συζητήσεις των τυραννούντων δειναί» . «Σοφίαν γαρ ή μαθήματα, δούλοι όντες νυν, ουκ έχομεν» , «βαρβαρωθέντες εν βαρβάροις χρονίως» .
Κύριλλος Λούκαρης, οικουμενικός πατριάρχης (γύρω στο 1620): «Πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα, αλήθεια είναι. […] Αν είχε [όμως] βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγγίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. […] Και σεις μου λέγετε πως δεν έχομεν σοφίαν;» .
Χρύσανθος, πατριάρχης Ιεροσολύμων (1728): «[Με τα «φροντιστήρια» και τις ακαδημίες που είχαν παλιά], Αθήναι και Ελλάς ξύμπασα, επί μέγα ευκλείας και δόξης παρήλασεν. […] Εξ ότου δε τούτων εστέρηται, ζυγώ δουλείας βαρυτάτω και τυραννικοτάτω υποπετωκυία, […] δύστηνος και αξία θρήνων αποκατέστη» .
Οι Γερμανοί, που τον 17ο αιώνα έτρεμαν σύγκορμοι στην σκέψη και μόνον ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να κατακτηθούν από τους Τούρκους. Και αυτό διότι γνώριζαν πως κάτι τέτοιο θα τους έκανε να μεταβληθούν και αυτοί, σαν τους Έλληνες, σε έναν «βάρβαρο, αμόρφωτο και σκαιό λαό» !
Μετά από τα παραπάνω μπορούμε πολύ καλά ν’ αντιληφθούμε γιατί η παιδεία και τα σχολεία ήταν τόσο σπάνιο πράγμα στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, όπως αναφέρει ο εγκυρότατος Κωνσταντίνου Κούμας: «Ήτο σπανιώτατον χρήμα (=πράγμα) η παιδεία, άντις ονομάση παιδείαν μετρίαν τινά είδησιν (=γνώση) της γλώσσης κατά γραμματικήν. Μέρους του γένους εγνώριζεν μόνον να διαβάζη και να γράφη όπως έτυχεν, και το περισσότερον ήτο βυθισμένον εις απόλυτον αγραμματίαν» .
Στις μαρτυρίες που παραθέσαμε πιο πάνω, που υποδεικνύουν ως μοναδικό υπεύθυνο για την ανυπαρξία της παιδείας και των σχολείων την τουρκική βαρβαρότητα, μπορούμε να προσθέσουμε τώρα και ακόμη δύο, του ιερομόναχου Δανιήλ Φιλιππίδη και του ίδιου του Κοραή.
Λέει ο Φιλιππίδης το 1791 στην Νεωτερική Γεωγραφία του :
«Δια τα ήθη τους [των Ελλήνων], μα τι να πη τινάς [=κάποιος] δια τα ήθη αυτών οπού είναι υπόζυγοι, υστερημένοι από σχολεία, από βιβλία, από αναθροφή, από παιδεία. Μ’ όλον τούτο, το ελληνικόν εκείνο πνεύμα οπού εμψύχωνε τους προπάτοράς τους, ένας πολυχρόνιος ζυγός, οπού ζωόνει όλα και τα νεκρώνει, δεν ημπόρεσε να το σβήση. Δεν προσμένει παρά ένα αίσιο άνεμο να πνεύση, δια να ανάψη πάλιν εις το θέατρο του κόσμου. Τι ημπορεί να κάμη τώρα από κάτω εις μια ομίχλη, οπού επιπολάζει;» .
Οι Έλληνες, μας λέει ο συγγραφέας της Νεωτερικής Γεωγραφίας, είναι «στερημένοι» από «σχολεία» και από «παιδεία». Αλλά όχι εξαιτίας κάποιας δικής τους αδιαφορίας ή ε






